Michelin MotoGP - Προεπισκόπηση του GP της Αυστραλίας
Επιστροφή στο Phillip Island μετά το 2019
Από τον
Κώστα Γκαζή
12/10/2022
Στον προτελευταίο αγώνα που θα διεξαχθεί σε Ασία και Ωκεανία για το 2022, η Michelin και οι υπόλοιπες ομάδες του MotoGP θα βρεθούν στο Phillip Island, στην πολιτεία της Βικτώριας, για το τον αγώνα Animoca Brands Australian Motorcycle Grand Prix.
Ακολουθεί το δελτίο τύπου της Michelin:
"Η πίστα του Phillip Island βρίσκεται 90 λεπτά νότια της Μελβούρνης, έχει μήκος 4.4 χιλιόμετρα ,βρίσκεται πάνω από τους λόφους της περιοχής Bass Strait– το τμήμα της θάλασσας που χωρίζει την Τασμάνια από την πολιτεία Βικτώρια της Αυστραλίας – και αποτελεί μία από τις πιο εκπληκτικές και απαιτητικές πίστες στο ετήσιο ημερολόγιο των αγώνων MotoGP.
Η φορά της πίστας είναι αριστερόστροφη και περιλαμβάνει επτά αριστερές και πέντε δεξιές στροφές και βάζει τα ελαστικά κάτω από μεγάλη πίεση, ενώ επιπλέον απαιτείται ιδιαίτερος έλεγχος στη θερμοκρασία που αναπτύσσουν τα ελαστικά, λόγω της υψηλής πρόσφυσης της ασφάλτου. Βασικό παράγοντα για τη συγκεκριμένη πίστα αποτελεί η άμεση άνοδος της θερμοκρασίας των ελαστικών στο επιθυμητό επίπεδο λειτουργίας, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών που επικρατούν αυτή την εποχή στην πίστα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην απότομη πτώση της θερμοκρασίας στις άκρες του πέλματος του ελαστικού.
Για τον λόγο αυτό, η Michelin έχει σχεδιάσει μια εξειδικευμένη γκάμα ελαστικών, ειδικά για τη συγκεκριμένη πίστα. Τα συγκεκριμένα ελαστικά MICHELIN Power Slick χαρακτηρίζονται ως ελαστικά του Phillip Island, διότι πληρούν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά της πίστας και θα δώσουν στους οδηγούς την εμπιστοσύνη που χρειάζονται για να πιέσουν τα όριά τους. Θα είναι διαθέσιμα σε μαλακό, μεσαίο και σκληρό μείγμα γόμας και για τους δυο τροχούς, όλα ασύμμετρης σχεδίασης –μία από τις τρεις φορές που παρουσιάζεται αυτή η ιδιαιτερότητα σε όλη τη σεζόν, όπως στο Sachsenring και τη Valencia– όπου τα ελαστικά φέρουν πιο σκληρό μείγμα γόμας στην αριστερή πλευρά του πέλματος, για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις που υπάρχουν στις άκρες των ελαστικών.
Λόγω της εποχής –είναι Άνοιξη στην Αυστραλία- και της τοποθεσίας της πίστας που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, υπάρχει η πιθανότητα να προκύψουν άνεμοι και βροχές στην πίστα του Phillip Island. Συνεπώς, θα υπάρχουν διαθέσιμα τα ειδικά σχεδιασμένα για τη συγκεκριμένη πίστα ελαστικά MICHELIN Power Rain. Θα είναι διαθέσιμα σε μαλακό και μεσαίο μείγμα γόμας– τα μπροστινά θα είναι συμμετρική σχεδίασης, τα δε πίσω ελαστικά θα είναι ασύμμετρης σχεδίασης με σκληρότερο μείγμα γόμας στην αριστερή πλευρά του πέλματος, όπως τα πίσω slicks.
Σχολιάζοντας τον αγώνα, ο Piero Taramasso, Διευθυντής Michelin Two Wheel Motorsport, δήλωσε: «Την τελευταία φορά που αγωνιστήκαμε εδώ ήταν το 2019 και εκείνη την εποχή δοκιμάσαμε το νέο μας πίσω Slick ελαστικό, που φέραμε και για το συγκεκριμένο αγώνα. Ο συγκεκριμένος αγώνας είναι πολύ σημαντικός για τη Michelin, καθώς η πίστα του Phillip Island βάζει κάτω από σκληρή δοκιμασία τα ελαστικά απαιτώντας ιδιαίτερη πρόσφυση, ανθεκτικότητα και σταθερές επιδόσεις σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Θα είναι διαθέσιμη μια ξεχωριστή γκάμα ελαστικών, ώστε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης πίστας, παρέχοντας εξαιρετικές επιδόσεις σε όλες τις καιρικές συνθήκες που μπορεί να επικρατούν στην περιοχή λόγω της τοποθεσίας. Αν και αυτή είναι η πρώτη μας επίσκεψη εδώ με την τελευταία μας κατασκευή πίσω ελαστικών, αυτά τα ελαστικά έχουν αποδείξει το ρυθμό και την αντοχή τους σε άλλες πίστες στο ημερολόγιο αγώνων MotoGP, οπότε δεν έχω καμία αμφιβολία θα τονώσουν την εμπιστοσύνη των οδηγών για να μπορέσουν να πιέσουν στα όριά τους και είμαστε αποφασισμένοι να παίξουμε το δικό μας ρόλο ώστε να δώσουμε ένα συναρπαστικό αγώνα».
Η έναρξη των αγώνων θα γίνει την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου με τα δυο σκέλη των ελεύθερων δοκιμών. Περισσότερες δοκιμές θα διεξαχθούν την επόμενη ημέρα πριν ξεκινήσουν οι κατατακτήριες του απογεύματος που θα καθορίσουν τη θέση των αναβατών στη σχάρα της εκκίνησης. Ο αγώνας των 27 γύρων έχει προγραμματιστεί να γίνει στις 14:00 το μεσημέρι (τοπική ώρα) την Κυριακή 16 Οκτωβρίου."
MotoGP: Η αλλαγή ηγεσίας της Honda HRC αντανακλά μια άγονη πενταετία
Ο πρόεδρος απέτυχε, ζήτω ο νέος πρόεδρος. Ή μήπως όχι;
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
8/10/2026
Η αποφράδα μέρα του 2020 που ο Marc Marquez έσπασε το χέρι του στη Jerez αναδείχθηκε ως εξαιρετικά σημαντικό σημείο καμπής για τη Honda, η οποία βρέθηκε απότομα από την κορυφή στην αφάνεια έχοντας χάσει όχι μόνο τον σπουδαίο πρωταθλητή της, αλλά ίσως και τον προσανατολισμό της στην εξέλιξη της RC213V.
Η κάθετη πτώση στην ανταγωνιστικότητα των εργοστασιακών Honda εν τη απουσία του Marquez, ειδικά όταν προηγουμένως ο απίθανος Ισπανός είχε κατακτήσει έξι από τους επτά τίτλους της περιόδου 2013-2019 (εξαίρεση το 2015 και το πρωτάθλημα του Jorge Lorenzo με τη Yamaha), οπωσδήποτε δεν έκατσε καλά στα διοικητικά συμβούλια της Honda στην Ιαπωνία.
Έκτοτε οι Ιάπωνες ψάχνουν ξανά τον δρόμο των επιτυχιών, έχοντας συνηθίσει να βρίσκονται σταθερά στον αφρό για τρεις συναπτές δεκαετίες, με αφετηρία τον πρώτο τίτλο στην κορυφαία κατηγορία το 1983 με τον Freddie Spencer.
Valentino Rossi
Για την ακρίβεια, όταν ο Valentino Rossi άφησε τη Honda για τη Yamaha το 2004, διακόπηκε ένα δυνατό σερί τίτλων που είχε χτιστεί από μια σειρά σπουδαίων πρωταθλητών. Από τα τέσσερα πρωταθλήματα της Honda τη δεκαετία του 1980 στα μαγικά χέρια των Freddie Spencer (1983, 1985), Wayne Gardner (1987) και Eddie Lawson (1989), τα πέντε συνεχόμενα του Mick Doohan (1994-1998) και το ένα και μοναδικό του Alex Criville (1999) που ακολούθησαν, η πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας έφερε φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του Valentino Rossi.
Ο Ιταλός ήρθε στην εργοστασιακή Honda το 2000 και μπήκε στο προσκήνιο σε μια ιστορικά σημαδιακή εποχή: στην περίοδο των τριών σερί πρωταθλημάτων που πήρε με τη Honda από το 2001 ως και το 2003, ήταν αυτός που πήρε το τελευταίο με δίχρονο NSR500 το 2001 και το πρώτο με τετράχρονο RC211V το 2002.
Από τη στιγμή ωστόσο που ο Rossi άφησε την RC211V για μια Yamaha YZR-M1 και κατέκτησε μαζί της τον τίτλο το 2004, η Honda κατάφερε μόλις ένα πρωτάθλημα ακόμη στη δεκαετία αυτή, με τον αείμνηστο Nicky Hayden το 2006.
Casey Stoner
Ενόσω ο Casey Stoner έγραφε ιστορία με τον πρώτο τίτλο MotoGP της Ducati το 2007 και το δίδυμο των Rossi και Lorenzo συνέχιζε να χαρίζει πρωτιές στη Yamaha (2008-2010), η Honda έψαχνε τον τρόπο να επιστρέψει στην κορυφή, εκεί που είχαν αποτύχει πολλοί αναβάτες όπως οι Sete Gibernau και Max Biaggi.
Για να το καταφέρει χρειάστηκε να καταφύγει σε δραστικά μέτρα και η δεκαετία του 2010 έφερε ηχηρές ανατροπές στην παράδοση του HRC. Πρώτη και σημαντικότερη ήταν η έλευση του Livio Suppo το 2010, με τον Ιταλό να αναλαμβάνει την αναζωογόνηση του HRC σε όλα τα επίπεδα. Ίσως η αποτελεσματικότερη κίνησή του ήταν η άφιξη του Casey Stoner το 2011 στην εργοστασιακή ομάδα, αλλά ο τίτλος που κατέκτησε εκείνη τη χρονιά με τη Honda χρειάστηκε και άλλες παρεμβάσεις στο παρασκήνιο.
Η Honda ήδη από το 2009 είχε πάρει τη δύσκολη απόφαση να αφήσει τις αναρτήσεις της Showa για Öhlins, εγκαταλείποντας δηλαδή μια ιαπωνική εταιρεία, στην οποία μάλιστα κατέχει μερίδιο μετοχών, για μια ευρωπαϊκή.
Livio Suppo
Στο μεταξύ, ήδη από την πρώτη χρονιά του Suppo το HRC είχε “κλέψει” από τη Yamaha τρεις Ιταλούς τεχνικούς ηλεκτρονικών που δούλευαν στην ομάδα του Lorenzo. Οι Carlo Luzzi, Andrea Zugna και Cristian Battaglia είχαν δηλώσει τότε σε ιταλικό περιοδικό πως άφησαν τη Yamaha διότι η πρόταση που τους έκανε η Honda ήταν τόσο πλουσιοπάροχη που “δεν μπορείς να πεις όχι”.
Η Honda είχε αποφασίσει να τα ρίξει όλα στο τραπέζι προκειμένου να επανέλθει στην κορυφή και όλες της οι κινήσεις ήταν τόσο ακριβές και ανατρεπτικές, όσο και πετυχημένες. Στο ίδιο μοτίβο άλλωστε λίγα χρόνια αργότερα, το 2016, εγκατέλειψε και τα δικά της ηλεκτρονικά, που φτιάχνονταν στην Ιαπωνία από την ίδια ομάδα που έστηνε τα ηλεκτρονικά της ομάδας Formula 1, για να φορέσει Magneti Marelli – αν και εδώ έπαιξαν ρόλο και αλλαγές στους κανονισμούς του MotoGP.
Το πείραμα Suppo πέτυχε, o Stoner έφερε ξανά τίτλο στη Honda, αλλά στη συνέχεια χάθηκε σταδιακά από το προσκήνιο εξαιτίας της μυστηριώδους αρρώστιας που του προκαλούσε εξάντληση και τελικώς οδήγησε το πρόωρο τέλος της αγωνιστικής του καριέρας.
Στο μεταξύ, με διάλλειμα τον προτελευταίο τίτλο του Lorenzo το 2012, η άφιξη του θαυματουργού Marc Marquez το 2013 ξανάβαλε τη Honda στη λαμπερή κορυφή σαρώνοντας τα πάντα στον διάβα του, τουλάχιστον ως τη 19η Ιουλίου 2020 και το μοιραίο συμβάν της Jerez.
Marc Marquez
Στο στείρο διάστημα που ακολούθησε οι ιθύνοντες του HRC αντιλήφθηκαν πως θα χρειαζόταν ξανά ένα σοκ στον οργανισμό για να ξαναμπεί στην ποθητή πορεία και αυτό έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο όταν η επιστροφή του Marc Marquez στη δράση χτύπησε σε τοίχο εξαιτίας της μοτοσυκλέτας τους, η οποία εν τη απουσία του πρωταθλητή της Honda, είχε χάσει την ανταγωνιστικότητά της.
Εδώ η απώλεια του Dani Pedrosa αποδείχθηκε κομβικής σημασίας, κάτι που φάνηκε πεντακάθαρα όταν ο Ισπανός πήγε ως αναβάτης δοκιμών στην ΚΤΜ και σε λιγότερο από έναν χρόνο έφτιαξε μια μοτοσυκλέτα ικανή για νίκες. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο που ο Stefan Pierer, το αφεντικό της ΚΤΜ, είχε ευχαριστήσει τότε δημοσίως τη Honda για το “λάθος” της να αφήσει ελεύθερο τον Pedrosa – ομολογουμένως με αρκετά σαρκαστική διάθεση.
Η αποτυχία του Marquez να επιστρέψει στις νίκες έφερε απότομες ανακατατάξεις στο HRC, τον περίφημο οργανισμό Honda Racing Corporation που το 2022 απέκτησε νέο τιμονιέρη. Ο Koji Watanabe ανέλαβε να οδηγήσει το HRC στις νίκες, αλλά ταυτόχρονα είχε και άλλους σημαντικούς ρόλους να επιτελέσει.
Το HRC είχε φτιαχτεί εξαρχής ως το αγωνιστικό τμήμα των μοτοσυκλετών, μα ο Watanabe ήρθε με εντολή να ενοποιήσει και τις αγωνιστικές δραστηριότητες των αυτοκινήτων σε αυτό. Ταυτόχρονα όμως, είχε δύο καυτές πατάτες στα χέρια του: την επιστροφή στις νίκες σε MotoGP και WSBK, όπου η Honda πια αποτύγχανε με ανησυχητική συνέπεια να διακριθεί.
Koji Watanabe
Στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, η επιτυχία στο MotoGP δεν ήρθε. Η μοτοσυκλέτα της Honda παρέμεινε λιγότερο ανταγωνιστική από τις Aprilia, Ducati και ΚΤΜ, ενώ στο διάστημα αυτό έχει να επιδείξει μόλις δύο νίκες σε κυριακάτικους αγώνες και δη με μη-εργοστασιακούς αναβάτες: Alex Rins στην COTA το 2023 και Johann Zarco στη Le Mans το 2025, όντας αμφότεροι αναβάτες της LCR Honda του Lucio Cecchinello.
Η εργοστασιακή ομάδα στην περίοδο αυτή έχει να επιδείξει ελάχιστα: 12 βάθρα σε 4 σεζόν δεν είναι ικανοποιητικός απολογισμός για το μέγεθος και την ιστορία του HRC, ενώ ακόμη και στους σύντομους αγώνες Sprint μόνο δύο νίκες ήρθαν στην πενταετία του Watanabe και – ξανά – αυτές ανήκουν σε αναβάτες της ιδιωτικής LCR, Zarco (2025) και Diogo Moreira (2026).
Σε αυτή τη στεγνή από επιτυχίες περίοδο μάλιστα ήρθε και η απώλεια της Repsol από την κεντρική χορηγία που κατείχε για πολλά χρόνια.
Η θητεία του Watanabe χαρακτηρίζεται από τη Honda και τη διοίκηση του HRC ως πετυχημένη, κυρίως όμως για την ενσωμάτωση των αυτοκινήτων στις διαδικασίες του οργανισμού. Όσον αφορά στους μοτοσυκλετιστικούς αγώνες ωστόσο, επιτυχίες ήρθαν σε άλλα πεδία (Motocross, Rally, Trial) αλλά όχι στις πίστες Ταχύτητας όπου η Honda έχει καταφέρει μόνο μικρά βήματα μπροστά, μα όχι νίκες και τίτλους.
Keiichi Yasuda
Η νέα αναδιανομή ρόλων στο HRC ξεκίνησε με την αντικατάσταση του Watanabe πριν μερικές μέρες από τον Keiichi Yasuda (επισήμως αναλαμβάνει από 1/1/2027), ο οποίος προωθήθηκε από τη θέση του αντιπροέδρου σε αυτή του προέδρου.
Πίσω από αυτή όμως τρέχουν κι άλλες εξελίξεις, καθώς ο διάδοχος του Suppo, Alberto Puig αφήνει τη θέση του ως Team Manager της Honda HRC στο MotoGP για να αναλάβει έναν ανώτερο και πιο γενικό ρόλο, επιβλέποντας και την ομάδα WSBK από το 2027, ενώ στη θέση του έρχεται ένας Ιάπωνας, ο Mikihiko Kawase.
Μια ακόμη ηχηρή μεταγραφή στο HRC είναι η προσθήκη του Davide Brivio από την Trackhouse, ο οποίος έρχεται σε ρόλο συμβούλου στον οργανισμό, έχοντας αποδείξει πλείστες όσες φορές την αξία του, καθώς το όνομά του έχει συνδεθεί με πολλές επιτυχίες με τις εργοστασιακές Yamaha (μαζί με τον Lin Jarvis θεωρείται εκ των αρχιτεκτόνων της μεταγραφής Rossi) και Suzuki (με αυτόν στο τιμόνι πήρε τίτλο ο Joan Mir το 2020) και τώρα θεωρείται ως ο άνθρωπος που ενορχήστρωσε την εξόχως ανταγωνιστική ομάδα Trackhouse Aprilia.
Τέλος, στο HRC έχει ήδη ανακοινωθεί η πρόσληψη του πρώην αρχιμηχανικού της ΚΤΜ, Kurt Trieb, σε μια κίνηση που έγινε με προφανή στόχο να ενισχυθεί η εξέλιξη της αγωνιστικής μοτοσυκλέτας.
Davide Brivio
Για τη Honda, η αλλαγή των κανονισμών με νέες μοτοσυκλέτες από το 2027 ενδεχομένως να δώσει την ευκαιρία για εξίσωση του ανταγωνισμού, μια νέα αφετηρία με το άγνωστο μπροστά είναι ό,τι ακριβώς χρειάζονται ομάδες όπως αυτές των Honda και Yamaha που τα τελευταία χρόνια πάσχιζαν να πλησιάσουν τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό.
Από την άλλη, οι αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί στο HRC θυμίζουν αρκετά το 2010 και τη στροφή που πάρθηκε για να ξανάρθουν νίκες. Είναι ο Brivio ο νέος Suppo του HRC; Τα αποτελέσματα θα το δείξουν.
Αν μη τι άλλο στην αφετηρία της νέας εποχής η Honda δείχνει να έχει στηθεί σωστά για να επανέλθει στην κορυφή. Η RC213V τα τελευταία τουλάχιστον δύο χρόνια έχει βελτιωθεί αρκετά και πάνω σε αυτή τη βάση εξελίσσεται η νέα αγωνιστική των 850 cc. Η έλευση του Fabio Quartararo είναι επίσης μια πολύ ελπιδοφόρα κίνηση, καθώς ο Γάλλος δεν έχει χάσει την ταχύτητά του στο παραμικρό – δείτε τι κάνουν οι υπόλοιπες Yamaha σε κάθε αγώνα και πόσο μπροστά τους βρίσκεται μονίμως ο πρωταθλητής του 2021.
Με μια ομάδα που συνδυάζει εμπειρία (Quartararo και Zarco) και ακατέργαστο ταλέντο (Moreira, Alonso), με τα κατάλληλα στελέχη πίσω τους μπορούν να αλλάξουν άρδην την εικόνα της Honda στο κορυφαίο παγκόσμιο πρωτάθλημα ταχύτητας στον πλανήτη, στο MotoGP.