Στην πόλη Blagoveshchensk παρέμεινα δυο μέρες. Επειδή το πόδι που είχα χτυπήσει συνέχιζε να με πονά, επισκέφθηκα το τοπικό νοσοκομείο για προληπτικούς λόγους. Σύμφωνα με την ορθοπεδικό που με εξέτασε, το φάρμακο που χρειαζόμουν ήταν ξεκούραση. Εντάξει γιατρέ μου, μια μέρα είναι αρκετή…
Σημείο αναφοράς της Blagoveshchensk αποτελούσε ο ποταμός Amur, στις όχθες του οποίου "ξεκουράζεται" από το 1856 η παραποτάμια σιβηρική πολιτεία του Far East. Ακριβώς απέναντί της απλωνόταν το αστικό ίχνος της κινέζικης πόλης Heihe, που ήταν αδελφοποιημένη πόλη με την Blagoveshchensk. Η εικόνα της Heihe που αντίκριζα από τις όχθες της Blagoveshchensk ήταν αναμφίβολα "όλα τα λεφτά". Ήμουν με το πόδι στην Ρωσία και το βλέμμα στην Κίνα… Αν εξαιρέσω πάντως τον απογευματινό περίπατο στον παραποτάμιο πεζόδρομο της Blagoveshchensk (όπου βολτάριζα παρέα με τους κατοίκους της πόλης), δεν μπορώ να ισχυριστώ πως η Blagoveshchensk με ενθουσίασε ιδιαίτερα. Ελάχιστα ήταν τα αξιοθέατα που διέθετε, ενώ κυρίαρχη ήταν η άχρωμη σοβιετική αρχιτεκτονική στην πολεοδομική "προσωπικότητα" της πόλης.
Όμως, εκτός από το πόδι μου, στην Blagoveshchensk δεν παρέλειψα να "εξετάσω" και την γαλανόλευκη BMW F650, που είχε ήδη συμπληρώσει 4.670 χιλιόμετρα από την αρχή του ταξιδιού. Τα αποτελέσματα των εξετάσεων βγήκαν εντέλει θετικά και η μοτοσυκλέτα μπορούσε να συνεχίσει απροβλημάτιστα το οδοιπορικό της στο Far East της Σιβηρίας… Ο δρόμος της επιστροφής για το Vladivostok περνούσε φυσικά (ξανά) από την Khabarovsk. Στην διαδρομή Blagoveshchensk – Khabarovsk (702 χλμ.) δεν αποχωρίστηκα διόλου τα αδιάβροχα, αφού οι καιρικές συνθήκες ήταν αρκετά άστατες, ενώ η ορατότητα σε πολλά σημεία ήταν αρκετά περιορισμένη, λόγω ομίχλης.
Το οδοιπορικό "ADV 2 Siberia" ολοκληρώθηκε και τυπικά με την άφιξή μου στο παραθαλάσσιο Vladivostok, όπου επέστρεψα μετά από 6.240 συναρπαστικά χιλιόμετρα στην απέραντη σιβηρική γη. Μπορεί για δύο μέρες η πόλη του Ειρηνικού να αποτελούσε τοπίο στην ομίχλη, αλλά αυτό δεν μ’ εμπόδισε να μεριμνήσω για την ατμοπλοϊκή επιστροφή της BMW F650 στα πάτρια εδάφη.
Και όσον αφορά την δική μου απόδραση από το Vladivostok, είχα αποφασίσει να μην επιστρέψω αμέσως στην Ελλάδα. Μετά από δυο συνεχόμενα δίτροχα οδοιπορικά στην κίτρινη ήπειρο (“Κεντρική Ασία – Στα ίχνη του Ποταγού” & “ADV 2 Siberia”), επιτακτική ήταν η ανάγκη για καλοκαιρινές διακοπές και ξεκούραση. Ναι, για λίγες μέρες ήθελα να μην καθίσω στην σέλα μιας μοτοσυκλέτας, αλλά σε μια ξαπλώστρα παραλίας. Γι’ αυτό το λόγο έκλεισα το κινητό, έβγαλα την μπαταρία από το notebook και πέταξα μακριά στην εξωτική Ινδονησία…
Το άρθρο συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό υψηλής ανάλυσης
QJMOTOR IMBROS 2026 – Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού του Κωνσταντίνου Μητσάκη
Περιλαμβάνει και τα σχόλιά του για το QJMOTOR FORT 350 EVO
Από τον
Παύλο Καρατζά
5/2/2026
Στην προηγούμενη ανταπόκριση ο Κωνσταντίνος Μητσάκης είχε περάσει τα Θεοφάνια στην Ίμβρο. Στην συνέχεια ο Έλληνας ταξιδευτής συνάντησε έναν κάτοικο του νησιού και συγκεκριμένα του χωριού Αγρίδια, που λειτουργεί μία ταβέρνα στην οποία κάθε καλοκαίρι γίνονται ελληνικά γλέντια.
Μάλιστα ο μπάρμπα-Γιώργος, όπως ονομάζεται, λέει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιστορίες και παραβάλουμε τις δηλώσεις του “Το 1965 κτίστηκαν ανοιχτές Αγροτικές Φυλακές κοντά στο χωριό Σχοινούδι και ισοβίτες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην περιοχή, τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Μέσα σε δύο χρόνια έγιναν 14 φόνοι Ίμβριων Ελλήνων που δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.
Με αφορμή τα γεγονότα του 1964 στην Κύπρο, οι τουρκικές αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στην Ίμβρο και απαγόρευσαν την ελληνική γλώσσα. Τον Σεπτέμβριο του 2013, μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ξεκίνησε να επαναλειτουργεί το Ελληνικό μειονοτικό Νηπιαγωγείο & Δημοτικό σχολείο στους Αγίους Θεοδώρους, ενώ το 2015 ξανάνοιξε το ελληνικό μειονοτικό Γυμνάσιο & Λύκειο εδώ στα Αγρίδια. Σήμερα φοιτούν συνολικά -από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο- 53 μαθητές. Είναι μια χαραμάδα αισιοδοξία για το μέλλον των Ίμβριων Ελλήνων”
Επόμενος σταθμός για τον Κωνσταντίνο Μητσάκη και το QJMOTOR FORT 350 EVO αποτέλεσαν το Σχοινούδι που ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο χωριό της Ίμβρου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φιλοξενούσε περίπου 2.000 κατοίκους. Όμως, οι ανοιχτές αγροτικές φυλακές που κτίστηκαν το 1965 κοντά στο χωριό σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για το χωριό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν σταδιακά το Σχοινούδι, το οποίο ερημώθηκε και μετατράπηκε σε χωριό φάντασμα. Ο Μητσάκης περιπλανήθηκε στο ερημωμένο χωριό, ενώ καθ’ όλη την διάρκεια της παρουσία του στο Σχοινούδι, ένα όχημα της τουρκικής εθνοφυλακής τον επιτηρούσε διακριτικά από απόσταση.
Αντίθετα, ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων (Zeytinli) εξακολουθούσε να σφύζει από ζωή και ελληνικότητα και είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Καστρί. Έπειτα ο Έλληνας αναβάτης αποχαιρέτησε την Ίμβρο και κινήθηκε προς την ηπειρωτική Τουρκία για την επιστροφή του, δηλώνοντας: “Ευτύχησα να γνωρίσω υπέροχους, καλοσυνάτους ανθρώπους, που συνεχίζουν να αντέχουν στις προκλήσεις του χρόνου και να μιλούν ακόμα ελληνικά.”
Ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια του Μητσάκη όσον αφορά το QJMOTOR FORT 350 EVO, με το οποίο διένυσε 2.500 χιλιόμετρα. Ας δούμε τι αναφέρει:
Με το νέο QJMOTOR FORT 350 EVO, η QJMOTOR πέτυχε τη χρυσή τομή ανάμεσα σε ένα GT scooter και ένα Urban scooter. Συνδυάζοντας την ευελιξία και την πρακτικότητα της πόλης με τη σταθερότητα και την άνεση του ταξιδιού, ο δίτροχος συνοδοιπόρος μου απέδειξε στα 2.500 χλμ. του «QJMOTOR IMBROS 2026» ότι μπορεί να ανταποκριθεί επάξια τόσο στις καθημερινές μετακινήσεις, όσο και στις πολύωρες διαδρομές ενός απαιτητικού οδοιπορικού.
Με 16άρη μπροστινό τροχό και 14άρη πίσω, εργονομική GT σχεδίαση, εμπρός ανάρτηση τηλεσκοπικού πιρουνιού και ιδανική ρύθμιση στα διπλά πίσω αμορτισέρ, το ασημί scooter ταξίδευε με υποδειγματική σταθερότητα και ασφάλεια στα ανοιχτά κομμάτια των αυτοκινητοδρόμων, σε ταχύτητες 110–120 χλμ. Αποδίδοντας 30 ίππους, ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας του QJMOTOR FORT 350 EVO με ενθουσίασε με την ομαλή, χωρίς κραδασμούς λειτουργία του σε όλο το φάσμα των στροφών, την αποδεδειγμένη αξιοπιστία του (την πρώτη και την τελευταία ημέρα του ταξιδιού έκανα 870 χλμ. αυθημερόν), τη δυνατή επιτάχυνση και τη χαμηλή κατανάλωση, η οποία κυμάνθηκε στα 3,8 λτ/100 χλμ. Το ρεζερβουάρ των 11,7 λίτρων μού έδινε αυτονομία γύρω στα 300 χλμ., ενώ χάρη στο σύστημα Keyless και στο εύκολα προσβάσιμο σημείο του ρεζερβουάρ, η διαδικασία του ανεφοδιασμού αποτελούσε γρήγορη υπόθεση.
Αποτελεσματική ήταν η κάλυψη από τον αέρα και τη βροχή που πρόσφερε η ζελατίνα του QJMOTOR FORT 350 EVO, η οποία ρυθμίζεται ηλεκτρικά με το πάτημα ενός κουμπιού, προσαρμόζοντας εύκολα το ύψος της ανάλογα με τις απαιτήσεις του δρόμου. Ελαφρώς σκυμμένος και με την ζελατίνα στο ψηλότερο σημείο της, είχα ικανοποιητική προστασία από τις σταγόνες της βροχής, κάτι που διαπίστωσα με ανακούφιση στα υγρά χιλιόμετρα της Τουρκίας.
Η ρυθμιζόμενη ζελατίνα ήταν ένα από τα πολλά χρήσιμα gadgets με τα οποία είναι εφοδιασμένο το FORT 350 EVO: συνδεσιμότητα Bluetooth και δυνατότητες mirroring, σύστημα Keyless, Traction Control, TFT οθόνη 7” με δύο επιλογές εμφάνισης, Full LED φωτισμός και σύστημα TPMS (ενδείξεις πίεσης και θερμοκρασίας ελαστικών) συμπληρώνουν ένα πακέτο που στην πράξη έδινε άμεσες λύσεις στις ταξιδιωτικές μου ανάγκες. Αισθητή ήταν ωστόσο η απουσία ενός σταθερού-εξωτερικού σημείου για την τοποθέτηση μιας βάσης στήριξης GPS ή κινητού, πράγμα που με υποχρέωσε να καταφύγω σε εναλλακτικές λύσεις.
Αναφορικά με τη θέση οδήγησης, το μικρό μήκος του τιμονιού ήταν θετικό στοιχείο για οδήγηση σε αστικό περιβάλλον, αποδείχθηκε όμως κουραστικό στο πολύωρο ταξίδι. Σε κάθε στάση (ανά 150-200 χλμ. περίπου), οι ώμοι μου ήταν λίγο “πιασμένοι”, όπως και τα γόνατά μου, αφού άβολη ήταν επίσης και η θέση των ποδιών (δεν μπορούσα να τα απλώσω αρκετά). Αντίθετα, η σέλα ήταν άνετη επιτρέποντάς μου την πολύωρη οδήγηση δίχως ενοχλήσεις, αλλά το ύψος της ίσως προβληματίσει αναβάτες με πιο κοντό ανάστημα.
Πάντα σ’ ένα ταξίδι χρειάζομαι χώρο για αποσκευές – αυτό το στοιχείο πρακτικότητας μού το πρόσφερε απλόχερα το QJMOTOR FORT 350 EVO. Ο ευρύχωρος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα (χωρά δύο full face κράνη) φιλοξένησε μεγάλο μέρος των αποσκευών μου, ενώ επιπλέον δυνατότητες μεταφοράς παρείχε η εργοστασιακή σχάρα. Μικρά αντικείμενα καθημερινής χρήσης (γάντια, καλώδια φόρτισης, γυαλιά κ.λπ.) μπήκαν στο πρακτικό ντουλαπάκι της εσωτερικής ποδιάς. Στο εσωτερικό του βρίσκεται και μια χρήσιμη διπλή θύρα φόρτισης (USB Type-A και Type-C) για φόρτιση συσκευών καθ’ οδόν. Σε δύο περιπτώσεις επαναφόρτισα εν κινήσει την action camera μου (ήταν σχεδόν άδεια η μπαταρία) και έτσι συνέχισα απρόσκοπτα την βιντεοσκόπηση. Και φυσικά, το κινητό μου ήταν συνεχώς συνδεδεμένο και πάντα φορτισμένο.
Για την άμεση ακινητοποίηση του QJMOTOR FORT 350 EVO φρόντιζαν ένας δίσκος 256 χλστ. εμπρός με διπίστονη δαγκάνα και ένας δίσκος 240 χλστ. πίσω. Σε συνδυασμό με το δικάναλο ABS, το ασημί scooter διέθετε ισχυρή και προοδευτική απόδοση πέδησης, στοιχείο που μου ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Τέλος, η δέσμη του διπλού προβολέα πρόσφερε υψηλή ορατότητα και φωτεινότητα, εξασφαλίζοντάς μου αρκετά ξεκούραστη και απροβλημάτιστη οδήγηση στη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού. Το διαπίστωσα “ιδίοις όμμασι” κατά την επιστροφή μου, και συγκεκριμένα στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα. Οδηγώντας για 510 χλμ. μέσα στη νύχτα, χάρη στην αποτελεσματικότητα των ισχυρών φωτιστικών σωμάτων του QJMOTOR FORT 350 EVO είχα πλήρη ορατότητα τόσο στον αυτοκινητόδρομο, όσο και στους επαρχιακούς άξονες που κινήθηκα λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων.
Η απάντηση στο ερώτημα «Σε ποιον ταιριάζει το QJMOTOR FORT 350 EVO;» ήρθε μετά από 2.500 χλμ. ταξιδιωτικής συμβίωσης σε Ελλάδα και Τουρκία. Θεωρώ πως το νέο scooter της QJMOTOR απευθύνεται στον αναβάτη που θέλει να κάνει τα πάντα, δίχως συμβιβασμούς και ρηχούς προβληματισμούς. Το QJMOTOR FORT 350 EVO ταιριάζει σ’ αυτόν που κινείται καθημερινά μέσα στο κλεινόν άστυ απολαμβάνοντας την ευελιξία και την άνεση ενός Urban scooter, ενώ το σαββατοκύριακο “βάζει πινέζες” στο χάρτη και φεύγει μακριά πάνω στη σέλα μιας μικρομεσαίας ποιοτικής μοτοσυκλέτας…