Συνέντευξη Βασίλης Παντελεάκης: Στόχοι χωρίς περιορισμούς!

Το "ξεδίπλωμα" ενός ταλέντου
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

30/7/2020

Όταν δίνεις ραντεβού με ένα 13χρονο πιτσιρικά, το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για ένα… διαδικτυακό ραντεβού, σε μια πλατφόρμα on line παιχνιδιών για εικονικές μάχες. Το τελευταίο που περιμένεις είναι να δεις ένα νεαρό παιδί να είναι κολλημένο στη σέλα της αγωνιστικής του μοτοσυκλέτας, ακόμη κι όταν είναι παρκαρισμένη πάνω στο σταντ και τα μάτια του να λάμπουν από ενέργεια. Είναι σίγουρα σπάνιες τέτοιες περιπτώσεις, αλλά και ο Βασίλης Παντελεάκης δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ένα συνηθισμένο παιδί της προ-εφηβικής ηλικίας, ευτυχώς…

Ο Βασίλης είναι ένα… μήλο που έπεσε κάτω από τη μηλιά, καθώς είναι γιος του Χρήστου Παντελεάκη που οι παλιότεροι θα θυμούνται από την αγωνιστική καριέρα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας. Γεννημένος πριν από 12 χρόνια και οκτώ μήνες (για την ακρίβεια), ο Βασίλης δεν άργησε να μπει στο χώρο των αγωνιστικών μοτοσυκλετών. Σε ηλικία μόλις 3 ετών πήρε ως δώρο από τον πατέρα του ένα Yamaha PW, πάνω στο οποίο άρχισε να μαθαίνει τις βασικές αρχές της οδήγησης μοτοσυκλέτας. Στην ηλικία δηλαδή που άλλα παιδάκια δεν έχουν καν βγάλει τις βοηθητικές ρόδες από τα ποδήλατά τους, ο Βασίλης Παντελεάκης, υπό την καθοδήγηση του πατέρα του, έχτιζε στο μυαλό του τα δεδομένα για το γκάζι, τις ταχύτητες και τις στροφές. "Ο μοναδικός δάσκαλος-προπονητής που είχα και εξακολουθώ να έχω είναι ο πατέρας μου", μας λέει ο Βασίλης ξεκινώντας την κουβέντα μας. "Ποτέ δεν είχα άλλον να με προπονεί και είμαι πολύ χαρούμενος γι' αυτό."

Λίγο αργότερα έρχεται η πρώτη του αγωνιστική εμπειρία, με εντυπωσιακά αποτελέσματα μάλιστα! "Αγωνίστηκα για πρώτη φορά στην MiniGP το 2015 και στον πρώτο αγώνα μου πήρα την καρό σημαία, ενώ έκανα και τον ταχύτερο γύρο." Ήταν σαφές από την πρώτη στιγμή ότι είχε αρχίσει να ανθίζει ένα ταλέντο, του οποίου η προοπτική δεν θα μπορούσε να περιοριστεί από τα στενά όρια μιας χώρας σαν την Ελλάδα, η οποία δεν φημίζεται για την αγωνιστική της κουλτούρα στην μοτοσυκλέτα. Ήταν η στιγμή που η πίστη του πατέρα του για το ακατέργαστο υλικό που διέθετε ο Βασίλης τον οδήγησε στο Ιταλία, σε ένα από τα πιο ανταγωνιστικά περιβάλλοντα για τους αγωνιζόμενους αναβάτες. "Ξεκίνησα στην κατηγορία Junior A που ήταν για ηλικίες 8-10 ετών", μας λέει ο Βασίλης στην αναδρομή για τα πρώτα του βήματα στο εξωτερικό. "Εκεί το περιβάλλον δεν έχει καμία σχέση με τα ελληνικά δεδομένα, καθώς τα πάντα είναι τόσο καλά οργανωμένα που μοιάζουν με μια μικρογραφία των GP.

Το κύριο χαρακτηριστικό από τις πίστες καρτ που τρέχαμε ήταν το πόσο απαιτητικές και τεχνικές ήταν, ενώ ένα ακόμη εντυπωσιακό στοιχείο είναι ο τεράστιος αριθμός συμμετοχών." Σε πίστες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του και απέναντι σε 38 αντιπάλους, ο Βασίλης τερμάτισε την πρώτη χρονιά στην 17η θέση της βαθμολογίας, ενώ την δεύτερη στην πέμπτη θέση του βαθμολογικού πίνακα. "Το επίπεδο του ανταγωνισμού είναι εξωφρενικό", μας είπε. "Η πλειοψηφία των παιδιών έκαναν σχεδόν καθημερινή προπόνηση στις πίστες που τρέχαμε και ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στον στόχο τους." Με αυτό το δεδομένο, η εξαιρετική πορεία του Βασίλη στις δύο πρώτες χρονιές στον θεσμό, αποκτά ιδιαίτερο βάρος για ένα παιδί που έπρεπε να κάνει ολόκληρα ταξίδια για να συμμετέχει στους αγώνες, αλλά και να προπονείται με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς και σε διαφορετικές συνθήκες από τους αντιπάλους του.

Μετά από δύο χρόνια, ήταν η ώρα για το επόμενο βήμα και την κατηγορία MiniGP στην Ιταλία, όπου συμμετείχε με μοτοσυκλέτες 50cc που απέδιδαν 20 άλογα (!) και έφταναν σε τελική τα 160km/h. Η πορεία του εκεί ήταν… καρμπόν με την πορεία του στην Junior Α, τερματίζοντας την δεύτερη χρονιά εντός της δεκάδας, στην έβδομη θέση του πρωταθλήματος. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που την δεύτερη χρονιά τον ζήτησε η κορυφαία ομάδα του θεσμού, η AC, διακρίνοντας το αστείρευτο ταλέντο του νεαρού Έλληνα αναβάτη. Όπως μας λέει ο πατέρας του, "οι άνθρωποι της ομάδας επέμεναν και ήθελαν τον Βασίλη στην ομάδα και μάλιστα τον προτίμησαν απέναντι σε Ιταλούς αναβάτες που πλήρωναν περισσότερα χρήματα για την συμμετοχή τους."

Κρατώντας πάντα χαμηλούς τόνους και με την σεμνότητα που διακρίνει ολόκληρη την οικογένεια Παντελεάκη, ο Βασίλης προχώρησε στο επόμενο επίπεδο και το πλέον ανταγωνιστικό της μέχρι σήμερα καριέρας του. Από φέτος ο Βασίλης αγωνίζεται στην κατηγορία Pre Moto3 του CIV –του ιταλικού πρωταθλήματος ταχύτητας- με μοτοσυκλέτα που διαθέτει πλαίσιο από Moto3 και κινητήρα από Yamaha ΥΖ250. Πρόκειται ουσιαστικά για την κατηγορία που αποτελεί φυτώριο για το Red Bull Rookies Cup, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις το εισιτήριο απευθείας για το παγκόσμιο πρωτάθλημα. "Εκεί ο ανταγωνισμός είναι ακόμη πιο έντονος και το επίπεδο είναι ουσιαστικά επαγγελματικό. Η συγκεκριμένη κατηγορία είναι η πιο ανταγωνιστική μαζί με το European Talent Cup", μας λέει ο Βασίλης. Μάλιστα, οι πρόσφατες επιδόσεις του εκεί ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακές, μιας και στον πρόσφατο διπλό αγώνα στο Misano, ο Βασίλης τερμάτισε τρίτος στον πρώτο αγώνα, ενώ στον δεύτερο είχε μια πτώση την ώρα που πάλευε για μια ακόμη θέση στο βάθρο και ίσως για τη νίκη! Αυτό ήταν που έκανε τους Ιταλούς συναδέλφους να μιλούν με διθυραμβικά σχόλια για τον "piccolo Greco", ενώ γράφτηκαν άρθρα που έκαναν λόγο για το "ιστορικό γεγονός" του να κυματίζει η ελληνική σημαία σε έναν αγώνα του CIV. "Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος και σίγουρος για τον εαυτό μου και τον ρυθμό μου, αλλά το λάθος που έκανα στον δεύτερο αγώνα ήταν εξαιτίας αυτού του υπερβολικού ενθουσιασμού και της απειρίας μου", λέει με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και ωριμότητα ο Βασίλης. "Έπρεπε να περιμένω την κατάλληλη στιγμή και να μην βιαστώ. Όλα καλά όμως και πλέον απέκτησα μια πολύτιμη γνώση".

Όλα αυτά μας τα λέει ο νεαρός Έλληνας αναβάτης καθισμένος πάνω στη σέλα της μοτοσυκλέτας που έχει ήδη αγοράσει με τον πατέρα του για την συμμετοχή του στο Red Bull Rookies Cup. "Ο επόμενος στόχος μου είναι αυτός: το Red Bull Rookies Cup και από εκεί και πέρα, αν όλα πάνε καλά, το παγκόσμιο πρωτάθλημα", μας  εξομολογείται ο Βασίλης, συνδυάζοντας στο βλέμμα του την έξαψη της παιδικότητας και την ωριμότητα ενός αγωνιζομένου. Η μοτοσυκλέτα για το Red Bull Rookies Cup είναι ήδη αγορασμένη και περιμένει –μαζί με τον Βασίλη- το πλήρωμα του χρόνου για να αγωνιστεί.

Και μπορεί ο Βασίλης να έχει ήδη βάλει τις βάσεις για διεθνή καριέρα, αλλά εδώ στην Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει την ελληνική… αρτηριοσκλήρωση και νοοτροπία. Όπως συγκεκριμένα μας είπε ο πατέρας του "μαζί με τον Φουρθιώτη ζητήσαμε επίσημα από την ΑΜΟΤΟΕ να συμμετέχουν τα παιδιά σε μια οποιαδήποτε κατηγορία του Πανελληνίου Πρωταθλήματος Ταχύτητας, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερη τριβή με τις μοτοσυκλέτες τους και να προπονούνται ουσιαστικά σε συνθήκες αγώνα έστω κι αν συμμετείχε εκτός βαθμολογίας, αλλά η επίσημη απάντηση που λάβαμε ήταν αρνητική, γιατί δεν είχαν κλείσει τα 13 τους χρόνια (η περίπτωση του Γιάννη Περιστερά είναι διαφορετική γιατί είναι μεγαλύτερος), ενώ ουδέποτε είχαμε κάποια ουσιαστική βοήθεια από κάποιον επίσημο φορέα.

Από εκεί και πέρα, ο Βασίλης κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με τα μέσα και τις δυνατότητες που διαθέτει και μάλιστα το κάνει με απόλυτη πειθαρχία και προσήλωση. "Προπονούμαι εδώ στην Ελλάδα κυρίως στην πίστα καρτ της Σπάρτης με μοτοσυκλέτα supermoto και όποτε υπάρχει δυνατότητα στην πίστα των Σερρών με την μοτοσυκλέτα που έχουμε για το Red Bull Rookies Cup. Καθημερινά τηρώ το πρόγραμμα που έχουμε βγάλει με τον πατέρα μου, το οποίο περιλαμβάνει τρέξιμο με έμφαση στην φυσική κατάσταση, πολύ stretching και μπόλικο ποδήλατο." Αυτό το τελευταίο μάλιστα είναι και το αγαπημένο χόμπι του Βασίλη, μιας και ο πατέρας του, ο Χρήστος, είναι ιδιοκτήτης ενός μεγάλου και εξειδικευμένου καταστήματος για ποδήλατα. Όταν ο Βασίλης δεν βρίσκεται στη σέλα της μοτοσυκλέτας του, είναι πάνω στο ποδήλατό του και παρέα με τους φίλους του συνδυάζει το τερπνό (γυμναστική) μετά του ωφελίμου (διασκέδαση και βόλτες).

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς λοιπόν, κατά πόσο ένα τέτοιο πρόγραμμα, τόσο απαιτητικό και πειθαρχημένο, μπορεί να συμβαδίσει με την ζωντάνια και την ενεργητικότητα ενός δεκατριάχρονου παιδιού. Την αποστομωτική απάντηση μας την δίνει ο ίδιος ο Βασίλης Παντελεάκης: "Είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσα να κάνω. Συνδυάζει όλα αυτά που θέλω και αγαπάω. Την οδήγηση της μοτοσυκλέτας, την γυμναστική και το ποδήλατο με τους φίλους. Είναι απείρως καλύτερο από το να ήμουν κολλημένος σε μια οθόνη…" Ακόμη και στην κοινωνικοποίηση του νεαρού αναβάτη, κόντρα ίσως σε ό,τι θα περίμενε κανείς, οι αγώνες μοτοσυκλέτας έχουν επιδράσει ευεργετικά. "Οι συναθλητές μου στο εξωτερικό είναι όπως ακριβώς οι φίλοι μου εδώ στην Ελλάδα. Έχουμε τον ίδιο κώδικα επικοινωνίας και κάνουμε πολύ παρέα εντός και εκτός πίστας." Ο Βασίλης μιλάει πολύ καλά αγγλικά, ενώ μαθαίνει τα τελευταία τέσσερα χρόνια ιταλικά κι έτσι δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα επικοινωνίας. "Υπάρχει πολύ μεγάλος σεβασμός τόσο μέσα στην πίστα όσο και έξω από αυτή από τα άλλα παιδιά, ενώ είναι τρομερή και η αντιμετώπιση από όλο τον κόσμο των αγώνων." Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας περιέγραψε ο πατέρας του Βασίλη, είναι όταν σε έναν αγώνα του καταλογίστηκε άδικα ποινή για άκυρη εκκίνηση. Πολλοί από τους γονείς που ήταν απ' έξω τους τροφοδότησαν με δικά τους βίντεο που αποδείκνυαν ότι ο Βασίλης είχε εκκινήσει σωστά, με αποτέλεσμα να αρθεί η ποινή εις βάρος των δικών τους παιδιών που συμμετείχαν στον αγώνα!

Δεν είναι μόνο όμως οι ξένες γλώσσες που αποτελούν την σχολική εκπαίδευση του Βασίλη. "Στο σχολείο προσπαθώ να χάνω ελάχιστες μέρες όταν έχω αγώνες", μας λέει. "Οι καθηγητές μου έχουν κατανόηση και αντιλαμβάνονται την προσπάθεια που κάνω, ενώ ακόμη και τα πολύ λίγα μαθήματα που χάνω τα αναπληρώνω με βοήθεια από μία δασκάλα".

Όταν υπάρχει μια τέτοια ισορροπημένη προσέγγιση από ένα παιδί που ουσιαστικά δεν έχει μπει καν καλά-καλά στην εφηβεία, τότε μόνο τα καλύτερα είναι αυτά που έπονται. Φέτος, με την υποστήριξη των χορηγών του (Yamaha, Rodamoto, Alivizatos Cars, Vinyl Art Clothing, Ber Racing Europe, Alpinestars, Vircos, DXL Graphics, Superbmotos, Lekare Designs, Anastasiadis Moto, Καλαμπόγιας tools & colors, Planetbikes, MotoGP World) και φυσικά της οικογένειάς του (καθώς εκτός από τον πατέρα και η μητέρα του Βασίλη ακολουθεί παντού και πάντα τις προσπάθειες του γιου της) ο Βασίλης Παντελεάκης θα προσπαθήσει να κάνει ένα ακόμη βήμα πιο κοντά στο όνειρο, βάζοντας την χώρα μας στο στερέωμα του παγκόσμιου επιπέδου των αγώνων. Του ευχόμαστε από καρδιάς καλή επιτυχία!

 

Eπιτυχία του Φουρθιώτη στην Ιταλία

Ένα βάθρο για κάθε κατηγορία του πρωταθλήματος
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

30/5/2019

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Σπύρος-Μάριος Φουρθιώτης κατακτά ένα βάθρο στο ιταλικό πρωτάθλημα. Πέρσι, σαν σήμερα μάλιστα, αναφέραμε τις επιτυχίες του μικρού (σε ηλικία πάντα) αναβάτη που είχε καταφέρει να ανεβεί στο βάθρο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ξαναγωνιστεί στην πίστα Pomposa της Ιταλίας. Φέτος, ο FOURQUEZ28 (Σπύρος-Μάριος Φουρθιώτης) βίωσε καρμπόν το ίδιο σενάριο, καθώς αγωνίστηκε γι’ άλλη μια φορά σε άγνωστο έδαφος κατά τη διάρκεια του ιταλικού πρωταθλήματος. Στην πίστα Adria Raceway και κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, κατάφερε να ανεβεί στο τρίτο σκαλί του βάθρου για την κατηγορία των 110cc και στο δεύτερο σε αυτή των 160cc! Το γεγονός πως ο Φουρθιώτης καταφέρνει για δεύτερη συνεχόμενη φορά να ανεβεί στο βάθρο και μάλιστα σε μια πίστα που δεν έχει ξαναοδηγήσει, υπερτονίζει το ταλέντο του, την αποφασιστικότητά του, αλλά και την δίψα του για τη νίκη! Στο δελτίο τύπου που ακολουθεί μπορείτε να βρείτε περαιτέρω λεπτομέρειες για τους αγώνες, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε αλλά και τα συγχαρητήρια που δέχτηκε απ’ τους αντιπάλους του.

Στο τέλος του άρθρου ακολουθεί πλούσιο φωτογραφικό υλικό 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Έκλεψε την παράσταση και ανέβηκε στο βάθρο των νικητών ο Σπύρος-Μάριος Φουρθιώτης στο Ιταλικό πρωτάθλημα με την Blue Star Ferries στο πλευρό του!

Ο πρώτος αγώνας του CNV MOTOASI είχε ακυρωθεί λόγω κακοκαιρίας κι έτσι ουσιαστικά το πρωτάθλημα ξεκίνησε στις 25 και 26 Μαΐου, στην πολύ όμορφη πίστα Adria Raceway.

Ο Σπύρος-Μάριος Φουρθιώτης είχε μπροστά του μια μεγάλη πρόκληση, καθώς θα έπαιρνε μέρος σε δυο κατηγορίες ταυτόχρονα (110cc / 160cc με πάνω από 20 οδηγούς η κάθε μία), μέσα σε μια πίστα που όλοι σχεδόν οι αντίπαλοί του την έχουν «γυρίσει» εκατοντάδες φορές, καθώς οι περισσότεροι εξ αυτών μένουν πολύ κοντά. Επιπλέον, στην προσπάθεια των διοργανωτών να καλυφθούν οι πρώτοι δυο χαμένοι αγώνες, είχε αποφασιστεί ότι θα γίνονταν τρεις αγώνες ανά κατηγορία (2 συν ένας από τους πρώτους δυο που αναβλήθηκαν), ενώ τριπλός θα είναι και κάποιος άλλος αγώνας στη συνέχεια.

Ο Έλληνας αναβάτης – αλλά και η ομάδα του – είχαν μπροστά τους έναν Γολγοθά με συνεχή sessions και αστραπιαίες αλλαγές, μιας και έπρεπε σε λιγοστό χρόνο να κάνουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις ώστε να είναι έτοιμοι για κάθε κατηγορία ξεχωριστά. Πέραν όλων των άλλων, ο συγκεκριμένος αγώνας είχε και μια άλλη ιδιαιτερότητα: ήταν ο πρώτος στην ιστορία που έγινε νύχτα, υπό το φως των προβολέων, όπως ακριβώς και οι αγώνες στο Qatar για το παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, συνειδητοποιεί κανείς την τιτάνια προσπάθεια που κατέβαλε ο Έλληνας αναβάτης, αλλά και τα ατελείωτα ψυχικά αποθέματα του ίδιου και της ομάδας του.

Κι όμως οι πρώτοι αγώνες του Σαββάτου δεν ξεκίνησαν ιδανικά για τον Σπύρο-Μάριο. Το βράδυ η πίστα είχε πολλή υγρασία και η μοτοσυκλέτα δεν ήταν σωστά στημένη γι’ αυτές τις συνθήκες. Ενήργησε όμως έξυπνα και συνειδητοποιώντας γρήγορα ότι δεν θα μπορούσε να κυνηγήσει τους μπροστά, πήρε μια 6η (110cc) και μια 7η (160cc) θέση, μαζεύοντας σημαντικούς βαθμούς για τη συνέχεια.

Την Κυριακή ήταν που θα έδειχνε το δυνατό του πρόσωπο. Παρά την κούραση, ρίχτηκε αποφασισμένος στη μάχη και πάλεψε σαν ίσος απέναντι σε αντιπάλους που γνώριζαν πολύ καλά την Adria Raceway. Στον πρώτο αγώνα (3ος κατά σειρά) των 110cc, ο Σπύρος-Μάριος έκανε δυνατή εκκίνηση και γρήγορα κέρδισε μια θέση, ανεβαίνοντας στην 4η από την 5η που ξεκίνησε. Κυνήγησε και έπιασε τον τρίτο και μετά από μια ωραία μάχη, κατάφερε να τον νικήσει στον τελευταίο γύρο του αγώνα και να ανέβει στο τρίτο σκαλί του βάθρου!

Ακολούθησε ο αγώνας στα 160cc, με τον Έλληνα αναβάτη να κρατάει ένα σταθερό γυρολόγιο σε όλη τη διάρκειά του, κατακτώντας θέση στην πεντάδα! Στον επόμενο αγώνα των 110cc, έχοντας δυνατή ψυχολογία μετά την προηγούμενη επιτυχία του, ανέβηκε γρήγορα στην 3η θέση. Με δυνατούς χρόνους σε κάθε γύρο, κατάφερε να φτάσει τον οδηγό που ήταν στην πρώτη θέση και να δώσει πολλές και σκληρές μάχες μαζί του. Το θέαμα ήταν εξαιρετικό και η δεύτερη θέση που τελικά πήρε ο Σπύρος-Μάριος, ήταν μια ακόμα επιβεβαίωση του ταλέντου του. Στον τελευταίο αγώνα του εξαντλητικού διημέρου για τον Έλληνα πιλότο από την Κω, θα περίμενε κανείς ότι η κούραση θα τον είχε καταβάλει. Όμως και πάλι κατάφερε να εκπλήξει ευχάριστα τους πάντες και απέναντι στους 25 οδηγούς της κατηγορίας των 160cc, να πάρει την 4η θέση χάνοντας το βάθρο κυριολεκτικά για μερικά χιλιοστά του δευτερολέπτου.

Η συνολική παρουσία του Σπύρου-Μάριου δεν πέρασε απαρατήρητη και πολλές από τις ομάδες έδωσαν συγχαρητήρια στον οδηγό μας, τόσο για την ταχύτητά του όσο και για το αγωνιστικό του ήθος. Η ομάδα και ο Σπύρος-Μάριος Φουρθιώτης θέλουν να ευχαριστήσουν όλους τους χορηγούς τους για τη σταθερή στήριξή τους και καλωσορίζουν την Blue Star Ferries, το νέο μεγάλο χορηγό του Σπύρου-Μάριου, η παρουσία του οποίου ανέβασε στα ύψη τη ψυχολογία του Έλληνα αναβάτη, δίνοντάς του την απαραίτητη ώθηση ώστε να καταφέρει να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις και να επιστρέψει στην Ελλάδα με δυο ακόμα βάθρα στο ενεργητικό του.

Σπύρος-Μάριος Φουρθιώτης #28

«Μετά το τέλος αυτών των πολύ κουραστικών ημερών, νοιώθω αρκετά καταπονημένος αλλά και χαρούμενος συγχρόνως, μιας και πέτυχα το στόχο μου που ήταν να ανέβω τουλάχιστον μια φορά στο βάθρο. Ειδικά σ’ αυτή την πίστα τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα για εμένα, μιας και οι περισσότεροι αντίπαλοί μου την έχουν οδηγήσει πάρα πολλές φορές. Για εμένα ήταν η δεύτερη φορά που αγωνίζομαι στην Adria και πιστεύω ότι κάναμε καλή δουλειά. Φυσικά δεν ξεχνάω ποτέ την πολύτιμη υποστήριξη της οικογένειάς μου και των χορηγών μας και ειδικά την Blue Star Ferries που μας γέμισε χαρά, συμβάλλοντας και αυτή στις μάχες που έδωσα εδώ για να ανεβάσω την Ελληνική σημαία 2 φορές στο βάθρο».