Νέα MV Agusta F4 Claudio: Φόρος τιμής στον πιο ονειροπόλο ιταλό βιομήχανο

Συναισθηματικός επίλογος
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

19/10/2018

Η έκδοση Claudio είναι η τελευταία MV Agusta F4 που θα δούμε από κοντά στην EICMA, την έκθεση του Μιλάνο και πιθανότατα είναι και η τελευταία με αυτόν τον τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Οι δηλώσεις του Giovanni Castiglioni σχετικά με την συνέχιση της παραγωγής τετρακύλινδρων μοντέλων είναι μέχρι στιγμής αντιφατική, καθώς την μία λέει ότι η MV Agusta σχεδιάζει έναν νέο τετρακύλινδρο κινητήρα για τα F4 και τα μεγάλα Brutale και την άλλη λέει ότι οι αγώνες SBK δεν έχουν κανένα εμπορικό αντίκτυπο, οπότε θα συνεχίσει μόνο με την πλατφόρμα των τρικύλινδρων κινητήρων και την συμμετοχή στα MotoGP και την κατηγορία Moto2.

Φυσικά όλη αυτή η αστάθεια στις δηλώσεις του, έχουν να κάνουν κυρίως με τα οικονομικά της MV Agusta, που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο πλέον για ριψοκίνδυνες αποφάσεις. Το εργοστάσιο έχει περιορισμένες δυνατότητες παραγωγής και θα συνεχίσει να έχει μέχρι να ομαλοποιηθεί η ροή χρημάτων και να δημιουργηθεί ξανά μια σχέση εμπιστοσύνης με τους προμηθευτές, οι οποίοι πολλές φορές στο παρελθόν επωμίστηκαν μεγάλο μέρος από τα οικονομικά προβλήματα της ιταλικής εταιρείας.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που το τελευταίο διάστημα η MV Agusta παρουσιάζει αρκετές ειδικές εκδόσεις (Lewis Hamilton Edition, Pireli Edition, SC Edition κ.τ.λ.) προσπαθώντας να αυξήσει τον τζίρο της μέσα σε αυτό το περιορισμένο περιθώριο παραγωγής μοτοσυκλετών. Όμως αυτή η ειδική έκδοση της F4 με την ονομασία Claudio, έχει μεγαλύτερη συναισθηματική αξία, παρά εμπορική για τον Giovanni Castiglioni.

Όταν βάζεις το όνομα του πατέρα σου πάνω σε μια μοτοσυκλέτα, όλα τα υπόλοιπα έρχονται σε δεύτερη μοίρα.

Ειδικά όταν ο πατέρας σου λέγεται Claudio Castiglioni, έχει ιδρύσει την Cagiva και μέσω αυτής ανάστησε την Ducati και την MV Agusta, χαρίζοντας στον κόσμο δύο από τις ομορφότερες μοτοσυκλέτες όλων των εποχών δια χειρός Massimo Tamburini. Κάθε Ducati 916 και κάθε MV Agusta F4 είναι μέρος τις ιστορίας της ιταλικής βιομηχανίας μοτοσυκλετών και όχι απλά βιομηχανικά προϊόντα.

Αυτή είναι η δεύτερη F4 που έχει πάνω της το όνομα του Claudio Castiglioni, καθώς το 2003 είχε κατασκευαστεί η CC των 110.000€, όταν ακόμα ήταν στην ζωή ο Massino Tamburini και ο Claudio Castiglioni. Όπως και τότε, έτσι και τώρα η F4 με το όνομα του ιδρυτή της Cagiva έρχεται στο τέλος του κύκλου ζωής της F4.

Η μοναδικότητα αυτής της F4 είναι ότι έχει πάνω στο ρεζερβουάρ της το Ελεφαντάκι της Cagiva, κάτι που μόνο ο Giovanni και ελάχιστοι πιστοί φίλοι των ιταλικών μοτοσυκλετών καταλαβαίνουν την συναισθηματική αξία του.

Κατά τα άλλα, η νέα F4 Claudio βασίζεται στα μηχανικά μέρη της ημι-αγωνιστικής έκδοσης RC, με την οποία συμμετείχε η MV Agusta στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SBK. Έχει δηλαδή τον κινητήρα με τις μπιέλες τιτανίου, τους εκκεντροφόρους με την ειδική αντιτριβηκή σκλήρυνση (DLC) και “γυαλισμένους στο χέρι” αυλούς εισαγωγής από τους ανθρώπους του αγωνιστικού τμήματος Reparto Corce. Σε αυτόν τον κινητήρα ο κόφτης έχει ανέβει στις 14.200 στροφές. Με την νορμάλ εξάτμιση αποδίδει 204 ίππους, όμως μαζί με την μοτοσυκλέτα η MV Agusta δίνει μια ολόκληρη εξάτμιση τιτανίου της SC και η ιπποδύναμη ανεβαίνει στους 212 ίππους στις 13.250 στροφές με την ροπή στα 11,7kg/m.

Μοναδικά στοιχεία σε αυτή την F4 που δεν υπάρχουν σε καμία άλλη έκδοση, είναι οι ζάντες από Carbon και οι βίδες τιτανίου στο φαίρινγκ, επίσης κατασκευασμένο εξολοκλήρου από Carbon. Το βάρος της μοτοσυκλέτας με πλήρη εξοπλισμό δρόμου είναι 183 κιλά και με την τοποθέτηση της εξάτμισης τιτανίου καταβαίνει στα 175 κιλά.

Οι αναρτήσεις είναι της Ohlins (NiX30 πιρούνι διαμέτρου 43mm και TTX36 αμορτισέρ πίσω) και τα φρένα της Brembo (δαγκάνες Stylema και δίσκοι 320mm με T-Pins). Η τιμή φυσικά δεν έχει ανακοινωθεί, όμως αν λάβουμε υπόψη μας ότι η έκδοση RC είχε περίπου 45.000-50.000€ και η προηγούμενη CC είχε πάνω από 100.000€, τότε μάλλον δεν είναι για τις τσέπες όλων μας. Άλλωστε θα φτιαχτεί σε μόλις 100 αριθμημένα αντίτυπα…

    

NOOS: Το δεύτερο ελληνικό σκούτερ που εμφανίζεται σε κοινό!

Το πρώτο ήταν το Yum-e πριν από μερικούς μήνες στην Έκθεση Μοτοσυκλέτας
NOOS: Το δεύτερο ελληνικό σκούτερ που εμφανίζεται σε κοινό!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

8/10/2024

Στην Έκθεση Αυτοκινήτου 2024 επέλεξε ο Όμιλος Πέτρος Πετρόπουλος να αναδείξει το νέο του σκούτερ που πρωτίστως προορίζεται για επαγγελματική χρήση.

Μπορεί να έρχεται δεύτερο στη σειρά εμφάνισης στο ελληνικό κοινό και μερίδα του Τύπου να συνεχίζει να ξεχνά το πρώτο, όπως άλλωστε το ξέχασαν όλοι εκτός από στην Έκθεση Μοτοσυκλέτας όπου παρουσιάστηκε το Yum-e, ωστόσο το NOOS κρύβει την πιο μακρά πορεία σε έρευνα και εξέλιξη έχοντας κάνει ήδη εξαιρετικά πολλές δοκιμές σε εξιδεικευμένο κέντρο επιταχυνόμενης καταπόνησης.

Το NOOS είναι ένα εγχείρημα που ξεκίνησε πριν από μία επταετία από ελληνική start-up που δοκίμασε τότε την έμπρακτη υλοποίηση διαφορετικών τεχνολογιών που βρισκόντουσαν ακόμη στα σπάργανα.

Πριν από δύο χρόνια η ελληνική αυτή start-up εντάχθηκε στην ομπρέλα του Ομίλου Πέτρος Πετρόπουλος με μία επένδυση για την ανάπτυξη οχημάτων στην Ελλάδα, προχωρώντας σε πλήρη αναδιάρθρωση του σχεδίου, έχοντας πλέον την ευχέρεια μίας γενναίας χρηματοδότησης.

Έπειτα από δοκιμές είχαν ήδη καταλήξει ανάμεσα σε δύο συστοιχίες μπαταριών, των εταιριών LG και Samsung επιλέγοντας τελικά την δεύτερη ως βασικό προμηθευτή εξαιτίας του καλύτερου ελέγχου αποφόρτισης και της χωρητικότητας που προσφέρουν τα στοιχεία τους.

https://www.motomag.gr/news/nea-montela-epikairotita/yum-e-proto-elliniko-skoyter-paragogis-paroysiastike-stin-ekthesi

Έχοντας έναν επώνυμο προμηθευτή για το πλέον νευραλγικό σύστημα του νέου σκούτερ, η πορεία προς την δημιουργία μίας αμιγούς ελληνικής λύσης για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της τελικής μεταφοράς καθώς και σε ιδιώτες που χρειάζονται μία ευέλικτη λύση για αυστηρά αστική μετακίνηση, είχε πλέον έναν μονάχα σκόπελο.

Δεν είναι ευρέως γνωστό αλλά στον τομέα των hub-steering κινητήρων υπάρχει μία πολύ αξιόλογη λύση από την Bosch και έπειτα τα χάος. Η hub-steering λύση είναι εξαιρετική για τα πολύ ελαφρά σκούτερ μικρών αποστάσεων όπως το NOOS και αποτελεί πρόβλημα όταν αρχίζει να χρησιμοποιείται σε πιο μεγάλες κατασκευές, όπως έχουμε τονίσει εδώ.

Έχοντας μιλήσει πριν από έξι χρόνια με την Bosch που τότε σχεδίαζε την OEM προμήθεια του νέου τους κινητήρα, ενσωματωμένου στον πίσω τροχό, το όραμά τους ήταν να βοηθήσουν στην δημιουργία νέων ευρωπαϊκών οχημάτων μικροκινητικότητας. Στην πορεία όμως κατέληξαν να έχουν δώσει αυτό τον κινητήρα σε πληθώρα κατασκευαστών με μοντέλα που απέτυχαν να σημειώσουν εμπορική επιτυχία σε διάφορες γωνιές του πλανήτη. Για αυτό και τα τελευταία χρόνια αναθεώρησαν την στάση τους επιλέγοντας πολύ προσεκτικά το πελατολόγιο τους για να προστατέψουν την επένδυση που έχουν κάνει στην γραμμή παραγωγής τους.

NOOS: Το δεύτερο ελληνικό σκούτερ που εμφανίζεται σε κοινό!

Το γεγονός λοιπόν πως το NOOS πέρασε από την δύσκολη αυτή διαδικασία της επιλογής και εγκρίθηκε από την Bosch, είναι μία πρώτη επιτυχία για την ελληνική ομάδα. Σημαίνει πως οι Γερμανοί έχουν ήδη ελέγξει κάθε πτυχή του ελληνικού σκούτερ και έχουν ζητήσει αλλαγές ή εξηγήσεις πριν δώσουν την έγκρισή τους. Αν έκαιγε βενζίνη και προμηθευόταν κινητήρα κανείς OEM προμηθευτής δεν θα έμπαινε σε αυτή τη διαδικασία.

Το νέο ελληνικό σκούτερ θα έχει δύο εκδόσεις ώστε να οδηγείται με δίπλωμα αυτοκινήτου με τελική έως 45χαω και μία δεύτερη έκδοση που θα φτάνει τα 80χαω.

Η απόδοση θα αλλάζει στις δύο αυτές εκδόσεις και θα κυμαίνεται από 3 έως 5kW, δηλαδή από 4 έως 6,7 ίππους και η αυτονομία τους θα είναι από 60χλμ έως τα 120.

NOOS: Το δεύτερο ελληνικό σκούτερ που εμφανίζεται σε κοινό!

Η βαφή των πλαστικών στις τελικές εκδόσεις θα διαφέρει από τα πρωτότυπα που εκτίθενται τώρα στο κοινό με το χρώμα να είναι ενσωματομένο στην θερμική διαμόρφωσή τους που σημαίνει πως και οι πιο βαθιές χαρακιές δεν θα το επηρεάζουν, ενώ έχει γίνει μελέτη κόστους επισκευής μετά από πτώση κατά τον σχεδιασμό.

NOOS: Το δεύτερο ελληνικό σκούτερ που εμφανίζεται σε κοινό!

Από την στατική παρατήρηση προκύπτει πως η εργονομία θέσης οδήγησης είναι εξαιρετική με το τιμόνι να έρχεται στο σωστό ύψος και να δημιουργεί πολύ ικανοποιητικό μοχλό στην καθημερινή μετακίνηση ενώ έχει προβλεφθεί η σχεδίαση ώστε να ευνοεί την μεταφορά τόσο εμπρός, στον χώρο πάνω από την μπαταρία, όσο και κάτω από τη σέλα αλλά και πίσω στην σχάρα όπου μπορεί να τοποθετηθεί και το αντίστοιχο κουτί των εταιρειών που θα το επιλέξουν.

Η σέλα δεν είναι ενιαία και η πίσω αφαιρείται εύκολα και άμεσα ώστε να τοποθετείται κουτί μεταφοράς:

NOOS: Το δεύτερο ελληνικό σκούτερ που εμφανίζεται σε κοινό!