Zongshen: Πατεντάρισε trike που δουλεύει άλλοτε σαν Piaggio MP3 και άλλοτε σαν Honda Gyro

Η πρωτότυπη πατέντα της κινέζικης εταιρείας αφορά τρίκυκλο με δύο πίσω ρόδες που μπορούν να πλαγιάσουν μαζί με τη μπροστινή, όχι όμως πάντα
zongshen
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

6/4/2026

Η Zongshen κατοχύρωσε μια καινοτόμα ευρεσιτεχνία που αφορά μια διάταξη δύο πίσω τροχών που μπορεί να εφαρμοστεί σε πλαίσιο κανονικής, δίκυκλης μοτοσυκλέτας. Αυτό σκαρώνει ένα trike, δηλαδή ένα τρίκυκλο με δύο τροχούς στο πίσω μέρος του, όπως είναι το διάσημο επαγγελματικό σκούτερ Gyro της Honda.

Σε αυτό το σχέδιο η Honda είχε εξασφαλίσει πως το μπροστινό μέρος με τον ένα τροχό μπορεί να πλαγιάζει ενόσω οι δύο ρόδες πίσω παραμένουν κάθετα στο έδαφος μαζί με το φορτίο που κουβαλούν πάνω τους.

Το 2006 η Piaggio έφερε στον κόσμο το MP3 και μαζί του μια νέα λογική στα τρίκυκλα, μεταφέροντας τους δύο τροχούς μπροστά με μια διάταξη που τους επιτρέπει να πλαγιάζουν και η λογική αυτή μεταφέρθηκε με διάφορους παραπλήσιους και μη τρόπους σε οχήματα άλλων κατασκευαστών, από τα Quadro ως τα Yamaha Tricity και Niken.

zongshen

Το σχέδιο που προτείνει τώρα η Zongshen ωστόσο δεν μοιάζει με κανένα εκ των προαναφερθέντων, προτείνοντας έναν τρόπο λειτουργίας που δεν είναι μονίμως ίδιος.

Στο σχέδιο των Κινέζων το πίσω μέρος του trike παίρνει κίνηση από ένα διαφορικό που εδράζει μεταξύ των δύο πίσω τροχών. Κάθε τροχός έχει ένα αμορτισέρ από πάνω του, αλλά υπάρχει και ένα τρίτο αμορτισέρ ανάμεσά τους το οποίο διαθέτει μηχανισμό με αέρα.

Σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας τα δύο πλευρικά αμορτισέρ αναλαμβάνουν τη δουλειά της ανάρτησης όπως ακριβώς στο Honda Gyro, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα πλαγιάσματος των πίσω τροχών. Όταν όμως η ταχύτητα του οχήματος αυξηθεί, ο αέρας οδηγείται στο κεντρικό αμορτισέρ και το κάνει να εκτείνεται, με αποτέλεσμα να ανασηκώνει το πίσω μέρος. Από ένα σημείο και μετά τα δύο πλευρικά αμορτισέρ χάνουν την επαφή τους με τα ψαλίδια και όλη η ανάρτηση γίνεται από το κεντρικό στέλεχος.

zongshen

Πλέον σε αυτή τη φάση το τρίκυκλο έχει τη δυνατότητα να πλαγιάζει και στο πίσω μέρος του, ενώ τα πλευρικά αμορτισέρ ορίζουν πια το εύρος κλίσης. Όταν ένα από τα δύο έρθει ξανά σε επαφή με το ψαλίδι, λειτουργεί ως ανάρτηση και σταματά την κλίση προς την πλευρά αυτή.

Στην ουσία δηλαδή, το σχέδιο της Zongshen προτείνει ένα τρίκυκλο που στις χαμηλές ταχύτητες προσομοιάζει το Honda Gyro, ενώ όταν κινηθεί πιο γρήγορα αρχίζει να αποκτά δυναμικές ικανότητες ανάλογες των Piaggio MP3 και Yamaha Niken και Tricity.

Το δε πιο ενδιαφέρον στοιχείο που αναφέρεται από την Zongshen είναι πως πρόκειται για ένα κιτ που μπορεί να φορεθεί στο πλαίσιο συμβατικών δίτροχων μοτοσυκλετών.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε πως η κατοχύρωση μιας ευρεσιτεχνίας δεν μεταφράζεται αυτομάτως και σε μια τεχνολογία που θα δούμε σύντομα στην παραγωγή, αλλά περισσότερο στην προστασία και εξασφάλιση μιας ιδέας. Κάποιες πατέντες ωστόσο εξελίσσονται σε προϊόντα που αγοράζουμε όλοι, έτσι αναμένουμε με ενδιαφέρον να δούμε αν το σχέδιο αυτό της Zongshen προορίζεται για μια εμπορική εφαρμογή στο κοντινό μέλλον, καθώς μια φρέσκια και διαφορετική ιδέα είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Η "μαγική" ανάρτηση των MotoGP στις μοτοσυκλέτες μας

Προσθέτωντας "καλό" βάρος στη μοτοσυκλέτα μας
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

5/1/2021

Καλό βάρος στον κόσμο των αγώνων και των απόλυτων επιδόσεων δεν υπάρχει. Τουλάχιστον αυτό ξέρουμε και κάπως έτσι ήρθε στη ζωή μας το carbon fiber και τα υπόλοιπα εξωτικά υλικά. Όμως το βάρος και συγκεκριμένα η αδράνεια της μάζας, μπορούν να μας βοηθήσουν να λύσουμε μερικά σοβαρά προβλήματα των αναρτήσεων, αρκεί να βρούμε έναν τρόπο να το ξεφορτωνόμαστε όποτε μας γουστάρει. Οι μηχανολόγοι στην Formula 1 και στα MotoGP βρήκαν πως να χρησιμοποιούν την αδράνεια για να βελτιώσουν τη συμπεριφορά των αναρτήσεων και τώρα ήρθε η σειρά των μοτοσυκλετών δρόμου να επωφεληθούν. 

Στην αρχή όλοι μας είχαμε την περιέργεια να μάθουμε τι στο καλό κρυβόταν μέσα στην “άσχημη” ουρά των Ducati με την στραβή, μονόπλευρη εξάτμιση. Ο χαρακτηρισμός Salad Box που έδωσαν οι δημοσιογράφοι στο carbon κουτί που βρισκόταν στην ουρά των ιταλικών μοτοσυκλετών, ήταν φράση που χρησιμοποίησε ο Michale Pirro για να αποφύγει τις ερωτήσεις τους και δείχνει σε μεγάλο βαθμό πως κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι περιέχει μέσα.

Η φαντασία οργίαζε και κάποιοι έφτασαν στο σημείο να πουν πως είναι συσκευή “προωθητικών αερίων”, δηλαδή πως χρησιμοποιεί την ταχύτητα των καυσαερίων της εξάτμισης για να μειώσει την οπισθέλκουσα και να βελτιώσει την αεροδυναμική. Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 24 Νοεμβρίου του 2017, ο Petrucci (αναβάτης της Pramac τότε) θα έχει μια άσχημη πτώση στα δοκιμαστικά της Jerez, σπάζοντας ένα μεγάλο κομμάτι της ουράς στη μοτοσυκλέτα του και ως αποτέλεσμα η τηλεοπτική κάμερα θα μας έδειξε για μερικά δευτερόλεπτα τι βρίσκεται μέσα. Δυστυχώς όχι τόσα, όσα θα θέλαμε να ξέρουμε, αλλά αρκετά ώστε οι “κατάσκοποι” και οι μηχανολόγοι των paddock να καταλάβουν χοντρικά περί τίνος πρόκειται.

Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν βέβαιοι πως η Ducati είχε φτιάξει έναν μηχανισμό με αντίβαρο, που η δουλειά του ήταν να εξουδετερώνει τις ταλαντώσεις της πίσω ανάρτησης. Μάλιστα ένας από αυτούς, ισχυρίζεται πως είχε βρεθεί σε κουβέντα με τον Gigi Dall’lnga και του είχε προτείνει αυτή τη λύση, όσο ήταν στην Aprilia και πριν πάει στη Ducati. Η υπόθεση αποκτά ενδιαφέρον από εδώ και πέρα, διότι ως ιδέα η χρησιμοποίηση ενός αντίβαρου με ελεγχόμενη ελευθερία κίνησης υπήρχε στη Formula 1 από την ομάδα της Renault το 2005, όμως εκεί ο ρόλος του ήταν περισσότερο για τον έλεγχο του ύψους του αυτοκινήτου από το έδαφος, το οποίο επηρεάζει άμεσα την αεροδυναμική και κυρίως το downforce. Το πρόβλημα που προσπαθούσε να λύσει τότε η Renault είχε σχέση με τη σκληρότητα των ελατηρίων της ανάρτησης, όπου λόγω της ισχυρής παρουσίας του downforce στις υψηλές ταχύτητες έπρεπε να είναι υπερβολικά σκληρά για να μην σέρνεται η κοιλιά του αυτοκινήτου στην άσφαλτο. Τα υπερβολικά σκληρά ελατήρια όμως δημιουργούσαν πρόβλημα στις χαμηλότερες ταχύτητες, καθώς ήταν δύσκολο για τα αμορτισέρ να ελέγξουν σωστά την κίνησή τους. Έτσι ένα μεγάλο κινούμενο αντίβαρο κοντά στη μύτη, σταθεροποιούσε το “σώμα” του αυτοκινήτου ως προς την επιφάνεια της ασφάλτου, δυσκολεύοντας τα σκληρά ελατήρια να κάνουν περιττές κινήσεις. Στην πραγματικότητα, αυτή η κινούμενη μάζα του αντίβαρου, έκανε το αυτοκίνητο να συμπεριφέρεται σαν κάποιος να αυξάνει και να μειώνει το βάρος του. Όσοι από εσάς έχετε οδηγήσει μια βαριά λιμουζίνα ή μια βαριά μοτοσυκλέτα, θα έχετε νοιώσει αυτή τη μαγική αίσθηση πως ισοπεδώνουν την επιφάνεια του δρόμου. Όσο πιο ελαφριά είναι η μοτοσυκλέτα, τόσο πιο εύκολα επηρεάζεται από τις ανωμαλίες του οδοστρώματος, διότι έχει μικρότερη αδράνεια μάζας. Το βάρος όμως είναι πολύ κακό πράγμα για τις επιδόσεις και την συνολική συμπεριφορά κάθε οχήματος. Το ιδανικό θα ήταν να μπορούσαμε να αλλάζουμε την αδράνεια μάζας του οχήματός μας τι στιγμή που θέλουμε εμείς. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει στην πράξη, οπότε υπάρχουν δύο λύσεις. Η μία είναι οι ηλεκτρονικά ελεγχόμενες ενεργητικές αναρτήσεις, που “διαβάζουν” την επιφάνεια του οδοστρώματος και “νοιώθουν” τις μετατοπίσεις του βάρους του οχήματος, ρυθμίζοντας κατάλληλα τις αποσβέσεις τους.

Αυτού του είδους οι αναρτήσεις απαγορεύονται στους αγώνες και έως τώρα δεν υπάρχει εφαρμογή τους σε όχημα παραγωγής. Ημί-ενεργητικές αναρτήσεις έχουμε, αλλά και αυτές απαγορεύονται στους αγώνες. Οπότε η άλλη λύση που απομένει στις αγωνιστικές ομάδες είναι η χρήση κινούμενου αντίβαρου. Στην πράξη, η επικουρική απόσβεση των ταλαντώσεων του ελατηρίου που προσφέρει στο υδραυλικό αμορτισέρ, αποδείχτηκε πως έχει περισσότερα από ένα ευεργετικά αποτελέσματα. Διότι τα αμορτισέρ μπορούν (ως ένα βαθμό) να αποσβέσουν τις ταλαντώσεις του ελατηρίου, όχι όμως τις ταλαντώσεις του σκελετού του ελαστικού!

Αυτές οι ταλαντώσεις του ελαστικού δημιουργούν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο του chattering, το οποίο προκαλεί πρόωρη φθορά στα ελαστικά και ανεπιθύμητες ταλαντώσεις σε ολόκληρη τη μοτοσυκλέτα, καθώς δεν αποσβένονται επαρκώς από την ανάρτηση και περνάνε αφιλτράριστες στο πλαίσιο. Έτσι η ύπαρξη του αντίβαρου στην ουρά των μοτοσυκλετών της Ducati, αποσβένει και αυτές τις ταλαντώσεις.

Όπως βλέπουμε στο σχεδιάγραμμα, η κίνηση του αντίβαρου είναι πλήρως ελεγχόμενη και μάλιστα με ηλεκτρονικό τρόπο (ως προς το εύρος της κίνησής του), κάτι που αγγίζει τα όρια των κανονισμών, έστω κι αν δεν αποτελεί απευθείας μέρος της ανάρτησης.

Ένας αντίστοιχης λογικής “αποσβεστήρας ταλαντώσεων” αλλά με εντελώς πιο απλό σχεδιασμό κατασκευάζεται από την ιταλική εταιρεία Supreme Technology και μπορεί να τοποθετηθεί σε όλες τις μοτοσυκλέτες. Βιδώνει σταθερά στην άκρη του ψαλιδιού (εδώ δηλαδή είναι μη αναρτώμενο βάρος και όχι αναρτώμενο όπως στη Ducati). Σύμφωνα με την Supreme Technology, αποσβένει τις ταλαντώσεις του σκελετού του ελαστικού που διοχετεύονται στο ψαλίδι κι από εκεί καταλήγουν στο πλαίσιο. Η ιταλική εταιρεία λέει πως το σύστημά της το χρησιμοποιούν αναβάτες στις Moto3 και Moto2, στα Motul WSBK, στο παγκόσμιο Supersport, αλλά και στο Flat Track και ότι έχει αναγνωριστεί από την ιταλική ομοσπονδία μοτοσυκλέτας ως συσκευή ασφάλειας στους αγώνες, καθώς μειώνει τον κίνδυνο ενός highsiding έως και 90%. Βαρύγδουπη δήλωση μεν, αλλά η ύπαρξή του έχει λογική και όπως είδαμε στην περίπτωση των εργοστασιακών Ducati, κάποιοι πιστεύουν στα πλεονεκτήματά του και φρόντισαν να κρύψουν την ύπαρξή του μέσα σε ένα “salad box”.