Ταξίδι "DAYTONA DAKAR": Μαρόκο-Μαυριτανία (Β' Ανταπόκριση)

Με αμμοθύελλες, στους 43 βαθμούς Κελσίου
Από τον

Κωνσταντίνο Μητσάκη

4/7/2022
Με την πρωτεύουσα Rabat να χάνεται από τους καθρέπτες της μαύρης DAYTONA ROCKSTAR 500, είχε ουσιαστικά ξεκινήσει το ταξίδι προς τον μακρινό νότο του Μαρόκου, με προορισμό τα σύνορα της Μαυριτανίας (2.000 χλμ.). 
Παραπέμποντας για την επιστροφή την γνωριμία με την Casablanca και το Marrakech, οι πόλεις που επιλέχθηκαν να φιλοξενήσουν την μαροκινή διαδρομή μου ήταν η Agadir και η Laayoune, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των χιλιομέτρων θα ακολουθούσαν την ακτογραμμή του Ατλαντικού Ωκεανού.
Για τις τέσσερεις επόμενες μέρες, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν το καθημερινό ταξίδι των αισθήσεων ήταν η μοναξιά του δρόμου, οι ελάχιστοι οικισμοί καθοδόν και η ερημοποίηση του τοπίου, ενώ ειδυλλιακή ήταν η εικόνα του γαλάζιου ωκεανού που πρωταγωνιστούσε στα δεξιά του οδικού άξονα.
 
Η πόλη Laayoune θεωρείται η άτυπη πρωτεύουσα της Δυτικής Σαχάρας, μια τεράστια σε έκταση περιοχή που διεκδικεί από το 1976 –μέσω των ανταρτών του μετώπου Πολισάριο– την αυτονομία της από το Μαρόκο. Μέχρι τότε ήταν ισπανική αποικία, την οποία όμως εγκατέλειψαν οι Ισπανοί.
Ταξιδεύοντας από την Laayoune ως τα σύνορα της Μαυριτανίας (850 χλμ.), το πέρασμά μου από την νοητή γραμμή του Τροπικού του Καρκίνου ήταν το σημαντικότερο γεγονός της διαδρομής. 
 
Όμως, η έρημος που είχε τις δικές της αντιρρήσεις για την επέλαση του Έλληνα αναβάτη, προσπάθησε για δυο μέρες με αμμοθύελλες και ισχυρούς πλευρικούς ανέμους να διακόψει την πορεία μου. Αρκετά δυναμική η προσπάθεια της τοπικής φύσης, αλλά το πείσμα μου αποδείχθηκε ισχυρότερο. Τελικά κατάφερα να μείνω όρθιος και να συνεχίσω!
 
Στα σύνορα Μαρόκου–Μαυριτανίας δεν ταλαιπωρήθηκα πολύ –μόλις 2 ώρες παρέμεινα στις τελωνειακές εγκαταστάσεις. Μετά πάτησα την μίζα της μαύρης DAYTONA ROCKSTAR 500 και ξεκίνησα. 
Η διαδρομή από τα σύνορα της Μαυριτανίας ως την πρωτεύουσα Nouakchott (420 χλμ.) ήταν ένα περιπετειώδη ταξίδι στην αμμώδη γη της Μαυριτανίας, με καυτές καιρικές συνθήκες (43C), καλοδιατηρημένο οδικό άξονα, αφόρητη μοναξιά και με απέραντους σαγηνευτικούς αμμόλοφους.
Χρειάστηκαν 7 ώρες επίπονης οδήγησης για να αντικρίσω τα πρώτα σπίτια της Nouakchott, όπου παρέμεινα για τις δυο επόμενες μέρες. Πρωτίστως για να ξεκουραστώ και κατά δεύτερο να γνωρίσω την μαυριτανική πρωτεύουσα, η οποία ωστόσο δεν με ξετρέλανε! Λίγα τα αξιοθέατά της (Τζαμί Mosque Saudi Arabia, Πάρκο Parc de la leberte), ενώ σκόνη, άμμο και σκουπίδια υπήρχαν σ’ όλη την έκταση της πόλης.
 
Ωστόσο, με την παρουσία μου στην Nouakchott είχα πλέον φτάσει σε απόσταση αναπνοής από το Dakar – μόλις 560 χλμ. με χώριζαν από τον θρυλικό προορισμό μου. Σύντομα θα ξεκινούσα το τελευταίο ετάπ στο δικό μου ταξιδιωτικό rally Dakar…    

QJMOTOR IMBROS 2026 – Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού του Κωνσταντίνου Μητσάκη

Περιλαμβάνει και τα σχόλιά του για το QJMOTOR FORT 350 EVO
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

5/2/2026

Στην προηγούμενη ανταπόκριση ο Κωνσταντίνος Μητσάκης είχε περάσει τα Θεοφάνια στην Ίμβρο. Στην συνέχεια ο Έλληνας ταξιδευτής συνάντησε έναν κάτοικο του νησιού και συγκεκριμένα του χωριού Αγρίδια, που λειτουργεί μία ταβέρνα στην οποία κάθε καλοκαίρι γίνονται ελληνικά γλέντια.

Μάλιστα ο μπάρμπα-Γιώργος, όπως ονομάζεται, λέει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες ιστορίες και παραβάλουμε τις δηλώσεις του “Το 1965 κτίστηκαν ανοιχτές Αγροτικές Φυλακές κοντά στο χωριό Σχοινούδι και ισοβίτες κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην περιοχή, τρομοκρατώντας τον ελληνικό πληθυσμό. Μέσα σε δύο χρόνια έγιναν 14 φόνοι Ίμβριων Ελλήνων που δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ.

Με αφορμή τα γεγονότα του 1964 στην Κύπρο, οι τουρκικές αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στην Ίμβρο και απαγόρευσαν την ελληνική γλώσσα. Τον Σεπτέμβριο του 2013, μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ξεκίνησε να επαναλειτουργεί το Ελληνικό μειονοτικό Νηπιαγωγείο & Δημοτικό σχολείο στους Αγίους Θεοδώρους, ενώ το 2015 ξανάνοιξε το ελληνικό μειονοτικό Γυμνάσιο & Λύκειο εδώ στα Αγρίδια. Σήμερα φοιτούν συνολικά -από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο- 53 μαθητές. Είναι μια χαραμάδα αισιοδοξία για το μέλλον των Ίμβριων Ελλήνων”

Επόμενος σταθμός για τον Κωνσταντίνο Μητσάκη και το QJMOTOR FORT 350 EVO αποτέλεσαν το Σχοινούδι που ήταν το μεγαλύτερο και πλουσιότερο χωριό της Ίμβρου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 φιλοξενούσε περίπου 2.000 κατοίκους. Όμως, οι ανοιχτές αγροτικές φυλακές που κτίστηκαν το 1965 κοντά στο χωριό σηματοδότησαν την αρχή του τέλους για το χωριό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να εγκαταλείψουν σταδιακά το Σχοινούδι, το οποίο ερημώθηκε και μετατράπηκε σε χωριό φάντασμα. Ο Μητσάκης περιπλανήθηκε στο ερημωμένο χωριό, ενώ καθ’ όλη την διάρκεια της παρουσία του στο Σχοινούδι, ένα όχημα της τουρκικής εθνοφυλακής τον επιτηρούσε διακριτικά από απόσταση.

1

Αντίθετα, ο οικισμός των Αγίων Θεοδώρων (Zeytinli) εξακολουθούσε να σφύζει από ζωή και ελληνικότητα και είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους πρόποδες του όρους Καστρί. Έπειτα ο Έλληνας αναβάτης αποχαιρέτησε την Ίμβρο και κινήθηκε προς την ηπειρωτική Τουρκία για την επιστροφή του, δηλώνοντας: “Ευτύχησα να γνωρίσω υπέροχους, καλοσυνάτους ανθρώπους, που συνεχίζουν να αντέχουν στις προκλήσεις του χρόνου και να μιλούν ακόμα ελληνικά.”

Ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια του Μητσάκη όσον αφορά το QJMOTOR FORT 350 EVO, με το οποίο διένυσε 2.500 χιλιόμετρα. Ας δούμε τι αναφέρει:

Με το νέο QJMOTOR FORT 350 EVO, η QJMOTOR πέτυχε τη χρυσή τομή ανάμεσα σε ένα GT scooter και ένα Urban scooter. Συνδυάζοντας την ευελιξία και την πρακτικότητα της πόλης με τη σταθερότητα και την άνεση του ταξιδιού, ο δίτροχος συνοδοιπόρος μου απέδειξε στα 2.500 χλμ. του «QJMOTOR IMBROS 2026» ότι μπορεί να ανταποκριθεί επάξια τόσο στις καθημερινές μετακινήσεις, όσο και στις πολύωρες διαδρομές ενός απαιτητικού οδοιπορικού.

Με 16άρη μπροστινό τροχό και 14άρη πίσω, εργονομική GT σχεδίαση, εμπρός ανάρτηση τηλεσκοπικού πιρουνιού και ιδανική ρύθμιση στα διπλά πίσω αμορτισέρ, το ασημί scooter ταξίδευε με υποδειγματική σταθερότητα και ασφάλεια στα ανοιχτά κομμάτια των αυτοκινητοδρόμων, σε ταχύτητες 110–120 χλμ. Αποδίδοντας 30 ίππους, ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας του QJMOTOR FORT 350 EVO με ενθουσίασε με την ομαλή, χωρίς κραδασμούς λειτουργία του σε όλο το φάσμα των στροφών, την αποδεδειγμένη αξιοπιστία του (την πρώτη και την τελευταία ημέρα του ταξιδιού έκανα 870 χλμ. αυθημερόν), τη δυνατή επιτάχυνση και τη χαμηλή κατανάλωση, η οποία κυμάνθηκε στα 3,8 λτ/100 χλμ. Το ρεζερβουάρ των 11,7 λίτρων μού έδινε αυτονομία γύρω στα 300 χλμ., ενώ χάρη στο σύστημα Keyless και στο εύκολα προσβάσιμο σημείο του ρεζερβουάρ, η διαδικασία του ανεφοδιασμού αποτελούσε γρήγορη υπόθεση.

Αποτελεσματική ήταν η κάλυψη από τον αέρα και τη βροχή που πρόσφερε η ζελατίνα του QJMOTOR FORT 350 EVO, η οποία ρυθμίζεται ηλεκτρικά με το πάτημα ενός κουμπιού, προσαρμόζοντας εύκολα το ύψος της ανάλογα με τις απαιτήσεις του δρόμου. Ελαφρώς σκυμμένος και με την ζελατίνα στο ψηλότερο σημείο της, είχα ικανοποιητική προστασία από τις σταγόνες της βροχής, κάτι που διαπίστωσα με ανακούφιση στα υγρά χιλιόμετρα της Τουρκίας.  

Η ρυθμιζόμενη ζελατίνα ήταν ένα από τα πολλά χρήσιμα gadgets με τα οποία είναι εφοδιασμένο το FORT 350 EVO: συνδεσιμότητα Bluetooth και δυνατότητες mirroring, σύστημα Keyless, Traction Control, TFT οθόνη 7” με δύο επιλογές εμφάνισης, Full LED φωτισμός και σύστημα TPMS (ενδείξεις πίεσης και θερμοκρασίας ελαστικών) συμπληρώνουν ένα πακέτο που στην πράξη έδινε άμεσες λύσεις στις ταξιδιωτικές μου ανάγκες.  Αισθητή ήταν ωστόσο η απουσία ενός σταθερού-εξωτερικού σημείου για την τοποθέτηση μιας βάσης στήριξης GPS ή κινητού, πράγμα που με υποχρέωσε να καταφύγω σε εναλλακτικές λύσεις.  

Αναφορικά με τη θέση οδήγησης, το μικρό μήκος του τιμονιού ήταν θετικό στοιχείο για οδήγηση σε αστικό περιβάλλον, αποδείχθηκε όμως κουραστικό στο πολύωρο ταξίδι. Σε κάθε στάση (ανά 150-200 χλμ. περίπου), οι ώμοι μου ήταν λίγο “πιασμένοι”, όπως και τα γόνατά μου, αφού άβολη ήταν επίσης και η θέση των ποδιών (δεν μπορούσα να τα απλώσω αρκετά).  Αντίθετα, η σέλα ήταν άνετη επιτρέποντάς μου την πολύωρη οδήγηση δίχως ενοχλήσεις,  αλλά το ύψος της ίσως προβληματίσει αναβάτες με πιο κοντό ανάστημα.

Πάντα σ’ ένα ταξίδι χρειάζομαι χώρο για αποσκευές – αυτό το στοιχείο πρακτικότητας μού το πρόσφερε απλόχερα το QJMOTOR FORT 350 EVO. Ο ευρύχωρος αποθηκευτικός χώρος κάτω από τη σέλα (χωρά δύο full face κράνη) φιλοξένησε μεγάλο μέρος των αποσκευών μου, ενώ επιπλέον δυνατότητες μεταφοράς παρείχε η εργοστασιακή σχάρα. Μικρά αντικείμενα καθημερινής χρήσης (γάντια, καλώδια φόρτισης, γυαλιά κ.λπ.) μπήκαν στο πρακτικό ντουλαπάκι της εσωτερικής ποδιάς. Στο εσωτερικό του βρίσκεται και μια χρήσιμη διπλή θύρα φόρτισης (USB Type-A και Type-C) για φόρτιση συσκευών καθ’ οδόν. Σε δύο περιπτώσεις επαναφόρτισα εν κινήσει την action camera μου (ήταν σχεδόν άδεια η μπαταρία) και έτσι συνέχισα απρόσκοπτα την βιντεοσκόπηση. Και φυσικά, το κινητό μου ήταν συνεχώς συνδεδεμένο και πάντα φορτισμένο.

Για την άμεση ακινητοποίηση του QJMOTOR FORT 350 EVO φρόντιζαν ένας δίσκος 256 χλστ. εμπρός με διπίστονη δαγκάνα και ένας δίσκος 240 χλστ. πίσω. Σε συνδυασμό με το δικάναλο ABS, το ασημί scooter διέθετε ισχυρή και προοδευτική απόδοση πέδησης, στοιχείο που μου ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά σε όλες τις συνθήκες οδήγησης. Τέλος, η δέσμη του διπλού προβολέα πρόσφερε υψηλή ορατότητα και φωτεινότητα, εξασφαλίζοντάς μου αρκετά ξεκούραστη και απροβλημάτιστη οδήγηση στη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού. Το διαπίστωσα “ιδίοις όμμασι” κατά την επιστροφή μου, και συγκεκριμένα στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα. Οδηγώντας για 510 χλμ. μέσα στη νύχτα, χάρη στην αποτελεσματικότητα των ισχυρών φωτιστικών σωμάτων του QJMOTOR FORT 350 EVO είχα πλήρη ορατότητα τόσο στον αυτοκινητόδρομο, όσο και στους επαρχιακούς άξονες που κινήθηκα λόγω των αγροτικών κινητοποιήσεων.

Η απάντηση στο ερώτημα «Σε ποιον ταιριάζει το QJMOTOR FORT 350 EVO;» ήρθε μετά από 2.500 χλμ. ταξιδιωτικής συμβίωσης σε Ελλάδα και Τουρκία. Θεωρώ πως το νέο scooter της QJMOTOR απευθύνεται στον αναβάτη που θέλει να κάνει τα πάντα, δίχως συμβιβασμούς και ρηχούς προβληματισμούς. Το QJMOTOR FORT 350 EVO ταιριάζει σ’ αυτόν που κινείται καθημερινά μέσα στο κλεινόν άστυ απολαμβάνοντας την ευελιξία και την άνεση ενός Urban scooter, ενώ το σαββατοκύριακο “βάζει πινέζες” στο χάρτη και φεύγει μακριά πάνω στη σέλα μιας μικρομεσαίας ποιοτικής μοτοσυκλέτας…