Honda NT1100 2022: Ένα “Adventure” για όσους δεν θέλουν Adventure! [VIDEO]

Μια διαφορετική προσέγγιση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

21/10/2021

Αυτό είναι το νέο NT1100 της Honda που περιμέναμε να παρουσιάσει η Honda τους τελευταίους μήνες στη νέα “υβριδική” κατηγορία των sport-touring/adventure/crossover ή όπως θέλει ο κάθε ένας να την αποκαλεί. Στην πραγματικότητα είναι μοτοσυκλέτες δρόμου με φαίρινγκ 3/4 που έχουν όρθια θέση οδήγησης, εργονομικά κοντά σε εκείνη των on-off.

Όπως κι αν έχει, η συγκεκριμένη κατηγορία γνωρίζει άνθηση εμπορικά τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ενώ η Honda δεν είχε έως τώρα έναν δικό της εκπρόσωπο, αφού το τετρακύλινδρο CBF 1000 είχε σταματήσει να παράγεται και εδώ που τα λένε, τεχνολογικά είχε μείνει πολύ πίσω σε σχέση με τον ανταγωνισμό.

Στη θέση του λοιπόν έχουμε το NT 1100 με τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα του CRF1100L Africa Twin. Αυτό σημαίνει πως θα είναι διαθέσιμο με συμβατικό κιβώτιο ταχυτήτων και με αυτόματο DCT.

Η ιπποδύναμη που ανακοινώνει η Honda είναι 75kw στις 7.500 στροφές που αντιστοιχούν σε 100 ίππους και η ροπή είναι 10,6kg/m στις 6.250 στροφές.

Στο επίσημο κείμενο της Honda, αναφέρεται ξεκάθαρα πως το NT1100 απευθύνεται σε όσους: “ for riders that desire performance, handling, long range comfort, and technology but not necessarily the image or physical dimensions of ‘adventure’.” Και για όσους δεν κατάλαβαν, η Honda θέλει να προσελκύσει τους αναβάτες που βρίσκουν τα Mega On-Off υπερβολικά σε όγκο, ύψος και εμφάνιση. Και συνεχίζει την περιγραφή του χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας λέγοντας: “A new breed of Honda tourer, it’s designed to draw those with a long memory of similar Honda machines of the past, but also attract a much younger rider.”

Αυτή η αναφορά σε μοντέλα του παρελθόντος και ταυτόχρονα σε νεαρής ηλικίας αναβάτες μας μπέρδεψε λίγο, αλλά ο κύριος Koji Kiyono που ήταν Large Project Leader για το NT1100 μας έλυσε την αποροία λέγοντας πως έφτιαξαν μια μοτοσυκλέτα με τη φιλοσοφία του Deauville, αλλά με μοντέρνα εμφάνιση και τεχνολογία.

Στον τομέα του εξοπλισμού έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην άνεση, με την ζελατίνα να ρυθμίζεται σε 5 θέσεις ύψους και έχει πάνω-κάτω αεροτομές που διώχνουν την πίεση του αέρα από το σώμα του αναβάτη.

Τα όργανα είναι μια έγχρωμη οθόνη 6,5” τεχνολογίας touchscreen που είναι συμβατή με Apple CarPlay® και με Android Auto®, δηλαδή ίδια με του καινούριου Africa Twin 1100.

 Το πλαίσιο της μοτοσυκλέτας είναι ίδιας αρχιτεκτονικής με του Africa Twin 1100 και είναι ατσάλινο με αλουμινένιο υποπλαίσιο, όμως έχει εντελώς διαφορετικά γεωμετρικά χαρακτηριστικά. Η γωνία κάστερ έχει μειωθεί στις 26,5⁰ (από 27,5⁰) και το μεταξόνιο είναι πιο κοντό στα 1535mm (από 1575). H Honda μιλά για “γρήγορη και σπορ” γεωμετρία, αλλά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά είναι σαφώς πιο “αργά” σε σχέση με τις σπορ μοτοσυκλέτες δρόμου.

Το ύψος της σέλας είναι φυσικά πολύ πιο χαμηλό στα 820mm, ενώ την ίδια στιγμή πέτυχαν μεγάλη απόσταση από το έδαφος στα 170mm.

Το βάρος γεμάτη καύσιμο και υγρά είναι στα 238 κιλά για την έκδοση με το συμβατικό κιβώτιο και στα 248 κιλά για το DCT (ίδια κιλά έχουν και οι αντίστοιχες εκδόσεις του “απλού” Africa Twin 1100, μόνο που το NT 1100 έχει ρεζερβουάρ 20,4 λίτρα και το “απλό” Africa Twin 1100 έχει 18,8 λίτρα).

Το Upside-Down πιρούνι της Showa με διάμετρο 43mm έχει μεγάλη διαδρομή στα 150mm (στις μοτοσυκλέτες δρόμου είναι συνήθως 120-130mm) και έχει ρύθμιση μόνο για την προφόρτιση.

Αντίστοιχα μεγάλη στα 150mm είναι και η διαδρομή της πίσω ανάρτησης μοχλισμού, με το μονό αμορτισέρ να διαθέτει υδραυλική ρύθμιση της προφόρτισης του ελατηρίου.

Τη μοτοσυκλέτα σταματούν δύο δίσκοι των 310mm εμπρός με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και ένας δίσκος 256mm πίσω, με δικάναλο ABS (όχι cornering ABS).

Μιλώντας για τον τομέα των ηλεκτρονικών ενεργητικής ασφάλειας, όλες οι εκδόσεις έχουν τρία επίπεδα ρύθμισης για την τροφοδοσία του ride by wire ψεκασμού, traction control που ρυθμίζεται σε τρία επίπεδα ευαισθησίας και wheelie control, επίσης ρυθμιζόμενο σε τρία επίπεδα. Η έκδοση με το αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων DCT έχει επιπλέον δυνατότητα ρύθμισης στον τρόπου που αλλάζουν οι ταχύτητες, με τρία S-mode, ημί-αυτόματη λειτουργία για αλλαγές ταχυτήτων από τους διακόπτες στο αριστερό γκριπ και δύο προγράμματα User.

Στο βασικό εξοπλισμό υπάρχει θύρα USB και πρίζα 12v, αυτόματο σβήσιμο φλας και στα έξτρα αξεσουάρ υπάρχει quick-shifter για το μοντέλο με το συμβατικό κιβώτιο αλλά δεν αναφέρεται αν είναι Up/Down ή συμβατικό μόνο για τα ανεβάσματα.


 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.