QJ Motor COV 125: Στην Ελλάδα το νέο μικρό κινέζικο motard με τιμή κάτω από 3.000 ευρώ
Ήρθε στην χώρα μας, με απόδοση 15 ίππους στα 129 κιλά
Από τον
Παύλο Καρατζά
14/11/2025
Η QJ Motor φέρνει μία νέα motard μοτοσυκλέτα που αποδίδει 15 ίππους, οδηγείται με δίπλωμα A1 και έχει τιμή απόκτησης, κάτω από 3.000 ευρώ.
Η COV 125 φέρει έναν υγρόψυκτο κινητήρα 124,8 κυβικών εκατοστών που αποδίδει 15 ίππους στις 9.500 σ.α.λ. και 1,23 kg.m ροπής στις 7.000 σ.α.λ. και συνδυάζεται με 6τάχυτο κιβώτιο ταχυτήτων.
Στις αναρτήσεις, μπροστά βρίσκουμε ένα ανεστραμμένο πιρούνι διαμέτρου 43 mm και διαδρομής 225 mm και πίσω ένα monoshock αμορτισέρ με ρύθμιση προφόρτισης.
Οι τροχοί είναι φυσικά 17 ιντσών τόσο μπροστά, όσο και πίσω, το ύψος της σέλας είναι στα 885 mm και το βάρος της μοτοσυκλέτας είναι 129 κιλά, με γεμάτο το ρεζερβουάρ των 8 λίτρων.
Όσον αφορά το σύστημα πέδησης, η μοτοσυκλέτα φέρει δίσκο 320 mm με διπίστονη δαγκάνα μπροστά και δίσκο 220 mm με μονοπίστονη δαγκάνα πίσω.
Η COV 125 είναι εξοπλισμένη με LED φώτα, δικάναλο ABS και LCD Οθόνη.
Η μοτοσυκλέτα είναι διαθέσιμη σε δύο χρώματα, κόκκινο και λευκό και η τιμή της έχει οριστεί στα 2.895 ευρώ.
Νέο entry-level μοντέλο με δικύλινδρο σε σειρά, βασισμένο στην Aprilia RS457
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
1/8/2025
Η Moto Guzzi ετοιμάζει το μεγαλύτερο τεχνολογικό άλμα εκτός παράδοσης εδώ και δεκαετίες. Αντί για τον κλασικό εγκάρσια τοποθετημένο V2, η νέα της μικρή μοτοσυκλέτα θα χρησιμοποιεί δικύλινδρο σε σειρά 457 κ.εκ., προερχόμενο από την Aprilia, με στόχο την παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα την Ασιατική
Το καλοκαίρι του 2023 η Aprilia παρουσίασε την RS457, εξοπλισμένη με νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Το μοτέρ αυτό γρήγορα έγινε η βάση για ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, την RS457, την Tuono 457 και σύντομα την Tuareg 457. Όλα παράγονται στο εργοστάσιο της Piaggio στην Ινδία, διασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος και άμεση πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.
Η Moto Guzzi, μέλος του ίδιου ομίλου (Piaggio) από το 2004, αποφάσισε να υιοθετήσει τον κινητήρα, φέρνοντας για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα έναν δικύλινδρο σε σειρά σε μοντέλο παραγωγής της. Αν και η Guzzi είχε φτιάξει εν σειρά κινητήρες τη δεκαετία του ’30, αυτοί περιορίζονταν σε αγωνιστικές εφαρμογές. Από το 1967 και μετά, η εταιρική ταυτότητα της, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εγκάρσιο αερόψυκτο V2. Η εισαγωγή της υδρόψυξης με το V100 Mandello ήταν ήδη μεγάλο βήμα αλλά η εγκατάλειψη του V2 αποτελεί πραγματική επανάσταση.
Η νέα naked της Guzzi θα μοιράζεται τον κινητήρα και ορισμένα περιφερειακά με την Tuono 457, αλλά θα έχει ολοκληρωτικά δική της αρχιτεκτονική στηριζόμενη σε σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο αντί για αλουμινίου, με στόχο να προσδώσει διαφορετική γεωμετρία αναβάτη για μια πιο άνετη θέση οδήγησης αλλά και μια μια πιο παραδοσιακή σχεδίαση ρεζερβουάρ και φωτιστικών σωμάτων.
Η κατηγορία 350-500 κ.εκ. αναπτύσσεται ραγδαία, ιδιαίτερα στην Ασία. Για μικρές εταιρείες όπως η Guzzi (15.000 μονάδες ετησίως), η διείσδυση σε αυτές τις αγορές είναι ζήτημα επιβίωσης. Η παραγωγή στην Ινδία, όπως ήδη γίνεται με την Aprilia, ανοίγει τον δρόμο για οικονομικά προσιτά μοντέλα που θα μπορούν να πωλούνται τόσο σε Ασία όσο και σε Ευρώπη.
Παράλληλα, η Moto Guzzi ακολουθεί το παράδειγμα άλλων κατασκευαστών: KTM- Bajaj, Triumph-Bajaj και εργοστάσια στην Ταϊλάνδη, BMW-TVS. Όλοι προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε μικρότερες και πιο οικονομικές μοτοσυκλέτες για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς σε χώρες με εκρηκτική ζήτηση.
Αν και είχε ακουστεί ότι η Guzzi θα επαναφέρει το όνομα “Eldorado”, αυτό φαίνεται απίθανο, καθώς ιστορικά αφορούσε μεγάλες cruiser. Μια πιο ταιριαστή επιλογή θα ήταν ίσως το “Airone”, το πρώτο μεταπολεμικό Guzzi μαζικής παραγωγής που έφερε την ελευθερία ταξιδιού σε χιλιάδες αναβάτες, ακριβώς όπως στοχεύει να κάνει και η νέα, μικρή Moto Guzzi.