ΕΤΤ: Όλες οι μοτοσυκλέτες ακριβότερες στην Ελλάδα και με μικρότερο κέρδος

Τεράστια η διαφορά στα μεγαλύτερα κυβικά
ΕΤΤ: Όλες οι μοτοσυκλέτες ακριβότερες στην Ελλάδα και με μικρότερο κέρδος
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

7/7/2026

Είναι συγκλονιστικό πως μία μεγάλη μερίδα του κοινού εξακολουθεί να αγνοεί το γεγονός πως η Πολιτεία χρεώνει ένα σημαντικό ποσοστό πρόσθετου φόρου που καμία άλλη χώρα της Ε.Ε. δεν επιβάλλει, επιβαρύνοντας σημαντικά την αγορά ενός νέου οχήματος.

Είμαστε η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό δίκυκλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τεράστια μάλιστα διαφορά από Ιταλία και Ισπανία, τις χώρες που ακολουθούν σε ποσοστό ανά 1.000 κατοίκους, έχουμε σημαντικά χειρότερους δρόμους και άρα μεγαλύτερη ανάγκη για μοτοσυκλέτες καλύτερης ενεργητικής ασφάλειας και όμως κάθε αγορά νέας μοτοσυκλέτας επιβαρύνεται κατά μέσο όρο με 12% εδώ και πολλά χρόνια!

Η εικόνα αυτή υπήρξε χειρότερη πριν από μία εικοσαετία, όταν ο ξεσηκωμός για το ΕΤΤ ήταν μεγαλύτερος και εντάθηκε η δυσαρέσκεια τα επόμενα χρόνια όταν έγινε προσπάθεια στροφής προς τα 125 κυβικά. Για αυτό και είδαμε μία μείωση 2-3% στα δημοφιλή κυβικά και μηδενισμό στα έως 125. Αυτή την στιγμή όμως παραμένει ιδιαίτερα υψηλό το τίμημα το οποίο διαμορφώνεται ως εξής:
 

Κυβικά (cc)

Παλιό ΕΤΤ

Σημερινό ΕΤΤ

Έως 125

2%

0%

126 - 249

3%

2%

250 - 900

9%

7%

901 - 1400

15%

12%

1401 - 1600

18%

14%

1601 - 1800

22%

17%

Άνω των 1800

32%

25%


Το Ειδικό Τέλος Ταξινόμησης προσαρμόζεται με τα κυβικά και αποτελεί ποσοστό βάση της αξίας της μοτοσυκλέτας. Οπότε όταν μία μοτοσυκλέτα 1.000 κυβικών που κοστίζει 13.000 εισέρχεται στην Ελλάδα, αυτομάτως η τιμή της αναπροσαρμόζεται στα 14.560, αυξημένη κατά 12%.
Από εκεί και πέρα η διαφορά με έξω συνεχίζεται καθώς η χώρα μας έχει έναν από τους μεγαλύτερους συντελεστές ΦΠΑ, ενώ αυξημένο είναι το μεταφορικό κόστος, μιας και τα καύσιμά μας είναι ακριβότερα, όπως αυξημένο είναι γενικότερα το κόστος διαχείρισης των μεταφορών.

Παρά το αυξημένο κόστος εισαγωγής, η Ελλάδα παρουσιάζει αρκετές περιπτώσεις όπου οι τιμές είναι ίδιες, ορισμένες φορές και κατώτερες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό απλά σημαίνει πως η εκάστοτε αντιπροσωπεία στην Ελλάδα λειτουργεί με μικρότερο κέρδος και ο λόγος που το κάνει αυτό είναι ο αυξημένος ανταγωνισμός. Συνήθως αυτό θα το δει κανείς σε μοτοσυκλέτες από 250 έως 900 κυβικά, καθώς το ποσοστό από εκεί και πάνω είναι ιδιαίτερα μεγάλο για να το απορροφήσει.

Βασικός τομέας επίσης που απορροφά το ΕΕΤ, και έχει επιβάλλει και στους υπόλοιπους να το πράξουν αυτό, είναι οι νεοεισερχόμενες εταιρείες από την Κίνα που σε πολλές περιπτώσεις έχουν δεσμευτεί στους κατασκευαστές κατά την ανάληψη της αντιπροσώπευσης να πιάσουν γρήγορα ένα μερίδιο της αγοράς που απέχει από την λογική πρόβλεψη, με βάση τα δεδομένα της κατηγορίας-στόχευσης. Εκτός και αν τα δεδομένα αυτά αλλάξουν πορεία. Για αυτό και χαμηλώνουν την τιμή όσο περισσότερο γίνεται ώστε να αποτελεί ένα δέλεαρ ακόμη και για εκείνον που αμφιταλαντευόταν για αγορά γενικά και όχι απλά ανάμεσα σε 2-3 μοντέλα. Μία τέτοια πρακτική χρησιμοποιείται ακόμη και για δημιουργία στραγγαλισμού προς εκείνους που έχουν μικρότερη ευρωστία, από τους εισαγωγείς με μεγαλύτερα οικονομικά αποθέματα που επιλέγουν την μείωση σε συγκεκριμένα πάντα μοντέλα, για να αναγκάσουν τον βασικό ανταγωνιστή να κατεβάσει τιμές και να έχει μικρότερη κερδοφορία. Προς το παρόν αυτό λειτουργεί μόνο θετικά προς τον υποψήφιο αγοραστή. Μακροπρόθεσμα θα έχει συνέπειες διότι αντίστοιχα συμπιέζονται και τα ποσοστά των καταστημάτων που στηρίζονται ολοένα και περισσότερο στην παροχή πρόσθετων υπηρεσιών για την επιβίωσή τους και όχι στην πώληση, πλην λίγων και συγκεκριμένων περιπτώσεων με τεράστιο αριθμό μηνιαίων διελεύσεων.

Αυτός ο πόλεμος τιμών θα γινόταν όμως έτσι και αλλιώς, απλά θα μπορούσε να γίνει με καλύτερους όρους για όλη την αλυσίδα, αν δεν υπήρχε μία επιπρόσθετη φορολογία πάνω από το ήδη υψηλό ΦΠΑ.

Ας είναι επίσης ξεκάθαρο προς τον αναγνώστη, πως θεωρούμε απίθανο ο μηδενισμός του ΕΤΤ στις μοτοσυκλέτες να επέστρεφε ακέραιος στην τελική τιμή λιανικής. Όπως ακριβώς έγινε και με την μείωση του ΦΠΑ στα κράνη ένα ποσοστό αυτής της μείωσης θα πήγαινε στο κέρδος είτε του εισαγωγέα, είτε ακόμη καλύτερα στο κατάστημα που πραγματοποιεί την τελική πώληση και που λειτουργεί ορισμένες φορές με μονοψήφια ποσοστά. Σε μία πώληση ακριβής μοτοσυκλέτας το ποσοστό αυτό δεν είναι ευκαταφρόνητο αλλά στα βασικά μοντέλα της ελληνικής αγοράς το ποσοστό από μία πώληση πολλές φορές δεν καλύπτει τον χρόνο που χρειάστηκε για να γίνει η πώληση.

Από τους παραδοσιακούς παίκτες της αγοράς, κάποιοι έχουν πάρει την απόφαση να απαντήσουν επιθετικά στην επίθεση των νεοεισερχόμενων εταιρειών αναλόγως κατηγορίας κυβισμού και ύψος ανταγωνισμού.

Όπως είναι λογικό στα μεσαία κυβικά όπου το ΕΤΤ φτάνει στο 7% παρατηρούνται οι περισσότερες εξισώσεις με τους τιμοκαταλόγους του εξωτερικού, όχι μόνο γιατί είναι πιο εύκολο να διαχειριστεί κανείς το ποσοστό αυτό, αλλά γιατί και ο ανταγωνισμός σε αυτά τα κυβικά είναι πολύ ισχυρότερος.

Ένα καλό παράδειγμα είναι τα Yamaha Tracer 7 και Tracer 9 που έχουν το ίδιο ποσοστό ΕΤΤ στο 7% καθώς το Tracer 9 φτάνει οριακά στον κυβισμό της επόμενης κλίμακας χωρίς όμως να το ξεπερνά. Η Yamaha μείωσε την τιμή στα Tracer 7 για να πιάσει τον ανταγωνισμό και μαζί πιάνει και την υπόλοιπη Ευρώπη, περισσότερο από ότι στο Tracer 9. Συνολικά είναι από εκείνους που απαντούν επιθετικά με όφελος προς τον αγοραστή, όπως θα δούμε πως κάνει και η Suzuki σε αντίθεση με αυτό που κάνει η Honda.

Οπότε το Yamaha Tracer 7 στο οποίο η Yamaha γενικά έχει προσπαθήσει να κινείται σταθερά κάτω από το ψυχολογικό όριο των 10.000€ στις χώρες του Νότου όπου ο ανταγωνισμός είναι ισχυρότερος και η εξάπλωση των κινέζων μεγαλύτερη οι τιμές διαμορφώνονται ως εξής:

  • Ισπανία: 9.999 €
  • Ιταλία: 9.999 €
  • Γαλλία: 10.290 €
  • Ελλάδα: 9.990 € (Σημείωση: Η αρχική τιμή ήταν 10.290€, όμως η ελληνική αντιπροσωπεία τρέχει μειωμένο τιμοκατάλογο/προσφορά στα 9.990€).

Στο Yamaha Tracer 9 βλέπουμε πως η απόσταση μεγαλώνει, αλλά συνολικά δεν έχει μεταφερθεί όλο το ποσοστό του συνόλου των πρόσθετων φόρων στον τελικό αγοραστή και μέρος αυτού έχει απορροφηθεί.

  • Ισπανία: 11.849 €
  • Ιταλία: 12.199 €
  • Γαλλία: 12.499 €
  • Ελλάδα: 12.990 €

Το Suzuki V-Strom 800 είναι επίσης ένα καλό παράδειγμα γιατί η Suzuki είναι από τις εταιρείες που κατά παράδοση βοηθούν λιγότερο τους εισαγωγείς, συγκριτικά με τους υπόλοιπους τρεις της Ιαπωνίας, ενώ δεν έχουν και γραφείο Ευρώπης που να συντονίζει το marketing και τις αγορές, με Ευρωπαϊκά στελέχη που να ζουν εδώ και να έχουν αμεσότητα στην γενική εικόνα. Οι τιμές στα αντίστοιχα παραδείγματα είναι:

  • Ιταλία                   8.890€               Η φθηνότερη της Ευρώπης
  • Ισπανία               8.999€                Εκδοση V-Strom 800 "Tech"
  • Γαλλία                  9.799€               Αρχικά πάνω από 10.500€
  • Ελλάδα               9.895€                Μειωμένη τιμή από τα 10.595€

Αυτό σημαίνει πως στην Ελλάδα η πώληση του V-Strom αφήνει μικρότερο κέρδος από ότι στην Γαλλία ενώ η διαφορά τιμής με Ισπανία και Ιταλία πηγαίνει σε πρόσθετους φόρους.

Η αντιπροσωπεία της Honda κάνει μικρότερη προσπάθεια από τους υπόλοιπους Ιάπωνες να απορροφήσει την πρόσθετη φορολογία, αλλά ψαλιδίζει και αυτή το ποσοστό κέρδους συγκριτικά με τις θυγατρικές της Honda στις υπόλοιπες αγορές του παραδείγματος. Το νέο CB1000GT διαμορφώνεται ως εξής:

  • Ιταλία                  14.290€                           
  • Ισπανία               14.990€            
  • Γαλλία                 15.290€                           
  • Ελλάδα               15.990€                           

Παρότι έχει μειωμένο ανταγωνισμό ως μοντέλο και υψηλό ποσοστό ΕΤΤ που στην συγκεκριμένη περίπτωση σκαρφαλώνει στο 12% όταν στο Tracer9 είναι στο 7%, αντίστοιχη διαφορά υπάρχει και στο Transalp 750 του 7% ΕΤΤ:

  • Γαλλία                10.350€
  • Ιταλία                  10.790€                           
  • Ισπανία               10.900€            
  • Ελλάδα               11.500€

Ένα παράδειγμα που εμπίπτει σε όσα λέγαμε αρχικά για επιθετική πολιτική είναι το Kove 800X Rally που στην Ελλάδα κοστίζει 8.195€ χωρίς τα έξοδα για την έκδοση πινακίδας, αλλά στην Ιταλία ανεβαίνει στα 10.290€ σε κατάσταση προσφοράς και στην Ισπανία 10.700€!

Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως ο εξαιρετικά έντονος ανταγωνισμός που υπάρχει αυτή την στιγμή στην Ελληνική αγορά δημιουργεί ευκαιρίες παρόλο που ισχύει εδώ ένα πολύ διαφορετικό φορολογικό πλαίσιο και στο τέλος μπερδεύει εκείνον που προσπαθεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει με το Ειδικό Τέλος Ταξινόμησης, το οποίο εκτός από κυμαινόμενο με βάση τα κυβικά, κάποιες φορές απορροφάται αλλά τις περισσότερες μετακυλίεται στον τελικό ιδιοκτήτη.

Στα σκούτερ έως 125 κυβικά δεν υπάρχει επιβάρυνση ενώ είναι πολύ μικρή και έως τα 250 κυβικά, μόλις 2%. Σκαρφαλώνει όμως αμέσως στο 7% και γίνεται πολύ υψηλό, αντίστοιχα με το κέρδος της αντιπροσωπείας από τα 901 κυβικά και πάνω, ενώ ελάχιστα είναι τα παραδείγματα όπου λόγω κυβισμού η επιβάρυνση φτάνει το 17% ή σκαρφαλώνει και παραπάνω στο 25% όπως για παράδειγμα στο Rocket III της Triumph.

Ας μην ξεχνάμε πως το Ειδικό Τέλος Ταξινόμησης αποτελεί σημείο τριβής της Πολιτείας με την Ε.Ε. γιατί η επιβολή του έχει χαρακτηριστεί παράνομη στις μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες.

Αυτή την στιγμή ισχύει ο εξής πίνακας για τις μεταχειρισμένες:
 

Ηλικία Μοτοσυκλέτας

Ποσοστό Απομείωσης Αξίας

Από 1 έως 2 έτη

14%

Άνω των 2 έως 3 έτη

21%

Άνω των 3 έως 4 έτη

25%

Άνω των 4 έως 5 έτη

32%

Άνω των 5 έως 6 έτη

35%

Άνω των 6 έως 7 έτη

39%

Άνω των 7 έως 8 έτη

42%

Πάνω από 8 έτη

46%

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εξαντλήσει τα περιθώρια προειδοποιήσεων στην Ελλάδα με επισημάνσεις το 2021, το 2023 και έπειτα το 2024.

Έχει ήδη περάσει η τελευταία διετία και πλέον η υπόθεση έχει εισαχθεί στο Δικαστήριο.

Η Ελλάδα αναμένεται να καταδικαστεί, θα είναι μία έκπληξη αν δεν συμβεί αυτό, και τότε θα επιβληθούν βαριές οικονομικές κυρώσεις για την συνέχιση της πρακτικής.

Κύκλοι της Ε.Ε. επισημαίνουν πως το πρόστιμο θα έχει την λογική να ξεπερνά το κέρδος της Πολιτείας από την επιβολή του ΕΤΤ, για να μην συνεχίσει να συμφέρει να πληρώνει την διαφορά.

Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να σταματήσει η επιβολή του στην εισαγωγή μεταχειρισμένων, αλλά δεν υποχρεώνει η ΕΕ να εκμηδενιστεί και από τα καινούρια οχήματα.

Η ΕΕ θα έμπαινε στην διαδικασία να επιβάλλει την διακοπή του ΕΤΤ και από τα καινούρια, όχι μόνο από τα μεταχειρισμένα, μονάχα στην περίπτωση που θα υπήρχε Made in Greece μοτοσυκλέτα. Διότι σε εκείνη δεν θα επιβαλλόταν ΕΤΤ στα Τελωνεία από την στιγμή που θα έφευγε προς τα καταστήματα απευθείας από το εργοστάσιο και θα δημιουργούσε έτσι αθέμιτο ανταγωνισμό.

Στην Ελλάδα υπάρχει πλέον Made in Greece, το Noos που είναι όμως αμιγώς ηλεκτρικό και καθώς δεν επιβάλλεται ΕΤΤ στις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες και σκούτερ, δεν λειτουργεί ως το παραθυράκι για να επιβάλλει η Ε.Ε. τον επιθυμητό εκμηδενισμό.

Υπάρχει ακριβώς ΜΗΔΕΝ ελπίδα να αφαιρέσει το ΕΤΤ ο Κυριάκος Πιερρακάκης που έχει αναλάβει Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, από τα νέα οχήματα, μόλις ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ αφαιρεθεί από τα μεταχειρισμένα.

Ωστόσο, σταδιακά η πίεση που θα ασκηθεί στην αγορά από την διαφορά μεταξύ εισαγόμενων μεταχειρισμένων και νέων, θα μεταφερθεί και στο δικό του Υπουργείο ζητώντας την λήψη μέτρων για να μπορέσουν οι τιμές να μειωθούν. Ήδη το Υπουργείο εισπράττει περισσότερα από άλλες χώρες μέσω του υψηλότερου συντελεστή ΦΠΑ, ας περιορίσει την όρεξή του σε αυτό αφαιρώντας το ΕΤΤ.

Αφιέρωμα Giuseppe Mori: Ο "πρεσβευτής" των αφανών ηρώων!

Ο σπουδαίος ρόλος των μικρών μοτοσυκλετιστικών βιοτεχνιών
12/11/2020

Ο Δημόκριτος είχε πει πως υπάρχουν δύο είδη γνώσης, η γνήσια (σαφής) και η σκοτεινή (ασαφής). Με την έλευση του κορωνοϊού διανύουμε μια πρωτοφανή περίοδο ανασφάλειας και παραφιλολογίας. Ο καθένας βέβαια είναι ελεύθερος να πιστεύει ότι θέλει. Το σημείο όμως που ενοχλεί, είναι άτομα που με την απουσία γνώσης προσπαθούν να διαδώσουν/επιβάλλουν λανθασμένες και επικίνδυνες απόψεις. Όντας, αν μη τι άλλο, ένας ορκισμένος μοτοσυκλετιστής και φίλος της δίκυκλης ιστορίας, θα αναγάγω το παραπάνω παράδειγμα στον κόσμο της μοτοσυκλέτας που η παραφιλολογία πολλές φορές δίνει και παίρνει και συχνά θίγει επαγγελματίες και εταιρείες.

"Μην πάτε στον "Χ" μηχανικό, μου χάλασε τη μοτοσυκλέτα μου", παράκουσα από την στεντόρεια φωνή ενός θαμώνα καφετέριας και ευθύς έστρεψα τα ώτα μου προς το τραπέζι του. Το γεγονός ότι υποστήριζε, με στόμφο, την αναξιοπιστία των Ducati, κρατούσε το ενδιαφέρον των ακροατών του (που φαίνονταν λιγότερο "τριμμένοι" στο θέμα μοτοσυκλέτας), αλλά και το δικό μου αμείωτο. Ήταν φανερό πως είχε μετανιώσει πικρά για την αγορά ενός μεταχειρισμένου 749. Απ’τον πομπώδη μονόλογό του, προέκυψε ότι το συγκεκριμένο 749 των 2.500 ευρώ, πήρε ζωή μετά από τέσσερα χρόνια ακινησίας. Η επισκευή είχε γίνει σ’ έναν συνοικιακό μηχανικό –διότι, όπως υποστήριξε, τα επίσημα δίκτυα υπερχρεώνουν- και από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι το γερασμένο ιταλικό supersport "ψηνόταν" στην κίνηση του αθηναϊκού κέντρου καθημερινά. Σε συνέχεια της συζήτησης με τους φίλους του ακούστηκε και το cliché πλέον KTM = Κάθε Τρίτη Μάστορα. Και ενώ φαινόταν τα επιχειρήματα του να κερδίζουν έδαφος με τους φίλους του, κάπου δεν άντεξα και ενήργησα ως ελατήριο: "Κανείς δεν σου φταίει φίλε μου, ούτε ο μηχανικός, ούτε η Ducati. Απλά έχεις άγνοια."

Άκομψη απάντηση από κάποιον άγνωστο που δεν του απηύθυναν ποτέ το λόγο, αλλά με ώθησε το ακράδαντο πιστεύω μου για την αξία της έρευνας. Μόνο έτσι μπορούμε να εξετάσουμε και να προσεγγίσουμε υπο το σωστό πρίσμα τις όποιες μοτοσυκλετιστικές θεωρίες, για να διευρυνθεί η οπτική μας. Και σήμερα, σαν παράδειγμα, θα φέρω τις παρεξηγημένες μικρές εταιρείες όπως την Ηοrex, Fantic, Bimota κλπ. πoυ δέχονται τα πυρά για τα μικρά δίκτυα πώλησης, την αναξιοπιστία, τη μη χρηστικότητα, τη δυσκολία εύρεσης ανταλλακτικών και άλλα τόσα, που ναι μεν δεν είναι πάντα ανυπόστατα, αλλά δεν είναι και λίγες οι φορές που κάποια πράματα είναι απλά μύθοι – τροφή για μηρυκαστικά.

Θα πρέπει πάντως να δεχτούμε, ότι τέτοιου είδους εταιρείες παράγουν μοτοσυκλέτες που στοχεύουν σε πολύ συγκεκριμένες αγορές (niche markets αγγλιστί), απαιτούν πολύ συνειδητοποιημένο πελατολόγιο, και λόγω του μικρού τους μεγέθους, έχουν την τάση να γίνονται προσωποκεντρικές: εννοώντας ότι, οι πιστοί ακόλουθοι τους εκτιμούν πέρα από το προϊόν, το όραμα, το θάρρος και την επιμονή των ανθρώπων που εργάζονται γι αυτές και που μάχονται καθημερινά με τους λογιστές για να καταφέρουν να φτάσουν αυτές οι ιδιαίτερες μοτοσυκλέτες στην αγορά.

Ο Massimo Tamburini (αριστερά) με τον Giuseppe Morri (δεξιά) ήταν οι πραγματικοί ιδρυτές της Bimota Meccanica

 

Για να γίνω κατανοητός, θα χρησιμοποιήσω το παράδειγμα του Giuseppe Morri, συνιδρυτή της Bimota, μιας εταιρείας που με δύο πτωχεύσεις (2003 και 2015) και την περιορισμένη, σε βεληνεκές, επιχειρηματική δραστηριότητα, έχει πέσει θύμα λοιδορίας ουκ ολίγες φορές. Αλλά, επιτρέψτε μου, να εμβαθύνω λίγο και θα καταλάβετε γιατί ο φανταστικός και αξιέπαινος κύριος Morri, έκανε την πολύ μικρή Bimota ξακουστή σε όλον τον κόσμο και γιατί πρέπει να εκτιμούμε την ύπαρξη εταιρειών σαν και αυτήν.

Η Bimota ξεκίνησε ως μια τοπική εταιρεία στο Rimini της Ιταλίας που δεν είχε καμία σχέση με την παραγωγή μοτοσυκλετών, αλλά εξειδικευόταν στην κατασκευή συστημάτων κλιματισμού. H Idrotermica Bimota ιδρύθηκε στις 15 Μαίου του 1966 από τους Valerio Bianchi, Giuseppe Morri και Massimo Tamburini. To Bimota προέκυψε από τα αρχικά των επωνύμων των ιδρυτών της (BIanchi, MOrri, ΤAmburini) με τον τελευταίο να εξελίσσεται μελλοντικά στον superstar σχεδιαστή του Cagiva Group (αργότερα MV Agusta Group) -υπεύθυνο για σημαντικές δημιουργίες όπως το Cagiva Mito, το Cagiva C589, το Ducati 916 και τα MV Αgusta F4/Brutale.

Στην περίοδο της Idrotermica Bimota, ο Tamburini έχει ήδη επιδείξει το ταλέντο και την ικανότητά του στο να δίνει λύσεις ακόμα και στις πιο δύσκολες αναθέσεις, καθώς και την τρομακτική προσήλωση και τελειομανία στη δουλειά του. Οι ικανότητές του, σε συνδυασμό με την έντονη prima donna προσωπικότητα, αλλά και τις "σκαστές" που έκανε από την δουλειά για να ασχοληθεί με τις μοτοσυκλέτες του, θα ωθήσει τον Ιούνιο του 1972 έναν εκνευρισμένο Bianchi (που ήταν εξάδελφος του Morri) εκτός εταιρείας, πρωτού καν η Bimota αρχίσει να δραστηριοποιείται στον κόσμο της μοτοσυκλέτας.

Αυτό θα αφήσει τον Morri μόνο (που μέχρι τότε είχε μια Vespa 150 και αραιά και που παρακολουθούσε αγώνες μοτοσυκλέτας στην περιοχή της Αδριατικής) στο έλεος του βαθύτατα φανατικού μοτοσυκλετιστή Tamburini, ο οποίος μετά από ένα ατύχημα στο Misano με ένα Honda CB750, τον Σεπτέμβριο του 1972, έπεισε τον συνέταιρό του ότι μπορούσε να σχεδιάσει και να κατασκευάσει ένα καλύτερο πλαίσιο, που θα λειτουργούσε και σαν διαφήμιση για την εταιρεία τους.

To εργοστάσιο της Bimota το 1979

 

Έτσι φτάνουμε στην ίδρυση της Bimota Meccanica το 1973. Με τoν Tamburini αποκλειστικά στα ηνία του τεχνικού σχεδιασμού (o Μorri είχε αναλάβει την διοίκηση της εταιρείας), μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα διατίθενται προς πώληση κιτ, αλλά και ολόκληρες μοτοσυκλέτες με επαναστατικές τεχνολογικές λύσεις (βλέπε μοντέλα όπως το YB1, KB2, HDB1 κ.λ.π).

Από το 1977, πεπεισμένοι πλέον για τις προοπτικές της Bimota Meccanica, oι Morri και Τamburini σταματούν την ενασχόληση με τους κλιματισμούς και εστιάζουν αποκλειστικά στην παραγωγή μοτοσυκλετών, παρά τις απίστευτες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Τι είδους δυσκολίες; Παραδείγματος χάριν, εκείνη την χρονιά, εξαιτίας ενός νομικού πλαισίου που τροποποίησε η ιταλική κυβέρνηση, 200 κινητήρες της Suzuki που προορίζονταν για το νέο SB2 "κόλλησαν" στο λιμάνι του Livorno και εστάλησαν πίσω στην Iαπωνία, με κίνδυνο η Bimota να χάσει 50% τoυ ετήσιου τζίρου της και να ακυρώσει όλη την παραγωγή των SB2 (που είχε παραγγείλει η Saiad –o Iταλός αντιπρόσωπος της Suzuki). Προσπαθήστε να φανταστείτε πώς θα νιώθατε αν κλείνατε μια υγιή και "σίγουρη" επιχείρηση, όπως η Bimota Idrotermica, για να κρατήσετε τη Δαμόκλειο σπάθη εν ονόματι Bimota Meccanica και έπειτα να λαμβάνατε τα σοκαριστικά νέα του Livorno...

O Virginio Ferrari κατέκτησε το πρωτάθλημα TT F1 το 1987 πάνω σε ένα Bimota YB4

 

Ο Μοrri με τον καιρό κατάλαβε ότι με την επιλογή του να κρατήσει την Bimota Meccanica, τα ανοικτά μέτωπα θα υπήρχαν παντού και πάντα. Tο 1979 με την ένταξη του Αμερικάνου Randy Mamola στην αγωνιστική ομάδα της Bimota, ο δύσμοιρος Μorri ήρθε αντιμέτωπος μ’ έναν ταλαντούχο, αλλά δύστροπο και ανώριμο νεαρό, o οποίος δημιουργούσε μόνιμα προβλήματα. Πέρα από τις συνεχόμενες κλήσεις που λάμβανε η εταιρεία από την τροχαία του Rimini (είχαν παραχωρήσει στον Mamola ένα Fiat 128), o Αμερικάνος αρνιόταν πεισματικά να φορέσει κράνη-σπόνσορες της Bimota, με την δικαιολογία ότι είχαν μόνο ευρωπαϊκή έγκριση τύπου και όχι των ΗΠΑ. Αργότερα, είχε δημιουργηθεί αρνητικό κλίμα να παραστεί σε δοκιμές, με την δικαιολογία ότι δεν του είχαν ακόμα φέρει την Mustang του. Ακόμα χειρότερα, μετείχε σε αγώνα με εξοπλισμό στα χρώματα παλιότερων χορηγών και όχι της Bimota, γιατί απλά "τον βόλευαν καλύτερα". Και αυτό όχι σ’ έναν οποιονδήποτε τοπικό αγώνα, αλλά στα 200 μίλια της Daytona! Τα αμέτρητα καμώματα του Μamola έμειναν γνωστά στους κύκλους της Bimota ως "mamolata".

H Bimota, παρ' όλα αυτά, επέζησε τη δεκαετία του '70, αύξησε σταδιακά τον αριθμό των διαθέσιμων μοντέλων της και τις νίκες στις πίστες, με αποκορύφωμα το 1980, όπου ο Νοτιοαφρικανός John Ekerold κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα Grand Prix στην κατηγορία των 350 cc. Και αυτό, επτά μόλις χρόνια από την ίδρυση της Bimota Meccanica.

Συνεπώς, η δεκαετία του 1980 φάνταζε πως θα ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς, ωστόσο ένα χρόνο μετά στην πίστα της Rieja (πρώην Γιουγκοσλαβία, νυν Κροατία), o Morri γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ενός τραγικού δυστυχήματος με τον βίαιο θάνατο του Γάλλου αναβάτη Michel Rougerie που θα τον στιγματίσει για πάντα.

Με την έλευση της νέας δεκαετίας, οι Μorri και Tamburini έχουν πλέον συνειδητοποιήσει ότι είναι σημαντικό να διατηρούν την ορμή τους και να εξελίσσουν, μόνιμα, νέα μοντέλα με καινούριες τεχνολογίες, για να μπορούν να βρίσκονται πάντα μπροστά στις εξελίξεις, καθώς ο ιαπωνικός ανταγωνισμός άρχισε να "ξυπνάει" και στο κομμάτι της εξέλιξης πλαισίων.

Το 1983 όμως συνέβη το αδιανόητο: Ο Τamburini αποχωρεί από την Bimota, ενώ προηγουμένως είχαν προηγηθεί κάποια συμβάντα με "περίεργες" συμπεριφορές από μέρους του. Στην πραγματικότητα, ο Tamburini είχε σπάσει κάτω από την πίεση των χρεών, την ανάγκη για αναδιάρθρωση της εταιρείας και την ανάγκη για γρήγορη εξέλιξη νέων μοντέλων. Με το τελευταίο να είναι ευθύνη που βάραινε αποκλειστικά εκείνον.

Ο Morri μένει ξαφνικά "ξεκρέμαστος" από τον άνθρωπο που ουσιαστικά "του είχε φάει τα αυτιά" να δραστηριοποιηθούν στο τομέα των μοτοσυκλετών. Ο ταλαντούχος άνθρωπος και πηγή των πρωτοποριακών ιδεών της Bimota είχε κάνει φτερά για την αγωνιστική ομάδα Gallina του Franco Uncini και λίγο αργότερα (1985), για την ατρωσία και την ευρωστία που του προσέφεραν -μέχρι το τέλος της καριέρας του- οι γαλαντόμοι αδερφοί Castiglioni του Cagiva/MV Agusta Group. Επιπλέον, η έξοδος του από την Bimota κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν. O Μοrri είχε να αντιμετωπίσει έναν Tamburini που εκείνη την περίοδο λειτουργούσε αλλοπρόσαλλα.

Το ιδιοφυές Bimota Tesi 1D (1991)

 

Επιπροσθέτως, ο προδομένος Μοrri έπρεπε να βρει άμεσα έναν ικανό αντικαταστάτη, επειδή όλο το image της Bimota βασιζόταν πάνω στην καινοτομία. Aυτό προαπαιτούσε εξαιρετική διαίσθηση για να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος που θα οδηγούσε την Bimota γρήγορα στη μετά Τamburini εποχή. Από την άλλη μεριά, ο Morri έπρεπε να παλέψει για να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των προμηθευτών, των αντιπροσώπων, των πελατών και του προσωπικού που μάθαιναν ότι ο "Μίδας" της Bimota αποχωρούσε. Και όλα αυτά, σε μια Bimota που βάδιζε γοργά προς την χρεοκοπία και με έναν Tamburini που ένα χρόνο μετά την αποχώρηση του, εξακολουθούσε να δημιουργεί προβλήματα, νομικής φύσεως και μη. Επιπλέον, ο Morri ήταν ένας τυπικός αφοσιωμένος οικογενειάρχης, πατέρας και σύζυγος, με τις αντίστοιχες βαρύνουσες υποχρεώσεις. Ανακαλώντας εκείνες τις δύσκολες στιγμές, ο Morri είχε δηλώσει:

"Φτάνοντας στα μέσα Ιουλίου (του 1984) και έχοντας στα χέρια τις οικονομικές καταστάσεις του πρώτου εξαμήνου, μου είχε καταστεί σαφές ότι τα επισφαλή χρέη, εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης, θα μπορούσαν να κατακλύσουν όλες τις εταιρικές δραστηριότητες σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Συμπεριλαμβάνοντας και τους μετόχους! Πέρασα το επόμενο Σαββατοκύριακο στην εταιρεία, εντελώς μόνος, εξέτασα όλες τις πιθανές ευκαιρίες που μπορούσε να σκαρφιστεί ο νους μου. Εκείνες τις ώρες σκέφτηκα επίσης ότι είχα την δυνατότητα να τα παρατήσω όλα, αλλά δεν έχασα ποτέ την πίστη μου στο ότι η Bimota μπορούσε να τα καταφέρει."

Αυτό σκέφτηκε και αυτό έκανε. O Μοrri αντικατέστησε τον Tamburini με τον επίσης ταλαντούχο Federico Martini, προχώρησε με την προτεινόμενη πτυχιακή δύο φοιτητών του Πανεπιστημίου της Bologna (Pierluigi Marconi και Roberto Ugolini) και παρουσίασε το επαναστατικό πρωτότυπο Tesi 400 (που σημαίνει κυριολεκτικά πτυχιακή στα ιταλικά) με το ιδιοφυές εναλλακτικό μπροστινό σύστημα, πετυχαίνοντας να διατηρήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και να αποδείξει ότι η Bimota θα επιζούσε και χωρίς τον Tamburini. Παρ' όλα αυτά δεν καταφέρνει να γλιτώσει ολοκληρωτικά την εταιρεία από τον οικονομική κατρακύλα και για τα επόμενα δύο χρόνια η επιχείρησή του μπαίνει σε ελεγχόμενη διαχείριση από το δικαστήριο του Rimini. Εν τούτοις, οι παγωμένες οφειλές, δίνουν χρόνο και ανάσα στο Morri να αναδιαρθρώσει την εταιρεία του.

Το 1985 παρουσιάζει το Bimota DB1, το πρώτο με κινητήρα Ducati, που κάνει θραύση κυρίως στην Ιαπωνική αγορά. Την ίδια χρονιά όμως, και ενώ βρίσκεται σε επαγγελματικό ταξίδι στο Τόκιο της Ιαπωνίας, ο Morri παθαίνει έμφραγμα. Το βάρος των υποχρεώσεων και η υπεράνθρωπη προσπάθεια τον είχαν καταβάλλει. Αντιθέτως, δεν πτοείται και συνεχίζει ακάθεκτος με έναν χαρακτηριστικό ζήλο.

Το Bimota Tesi 400 κράτησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αμείωτο κατά την έξοδο του Massimo Tamburini από την Bimota

 

Στις 6 Νοεμβρίου του 1986, η Bimota απαλλάσσεται από την ελεγχόμενη διαχείριση και το 1987 ο Virginio Ferrari κατακτά το πρωτάθλημα ΤΤ F1 πάνω σε ένα Bimota YB4 R. Σημαντικές νίκες σημειώνονται και σε άλλα πρωταθλήματα όπως αυτές των Malcolm Tunstall (πρωταθλητής στην κατηγορία Formula 2 στις Ηνωμένες Πολιτείες με ένα DB1 SR) και του γνωστού δημοσιογράφου Αlan Cathcart στα Pro Twins της Daytona. Με το ΥΒ4, η Bimota εισάγει πρώτη τον ηλεκτρονικό ψεκασμό και τα αλουμινένια twin-spar πλαίσια σε μοτοσυκλέτα παραγωγής, ενώ η εξέλιξη του επαναστατικού Tesi συνεχίζεται.

Το 1989 ο Federico Martini ανακοινώνει στον Morri ότι η Gilera εκδήλωσε ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Ο Morri τον ενημερώνει ότι αν το αποφάσιζε να φύγει, θα ήθελε να το ξέρει νωρίς για βρεθεί αντικαταστάτης. Ο Martini δεν τήρησε την συμφωνία και εντελώς αναπάντεχα μετά την παρθενική νίκη του νεοεισαχθέντα Giancalro Falappa στο Misano, ανακοινώνει την αποχώρηση του. Ο Morri για άλλη μια φορά μένει μόνος ν’ αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για την αγαπημένη του Bimota, με όλη την πίεση που δέχεται από ένα νεοσύστατο διοικητικό συμβούλιο επενδυτών, που παρακολουθεί κάθε του κίνηση απαιτώντας την απόδοση των επενδύσεών τους. Tελικά τoν Μartini θα τον αντικαταστήσει ο Pierlugi Marconi (ο ένας εκ των δύο φοιτητών που ήταν υπεύθυνοι για το Tesi).

Η ανατολή της δεκαετίας του '90, βρίσκει την Bimota με θετικά πρόσημα στα λογιστικά βιβλία της. Το 1991 και μετά από εφτά ολόκληρα χρόνια εξέλιξης, η εταιρεία θα παρουσιάσει στην Κολωνία το Tesi 1D παραγωγής, αφήνοντας εμβρόντητο όλον τον μοτοσυκλετιστικό κόσμο, με το καινοτόμο μπροστινό σύστημα που θα μείνει στην ιστορία. Γι' αυτόν το λόγο, το Πανεπιστήμιο της Κολούμπια στις ΗΠΑ είχε στείλει επίσημη πρόσκληση στον Morri για να του απονήμει, τιμής ένεκεν, πτυχίο στη Μηχανολογία, κάτι που σαν πραγματικός gentleman το αρνήθηκε, διότι πίστευε ότι το Τesi ήταν ξεκάθαρα παιδί του Pierluigi Marconi και του Roberto Ugolini. Ένα χρόνο αργότερα θα παρουσιαστεί το "ψεκαστό" YB8 Furano που με τα 164 άλογα ήταν η πιο γρήγορη μοτοσυκλέτα παραγωγής της εποχής της.

Δυστυχώς, τo 1992 μετά από συνεχείς διαφωνίες με το διοικητικό συμβούλιο θα ανακοινώσει την παραίτηση του και θα πουλήσει τις μετοχές του. Ο λόγος; Το συμβούλιο ήθελε να "νερώσει το κρασί" παρουσιάζοντας πιο προσιτά μοντέλα, μεταξύ των οποίων scooter και enduro (το ένα δε συνέβη ποτέ, για το άλλο βλέπε τα πρώτα Vertemati), κάτι που τον έβρισκε απόλυτα αντίθετο, καθώς πίστευε ότι αυτό θα μόλυνε τις πραγματικές αξίες της Bimota.

To SB2 παραλίγο να μην γίνει ποτέ πραγματικότητα λόγω το προβλημάτων στο λιμάνι του Livorno...

 

Ο Walter Martini θα αντικαταστήσει τον Morri στην θέση του CEO της Bimota και το διοικητικό συμβούλιο θα τον αναγκάσει σε μια ήπια αποχώρηση για να μην ταραχτεί η αγορά με την ξαφνική απουσία του. Σε μια ντροπιαστική χειρονομία από μεριάς του διοικητικού συμβουλίου, για όσο o Morri χρειάστηκε να παραμείνει, δεν του διέθεσαν χώρο για δικό του γραφείο. Το 1993, ο πιο σημαντικός άνθρωπος στην Bimota είχε πλέον αποχωρήσει.

Φυσικά όλα αυτά δεν είναι παρά μια ακραία περίληψη της ιστορίας και όσων έχει πράξει και καταφέρει ο κύριος Morri. Aλλά όσοι δεν συγκινείστε με τέτοιου είδους μοτοσυκλέτες, την επόμενη φορά που θα συναντήσετε ένα Bimota, προσπαθήστε να θυμηθείτε ότι πολλές φορές κάποια πράγματα θέλουν μια δεύτερη ή και μια τρίτη ματιά για να τα εκτιμήσουμε όπως τους αξίζει. Μην ξεχνάμε ότι κολοσσοί, όπως η Ducati και η ΚΤΜ, υπήρξαν και αυτοί κάποτε πληβείοι της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά χάρη στους αφανείς ήρωες, σαν τον κύριο Morri της Βimota που δίνουν ψυχή τε και σώματι στα εταιρικά οράματά τους, επέζησαν δύο άκρως σημαντικά brands που ευτυχώς παγιώθηκαν στις αγορές και στη συνείδηση του αγοραστικού κοινού. Και τώρα που η Bimota ξανάνοιξε τις πόρτες της με την βοήθεια της Kawasaki, αναμένουμε με ανυπομονησία τα αποτελέσματα.

Ο Roberto Ugolini (αριστερά) και o Pierluigi Marconi (στη μέση)  ήταν οι δύο φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της Bologna, υπεύθυνοι για το Bimota Tesi 400. Eδώ, μαζί με τον Giuseppe Morri έξω από στο εργοστάσιο της Bimota το 1984

Του Αλέξη Στεφανίδη