Yamaha Tracer 300: «Αν ο κόσμος το ζητήσει θα το φτιάξουμε»
Επιβεβαίωση στον Ιταλικό τύπο
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
20/8/2020
Μιλώντας στο νούμερο ένα ιταλικό περιοδικό, ο κ.Fabrizio Corsi, διευθυντής επικοινωνίας της Yamaha Ιταλίας, σχολίασε μεταξύ άλλων και την πρόθεση της Yamaha να παρουσιάσει μικρότερες εκδόσεις του Tenere ή του Tracer, λέγοντας χαρακτηριστικά πως κατασκευαστές όπως η BMW και η KTM έχουν δώσει νέα ώθηση στην κατηγορία με τα δικά τους μοντέλα και πως αν ο κόσμος ζητήσει κάτι τέτοιο από την Yamaha, τότε εκείνη θα το κάνει.
Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ κάτι σημαντικό. Όταν ο διευθυντής επικοινωνίας της Yamaha Ιταλίας, μίας χώρας δηλαδή που από μόνη της μπορεί να αντλήσει δύο – τρεις ή τέσσερις χιλιάδες Tracer/Tenere 300 μόλις αυτά εμφανιστούν, κάνει τέτοιες δηλώσεις σε ένα μέσο με κύρος, τότε αυτό γίνεται για να μετρήσει τις αντιδράσεις. Δεν είναι μία κουβέντα που ειπώθηκε κάπου στα πεταχτά ή πέρασε σε κάποιο τρίτο site και έφυγε. Πρόκειται για απάντηση σε ευθεία ερώτηση στο νούμερο ένα περιοδικό της Ιταλίας, απόσπασμα της οποίας υπάρχει και στο site τους, με όλη την συνέντευξη να είναι επικεντρωμένη σε περισσότερα μοντέλα μικρότερου κυβισμού.
Αυτό σημαίνει πως ο κ.Corsi μίλησε για Tenere 300 ή Tracer 300 θέλοντας να μετρήσει ακριβώς αυτές τις αντιδράσεις για τις οποίες έκανε λόγο.
Καταρχήν να ξεκαθαρίσουμε πως η φωτογραφία που βλέπουμε είναι ένα -αρκετά όμορφο- Tracer 250 που αποτελεί δημιουργία του ασιάτη Huzni8. Πρόκειται για ένα Yamaha YZF-R3 (στην ασιατική έκδοση προφανώς) στο οποίο ο ιδιοκτήτης έβαλε αναρτήσεις με μεγαλύτερη διαδρομή, τοποθέτησε φαρδύ τιμόνι και έκοψε το φαίριγνκ βάζοντας και ψηλότερη ζελατίνα. Κοιτώντας το υπό-συγκεκριμένες γωνίες, πράγματι έφτιαξε μία πολύ καλή εκδοχή ενός Tracer 250. Κι αυτό εμπνευσμένος από την φημολογία που υπάρχει στις ασιατικές αγορές για την έλευση ενός MT-25 Tracer έχοντας μάλιστα ξεκινήσει από το 2019 να μιλούν για Tracer 155.
Η ασιατική αγορά κινείται -εδώ και χρόνια- με φρενήρεις ρυθμούς, πολύ πιο γρήγορα από αυτό που θα ήθελαν οι κατασκευαστές καθώς ανατρέπεται ο προγραμματισμός τους ή πρέπει να προτρέχουν πολλά χρόνια μπροστά, καθώς τα νέα μοντέλα απαιτούν εξέλιξη ακόμη κι όταν βασίζονται σε υπάρχοντες κινητήρες και πλαίσια. Μέχρι και πριν από τέσσερα χρόνια η Ευρώπη δεν είχε την ζήτηση που απαιτούνταν για να καλύψει από μόνη της την δημιουργία ενός νέου μοντέλου, αυτό όμως αλλάζει. Ή καλύτερα έχει ήδη αλλάξει γενικά στην Ευρώπη και ακόμη περισσότερο στην χώρα μας που εδώ και καιρό οι μικρές Adventure έχουν τεράστια ζήτηση με τις κινέζικης κατασκευής μοτοσυκλέτες, να κάνουν την διαφορά στα νούμερα της αγοράς.
Αυτό επισημαίνει και ο Fabrizio Corsi, πως δεν υπάρχει ένας βασικός αντίπαλος σε αυτή την κατηγορία, ούτε δύο και τρεις, αλλά τόσο για τα 125 όσο και για τα 300 ο ανταγωνισμός περιλαμβάνει πλέον τους πάντες.
Η Yamaha έχει μία πολύ δυνατή παρουσία στα 125 και 300 στην σειρά MT και ήδη έχει παρουσιάσει και retro έκδοση στο Tokyo Motor Show στα πλαίσια της σειράς XSR. Οπότε έτσι κι αλλιώς μεγαλώνει την γκάμα της στις μικρές κατηγορίες. Το θέμα είναι αν έπρεπε ήδη να έχει ένα τέτοιο μοντέλο, έχοντας χάσει το τρένο της εξέλιξης, μπαίνοντας τελευταία στην μάχη της κατηγορίας. Σε άλλο σημείο ο διευθυντής επικοινωνίας της Yamaha εξηγεί πως αυτό είναι ένα ζήτημα, διότι αφήνεις να εδραιωθούν ανταγωνιστές και να έχεις μετά πρόσθετο βάρος στην επικράτηση ενός νέου μοντέλου.
Είναι επίσης ζήτημα για την Yamaha αν πρέπει να μιλάμε για Tenere ή Tracer 300. Επικοινωνιακά και ως μέτρηση αντιδράσεων στον ψηφιακό κόσμο, ένα Tenere 300 δείχνει να έχει περισσότερη απήχηση, στην πράξη όμως ο κόσμος θα αγόραζε πιο εύκολα ένα Tracer 300. Η αγορά δεν επηρεάζεται πρακτικά από τα σχόλια που βλέπει ψηφιακά. Επίσης ένα Tracer 300 είναι πολύ πιο εύκολο να βγει στην παραγωγή με δεδομένο πως ταιριάζει και περισσότερο στις ασιατικές αγορές και είναι πιο προσιτό στους νέους που έχουν μικρή εμπειρία στο χώμα και θέλουν μία Α2 μοτοσυκλέτα με όρθια θέση οδήγησης και ίσως περισσότερο όγκο.
Ο κ.Corsi έκανε λόγο και για τα ηλεκτρονικά βοηθήματα ή καλύτερα για την έλλειψη αυτών και κατά πόσο είναι σωστό να μην έχουν τα μικρότερα MT, ιδιαίτερα από την στιγμή που απευθύνονται σε νεαρούς αναβάτες. Ο κ.Corsi υπενθύμισε τότε πως ούτε και η μεσαία σειρά έχει, ούτε και το Tenere έχει traction control και επανέλαβε κάτι που έχουμε που λέμε συχνά στο περιοδικό, πως ο νέος οδηγός θα πρέπει να μάθει να οδηγεί χωρίς αυτά και μετά να ξεκινήσει να τα βάζει στην ζωή του. Αυτό είναι σωστό, αλλά όταν μιλάμε για κλειστό κι ασφαλές περιβάλλον, στους δίχως πρόσφυση ελληνικούς δρόμους και με οδηγούς που παραβιάζουν φανάρια, STOP, διασταυρώσεις και διπλές γραμμές, τα δεδομένα αλλάζουν… σε κάθε περίπτωση βέβαια, το ABS είναι εκεί και πλέον δουλεύει σωστά και στις μικρού κυβισμού μοτοσυκλέτες.
Μετρώντας τις αντιδράσεις του κόσμου μέσα από συγκεκριμένα κανάλια επικοινωνίας με κύρος, σε σημαντικές αγορές όπως η Ιταλία, η Yamaha υπολογίζει τις δυνατότητες και καθορίζει τις μελλοντικές κινήσεις. Ανάμεσα στους Ιάπωνες κατασκευαστές, η Yamaha είναι η μόνη εταιρεία που αφουγκράζεται την Ευρωπαϊκή αγορά σε τέτοιο βαθμό δίνοντας βαρύτητα στην άποψη του κόσμου. Η Suzuki για παράδειγμα δεν ακούει τίποτα, δεν την νοιάζει τίποτα πέρα από τα νούμερα πωλήσεων που κάνει στην Ασία. Μιλώντας πολλά χρόνια πριν με σημαντικό στέλεχος της Honda στην Ιαπωνία, μου είπε πως η Honda δεν θα σταματήσει να δίνει βαρύτητα στην εξέλιξη νέων μοντέλων για την Ευρώπη, έναντι των πολλών περισσότερων αριθμών πωλήσεων που σημειώνει στις ασιατικές αγορές. Στην πράξη όμως υπάρχουν φορές που κι αυτοί δεν ακούν ακούν κανένα αλλά ακολουθούν μία άλλη πολιτική κάνοντας εκείνο που πιστεύουν πως θα αρέσει μόνο όταν το δουν και μερικές από αυτές τις φορές τους βγαίνει σε καλό, όπως με το X-Adv. Άλλες είναι αποτυχία, όπως με τα Vultus και DN-01. Η εξέλιξη ενός μοντέλου που πουλά περισσότερο στην Ευρώπη παρά στην Ασία αποφέρει πολύ μικρότερο κέρδος από το αντίστροφο και ο δικός μας φόβος είναι πάντα να μην κλείσει η ποιοτική ψαλίδα, όσο ανοίγει διάπλατα η αριθμητική. Η Kawasaki επίσης κοιτά τα νούμερα αλλά ταυτόχρονα ακολουθεί την δική της πορεία στην εξέλιξη της γκάμας και δυστυχώς κοιτά περισσότερο τι κάνει η Suzuki, παρά οι υπόλοιποι… Και η Suzuki δεν κάνει τίποτα σημαντικό για την γκάμα της στην Ευρώπη. Η Yamaha από την άλλη έχει δείξει έμπρακτα και με το Tenere 700 πως ακούει τον κόσμο, όταν πήρε πίσω το πρώτο σχέδιο και το έφτιαξε από την αρχή! Κι αυτή είναι άλλη μία φορά που ετοιμάζεται να το κάνει πράξη: «Αν υπάρξει ζήτηση, είμαστε έτοιμοι να την καλύψουμε».
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.