Τώρα που οι αγωνιστικές superbike σύμφωνα με τους κανονισμούς βασίζονται όλο και περισσότερο σε μοτοσυκλέτες παραγωγής, είναι σαφές πως η Honda δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους αντιπάλους της με το CBR1000RR, που η τελευταία ριζική της ανανέωση ήταν το 2010. Έχει μείνει πίσω. Τι στοιχεία υπάρχουν λοιπόν που να μας οδηγούν σε μια νέα V4 superbike από την Honda, όταν η τελευταία φορά που είχε κάνει κάτι τέτοιο ήταν το 1994, όταν έβγαλε την θρυλική RVF750 RC45 σε παραγωγή;
1. Ο πρόεδρος της Honda, o Tetsuo Suzuki (τι να κάνουμε, δεν το διάλεξε αυτός το επώνυμό του, αλλά ούτε και του στάθηκε εμπόδιο για να γίνει πρόεδρος της Honda!), έχει δηλώσει: "Αν έχουμε πολλές παραγγελίες για την RC213V-S, τότε ίσως μπορούμε να αποφασίσουμε για μια φθηνότερη έκδοση, που θα τοποθετηθεί ανάμεσα στην Fireblade και την RC213V-S".
2. Η Honda έχει διατηρήσει την κατοχύρωση του ονόματος RVF στην Ευρώπη, και πρόσφατα την επανα-κατοχύρωσε και στην Αυστραλία.
3. Η Honda έχει κατοχυρώσει πατέντες για μια νέα V4 ήδη από το 2014, που δείχνουν το πλαίσιό της. Είναι μια σχεδίαση pivotless, όπου ο άξονας του ψαλιδιού εδράζεται κατ’ ευθείαν στα κάρτερ του V4, και υπάρχει εισαγωγή Ram Air μέσα από τον λαιμό του πλαισίου. Αυτό μας δείχνει πως δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ο κινητήρας της RC213V-S, εκτός αν ξανασχεδιαστούν τα κάρτερ, κάτι που έτσι κι αλλιώς θα γινόταν για να περάσει από το στάδιο "περιορισμένης χειροποίητης παραγωγής" στο "παραγωγής, έστω και περιορισμένης". Οι πέντε πατέντες της δείχνουν ένα πλαίσιο από χυτά κομμάτια, εύκολο στην κατασκευή και με μικρότερο κόστος. Το φιλτροκούτι είναι ενσωματωμένο στο πλαίσιο, και το πάνω μέρος του αμορτισέρ εδράζεται στο υποπλαίσιο, για ένα "full floating" Pro Link.
Αποκάλυψη MV Agusta Enduro Veloce 2024: Παρουσιάστηκε η νέα Ιταλική Adventure!
Είχαμε οδηγήσει το πρωτότυπο και είχε γίνει ήδη εξώφυλλο στο MOTO!
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
6/4/2024
Η μοτοσυκλέτα που ο Pierer παραλίγο να ακυρώσει οριστικά μόλις ανέλαβε την MV Agusta, η μοτοσυκλέτα που έχουμε ήδη οδηγήσει ως πρωτότυπο και είχε φτάσει να γίνει εξώφυλλο στο MOTO χωρίς γραφικά και αυτοκόλλητα, είναι πλέον γεγονός και σε λίγες ώρες θα ταξιδέψουμε να την συναντήσουμε και από κοντά!
Με την ειδική, πανάκριβη, έκδοση LXP Orioli να τα πηγαίνει εξαιρετικά σε πωλήσεις καθώς εξαντλήθηκαν και τα 500 κομμάτια, δύο από τα οποία πήγαν σε ελληνικά χέρια, η κανονική πλέον έκδοση είναι γεγονός και ξεκινά την πορεία της σε μία ιδιαίτερα ανταγωνιστική κατηγορία.
Φτιαγμένη εξ ολοκλήρου στο Varese έχει έναν τρικύλινδρο κινητήρα 931 κυβικών που έχει γράψει ήδη την πορεία του στην γκάμα της εταιρείας αν και όχι σε αυτή την μορφή καθώς έχει αρκετές αλλαγές για να τοποθετηθεί στην Enduro Veloce. Αποδίδει 124 ίππους και 10,4Kg.m ροπής στις 7.000 στροφές, με την MV Agusta να υπόσχεται πως το 85% θα είναι ήδη διαθέσιμο στις 3.000 στροφές! Εδώ ερχόμαστε εμείς να δηλώσουμε πως αυτή η υπόσχεση είναι πραγματικότητα γιατί το είχαμε ζήσει κατά την δοκιμή του πρωτότυπου μοντέλου οπότε δεν είναι δύσκολο να ισχύει και στις μοτοσυκλέτες παραγωγής.
Θα ήταν κρίμα, όπως είχαμε πει τις ημέρες της EICMA που είδαμε από κοντά την LXP Orioli, να μείνει αυτό το σχέδιο της MV για επέκταση στην Adventure κατηγορία στα λόγια όπως ήταν ορατός ο κίνδυνος για μία περίοδο. Όταν είχαμε καβαλήσει αυτή την μοτοσυκλέτα στις διαδρομές γύρω από το εργοστάσιο, η πορεία της και το μέλλον της διαγράφονταν λαμπρό και ήταν βέβαιο πως θα έβγαινε άμεσα στην παραγωγή. Αμέσως μετά ήρθε ο πόλεμος και τα πλάνα του Timur Sardarov άλλαξαν σε μία στιγμή καθότι οι εξελίξεις τον επηρέαζαν άμεσα. Ο Pierer είπε απευθείας στον Alan Cathcart, τον επί χρόνια συνεργάτη του MOTO στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε μετά την απόκτηση της MV Agusta, πως δεν βλέπει τον λόγο να υπάρχει άλλη μία On-Off μοτοσυκλέτα και μάλιστα ακριβή παρότι ο στόχος του για την μάρκα αυτή είναι να την οδηγήσει στην κατηγορία luxury, ένα στάδιο πάνω από το premium ουσιαστικά τοποθετώντας την απέναντι στην Ducati με την νέα πολιτική που ακολουθούν στην Bologna για αλλαγή κατηγορίας τιμής προς τα πάνω. Ωστόσο η επιθυμία του να παραμείνει η MV Agusta μία ανεξάρτητη πλήρως “Made in Italy” εταιρεία με το δικό της μάλιστα σχεδιαστικό γραφείο και R&D, αποστασιοποιημένη από την Αυστρία, ήταν όπως φαίνεται μεγαλύτερη από κάθε τι άλλο και έτσι οι Ιταλοί με την ελευθερία κίνησης που διαθέτουν από την πρώτη ημέρα, έκαναν το Enduro Veloce πραγματικότητα.
Αναμένεται να είναι μία πολύ διαφορετική πρόταση, παρότι δεν θα είναι η μοναδική τρικύλινδρη, ξεκινώντας από την δήλωση της MV Agusta για έναν κινητήρα που ζυγίζει μόλις 57 κιλά! Η απόδοσή του τον τοποθετεί στο άνω άκρο της κατηγορίας ενώ θα θυμίσω εδώ πως η MV Agusta ήταν η πρώτη εταιρεία που έβαλε quickshifter διπλής κατεύθυνσης πριν από όλους και πως αυτό δούλεψε τέλεια από την πρώτη στιγμή όταν η BMW, για παράδειγμα, κατάφερε μόλις φέτος να το κάνει να δουλέψει σωστά και ας το χρέωνε τόσα χρόνια εξωφρενικά ακριβά! Σε καλύτερο στάδιο Ducati και KTM έχοντας πετύχει από νωρίς την σωστή συμπεριφορά, όχι όμως από το σημείο μηδέν όπως η MV Agusta. Σημειώστε επίσης πως είναι η πρώτη που έβαλε σε street – sport μοτοσυκλέτα σύστημα E-Clutch πριν από την Honda! Μπορεί στις Enduro μοτοσυκλέτες να το βλέπουμε χρόνια και ακόμη περισσότερα στην αυτοκινητοβιομηχανία όμως σε street μοτοσυκλέτα και μάλιστα sport προσανατολισμένη, η MV Agusta ήταν πρωτοποριακή.
Αυτά πρέπει κανείς να τα γνωρίζει ώστε να κρατήσει μεγάλο καλάθι όταν η MV Agusta ανακοινώνει πακέτο Electronic Assisted Shift τέταρτης γενιάς, γιατί σημαίνει πως θα έχει το καλύτερο quickshifter που υπάρχει.
Έτσι και αλλιώς το πακέτο εξοπλισμού είναι εξαιρετικά πλήρες με τέσσερις καταστάσεις λειτουργίας, Urban, Touring, Off-Road και ένα που το σετάρεις όπως θέλεις και με traction control ρυθμιζόμενο σε 8 επίπεδα. Το ένα είναι για οδήγηση σε βρεγμένο οδόστρωμα, πέντε σκάλες έχουν κρατηθεί για την επεμβατικότητα σε κανονικές συνθήκες και δύο για οδήγηση εκτός δρόμου. Εντύπωση προκαλεί η επιλογή να διαλέξεις από το μενού τα ελαστικά που φοράς ώστε τα ηλεκτρονικά να προσαρμοστούν στην απόδοσή τους. Είναι δεδομένο πως αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα όμως η προσαρμογή των ηλεκτρονικών σε συγκεκριμένο τύπου ελαστικών είναι κάτι που δεν έχει πετύχει στα superbike της Ducati εντός πίστας, όπου οι συνθήκες είναι περισσότερο ελεγχόμενες. Προϋποθέτει επίσης ενημερώσεις λογισμικού και συχνές δοκιμές των νέων ελαστικών που παράγονται από το εργοστάσιο σε βάθος χρόνου ώστε να συνεχίζει να υποστηρίζει αυτή την επιλογή στο μενού. Προκύπτουν ερωτήματα λοιπόν σχετικά με την επιλογή τους, τα οποία και σύντομα θα λύσουμε μιλώντας απευθείας με τους ανθρώπους του εργοστασίου, που είναι και η βασική αξία των παρουσιάσεων νέων μοντέλων. Αυτή την στιγμή οι ρυθμίσεις που προσφέρουν τα ηλεκτρονικά έχουν γίνει με βάση τα A41 της Bridgestone με άλλες 8 βαθμίδες να είναι αφιερωμένες στα AX41. Οι ζάντες είναι 21-18 που λίγο δικαιολογούν τον όρο Enduro στο όνομα της μοτοσυκλέτας. Όπως έχουμε δει και από την Ducati που η Multistrada Enduro ήταν μία από τις χειρότερες μοτοσυκλέτες για χώμα, όπως είχαμε γράψει στην δοκιμή της και τεκμειριώσει τότε (να μην μακρηγορούμε τώρα) το όνομα “Enduro” για τους Ιταλούς σε μοτοσυκλέτα της κατηγορίας περισσότερο έχει να κάνει με την αντοχή σε πορεία και διαδρομές και λιγότερο με το άθλημα αυτό καθαυτό.
Προσφέρεται και έλεγχος του φρένου του κινητήρα κρατώντας δηλαδή ανοιχτές τις βαλβίδες ενώ πιστή στο γεγονός πως θα παραμείνει για πάντα μία sport εταιρεία, η MV έχει εξοπλίσει την Enduro Veloce και με Launch Control παρόλο που κάτι τέτοιο δεν είναι και το πρώτο πράγμα που περιμένεις να δεις στην κατηγορία, παρότι υπάρχει ήδη. Με την χρήση του η MV Agusta υπόσχεται 0-100χ.α.ω σε 3,72 χιλιόμετρα.
Το ABS είναι Cornering, λαμβάνει δηλαδή υπόψη του την κλίση της μοτοσυκλέτας και το πόσο πιέζει ο αναβάτης μανέτα και λεβιέ και ανακατανέμει την πίεση αναλόγως για την μέγιστη επιβράδυνση στο όριο της πρόσφυσης. Ρυθμίζεται σε δύο διαφορετικά επίπεδα παρέμβασης και φυσικά περιλαμβάνει έλεγχο ανύψωσης πίσω τροχού που σημαίνει πως αμολά πίεση εμπρός μετά από μερικά εκατοστά αποκόλλησης του πίσω τροχού από την άσφαλτο, ενώ μπορεί να απενεργοποιηθεί και τελείως για οδήγηση εκτός δρόμου. Το ABS ενεργεί εμπρός σε Stylema δαγκάνες της Brembo με πλευστούς δίσκους 320mm και πίσω σε διπίστονη με δίσκο 265mm. Στον εξοπλισμό υπάρχει και cruise control.
Οι αναρτήσεις είναι της Sachs εμπρός και πίσω με πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι διαμέτρου 48mm και monoshock αμορτισέρ πίσω με διαδρομές 210mm. Το ψαλίδι είναι αλουμινένιο με μοχλικό και το πλαίσιο δύο δοκών περιμετρικό, άλλο ένα στοιχείο της sport καταγωγής. Το ύψος της σέλας είναι σε φυσιολογικά για την κατηγορία επίπεδα στα 870mm με την σέλα να είναι ρυθμιζόμενη.
Όλα αυτά τα ηλεκτρονικά ο ιδιοκτήτης τα ελέγχει και τα παραμετροποιεί από μία μεγάλη έγχρωμη TFT 7 ιντσών που συνδέεται και με το κινητό τηλέφωνο προσφέροντας δυνατότητες πλοήγησης. Πλούσιος είναι και ο εξοπλισμός με βαλίτσες 39 και 32 λίτρων, προστασία κινητήρα, τελικό εξάτμισης, προβολείς κτλ, ενώ προσφέρεται και αντικλεπτικό σύστημα με εντοπισμό μοτοσυκλέτας που είναι δωρεάν για τον πρώτο χρόνο.