Η ιστορία του "Σκύλου Μαύρου"

Το Τέρας της Ζούζουλης και το ΜΟΤΟ
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

3/1/2018

Ο Μαύρος Σκύλος, ή πιο σωστά ο "Skylos Mavros", αποτελεί πλέον ένα από τα σήματα κατατεθέντα του ΜΟΤΟ. Μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες που στολίζει χιλιάδες μοτοσυκλέτες, κράνη, ακόμη και αυτοκίνητα, ενώ έχει επεκταθεί και εκτός συνόρων, καθώς είναι κολλημένο ακόμη και σε κράνη ξένων συναδέλφων, οι οποίο με το που τον είδαν θέλησαν να αποκτήσουν κι αυτοί ένα αυτοκόλλητο μ' αυτόν επάνω. Έχει τυπωθεί πάνω σε μπλουζάκια, έχει γίνει ραφτό σήμα, ενώ έχει γίνει μέχρι και αντικείμενο πνευματικής κλοπής, φιγουράροντας σε λογότυπο καφετέριας!
Φυσικά, ο Skylos Mavros δεν θα μπορούσε να λείψει κι από την φετινή σειρά των αυτοκόλλητων του ΜΟΤΟ, ξεσηκώνοντας ένα ακόμη μεγαλύτερο κύμα αναγνωστών και φίλων του περιοδικού που ρωτούν να μάθουν την προέλευση και την ιστορία του.


Η γέννησή του, λοιπόν, και η ταύτιση με το ΜΟΤΟ ξεκινάει αρκετά παλιά, εν έτει 2004, και είναι συνυφασμένος μ' άλλο ένα ορόσημο του περιοδικού: το MEGA TEST. Εκείνη τη χρονιά, είχαμε μαζέψει 11 μοτοσυκλέτες και μέσα σε 5 μέρες οδηγήσαμε 1.500 χιλιόμετρα, από τα Τζουμέρκα μέχρι τον Όλυμπο μέσω… Πρεσπών. Ήταν ένα "Paradise Ride" που συνδύαζε μερικές από τις καλύτερες ασφάλτινες διαδρομές της Ελλάδας με την απίστευτη ομορφιά των ελληνικών βουνών.
Την τρίτη μέρα του MEGA TEST, η προγραμματισμένη διαδρομή είχε αφετηρία την Λάβδα και προορισμό το Πισοδέρι. Η αρχή ήταν μια υπέροχη χωμάτινη διαδρομή μέχρι να βρούμε την άσφαλτο για την Σαμαρίνα, κι από εκεί ξανά χώμα προς Φούρκα, Ζούζουλη και Επταχώρι. Παραδοσιακά, σε κάθε MEGA TEST συμβαίνουν τουλάχιστον δύο με τρεις… καταδιώξεις από τσομπανόσκυλα, καθώς ο σαματάς και το πλήθος των μοτοσυκλετών που σκάνε από το πουθενά, φαντάζουν ιδιαίτερα απειλητικά στους φύλακες των κοπαδιών της περιοχής.

Για του λόγου το αληθές, στο συγκεκριμένο MEGA TEST είχαμε δημοσιεύσει και… συγκριτικό των σκυλιών που συναντήσαμε με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και τις επιδόσεις τους! Πλέον, έχουμε μάθει τις αντιδράσεις τους, την τακτική τους και –κυρίως- τις προθέσεις τους, οπότε προσαρμοζόμαστε ανάλογα στις συνθήκες και (συνήθως) βγαίνουμε αλώβητοι. Εκείνη τη μέρα όμως ήρθαμε αντιμέτωποι με κάτι που μέχρι τότε (αλλά κι από τότε μέχρι σήμερα) δεν είχαμε αντιμετωπίσει ξανά.
Όσοι ασχολείστε λίγο παραπάνω με τις ράτσες των σκύλων, και δη τις ελληνικές, θα γνωρίζετε για την ύπαρξη των ελληνικών ποιμενικών που αποτελούν και την πλειοψηφία των τσομπανόσκυλων στην Βόρεια Ελλάδα. Μιλάμε για σκυλιά που φτάνουν τους 60 με 70 πόντους και βάρος κοντά στα 80 κιλά, τα οποία δεν "μασάνε" ούτε σε λύκους αλλά ούτε σε αρκούδες που απειλούν το κοπάδι τους. Φανταστείτε λοιπόν αυτό το πράγμα… διπλάσιο! Ένα κτήνος κατάμαυρο (που αργότερα μας έκανε εντύπωση γιατί είναι εξαιρετικά σπάνιο τέτοιο χρώμα σε ελληνικό ποιμενικό) και πελώριο που δεν σταματούσε ΠΟΥΘΕΝΑ.

Ο χωματόδρομος είχε δύο βαθιά λούκια μήκους 10 χιλιομέτρων, μέσα στα οποία παλεύαμε να μείνουμε όρθιοι με τα θηρία των 200+ κιλών, αριστερά η πλαγιά του βουνού και δεξιά το Τέρας της Ζούζουλης (όπως το βαφτίσαμε) να τρέχει μαινόμενο κατά πάνω μας. Ο Καραχάλιος το βλέπει εγκαίρως και προλαβαίνει λίγο πριν φτάσει σε απόσταση… δαγκώματος να απομακρυνθεί. Πίσω του όμως ερχόμουν εγώ και οι συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί δεν ήταν υπέρ μου. Εκείνη την στιγμή ανέλαβαν δράση τα αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης και ο μηχανισμός προστασίας που διαθέτει ο εγκέφαλος μπλοκάροντας κάθε εξωτερικό ερέθισμα. Όπως καταλαβαίνετε, θυμάμαι τα πάντα λίγο πριν και αμέσως μετά, οπότε σας παραθέτω το απόσπασμα από το συγκεκριμένο άρθρο του Βασίλη Καραχάλιου, για να δείτε τι συνέβη:
"… Λίγο πιο κάτω, μας περίμενε το Τέρας της Ζούζουλης, ένα υπέροχο τσομπανόσκυλο που ήξερε να διαλέγει θύματα. Όταν πέρασα εγώ πρώτος ίσα που με γάβγισε, όταν όμως είδε τον Μαυράκη θυμήθηκε τα άγρια ένστικτά του. Ο Μαυράκης πήγε να του βάλει τις φωνές, ο σκύλος δεν μάσησε (ή μάλλον, πήγε να τον μασήσει), οπότε για να γλιτώσει ο Λάζαρος ανοίγει το γκάζι τέρμα και κάνει ένα αεροπλανικό, ένα μέτρο πάνω απ' το μηχανάκι βρέθηκε, για πρώτη θέση σε stunt show. Ο σκύλος ακόμα γελάει, όπως ορκίζονται αυτοί που πέρασαν μετά."


Αυτό ήταν! Το Τέρας της Ζούζουλης έγινε ο Σκύλος Μαύρος του ΜΟΤΟ και το σύμβολο όχι μόνο των MEGA TEST, αλλά και ολόκληρου του περιοδικού, μετά φυσικά και τον θρυλικό αετό μας. Αργότερα, αφού μας προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση, ανακαλύψαμε ότι πρόκειται για ένα από τα σπάνια δείγματα μια ελληνικής ράτσας που κινδύνεψε με εξαφάνιση, του Μολοσσού της Ηπείρου (εξ ου και το μαύρο χρώμα του) μια από τις πιο σκληρές και ιδιαίτερα ανθεκτικές ράτσες τσομπανόσκυλων, κάτι άλλωστε που το διαπιστώσαμε από πρώτο χέρι…


Ο Σκύλος Μαύρος έγινε το έμβλημα εκείνου του MEGA TEST, αλλά σαν αυτοκόλλητο εμφανίστηκε αρκετό καιρό μετά, ενώ έχει γράψει ιστορία και ως ένα από τα πιο πετυχημένα (και ανθεκτικά) μπλουζάκια του ΜΟΤΟ, καθώς μέχρι και σήμερα μας παίρνουν τηλέφωνο αναγνώστες ρωτώντας αν έχει μείνει κάποιο στο αρχείο μας. Υπάρχουν φήμες ότι μερικοί κάτοχοι τα έχουν φυλαγμένα σε κατάσταση καινούργιου και περιμένουν την αξία τους να εκτοξευθεί όπως συμβαίνει στα συλλεκτικά κομμάτια. Για όλους όμως υπάρχει ήδη στην καρτέλα των αυτοκόλλητων που συνοδεύει τα τεύχη μας που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα περίπτερα. Προλάβετε!
 

Honda CB400F 1975: Μισός αιώνας ιστορίας για την τετρακύλινδρη με τον φανταστικό ήχο

Η τετρακύλινδρη στογγυλοφάναρη Honda με τον εξαιρετικό ήχο
Honda CB400F 1975: Μισός αιώνας ιστορίας για την τετρακύλινδρη με τον φανταστικό ήχο
Από τον

Παύλο Καρατζά

8/1/2026

Η Honda CB400 Four παρουσιάστηκε στο Σαλόνι της Κολωνίας το 1974 και ήταν ουσιαστικά η διάδοχος της CB350 Four που είχε κυκλοφορήσει δύο χρόνια νωρίτερα. Στο ρεζερβουάρ της υπήρχε γραμμένο το “Super Sport” που αναφερόταν στον πιο σπορ χαρακτήρα της, κάτι που συνέβαλε στο να γίνει μια μοτοσυκλέτα πολύ περιζήτητη από τους νέους.

Χωρίς αμφιβολία, στην IFMA (Internationale Fahrrad-und Motorrad-Ausstellung) που πραγματοποιήθηκε στην Κολωνία το 1974, η Honda έκανε μια μεγάλη επίδειξη δύναμης. Πολλοί από τους επισκέπτες που πλησίασαν το περίπτερο που είχε στήσει ο ιαπωνικός κατασκευαστής στην γερμανική Έκθεση Μοτοσυκλέτας εκείνης της χρονιάς, το έκαναν με την ιδέα να δουν από κοντά την GL-1000 Gold Wing, ένα μοντέλο που είχε ήδη παρουσιαστεί προηγουμένως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

CB400F

Ωστόσο, η μεγάλη προσδοκία που είχε δημιουργηθεί γύρω από την πρώτη Gold Wing, επισκιάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την CB400 Four, η οποία παρουσιάστηκε ως έκπληξη την ίδια χρονιά στην Κολωνία. Μάλιστα η τετρακύλινδρη 400άρα εμφανιζόταν με την ονομασία Dream CB 400 Four σε πολλά επίσημα έγγραφα της Honda.

Σε σχέση με την CB350 Four του 1972, η τότε πρωτότυπη CB400 Four έφερε νέο πλαίσιο, αυξημένη χωρητικότητα 408 κυβικών και κιβώτιο έξι ταχυτήτων, ενώ η μοτοσυκλέτα θεωρούνταν γρήγορη και τεχνολογικά προηγμένη για την εποχή. Η Honda ανέπτυξε δύο εκδόσεις της CB400, μία 408 cc για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και μία 398 cc για την Ιαπωνία και τη Γαλλία για λόγους νομοθεσίας.

CB400F

Με σκοπό να βελτιώσει τις πωλήσεις της στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1977 η Honda ανέπτυξε μια πιο τουριστική έκδοση με ψηλότερο τιμόνι και μαρσπιέ, καθώς και επανασχεδιασμένο ρεζερβουάρ.

Παρά την καλή πρώτη εντύπωση που έκανε το μοντέλο όταν παρουσιάστηκε το 1974, στη συνέχεια δεν πέτυχε την εμπορική επιτυχία που επιθυμούσε η Honda. Όλα δείχνουν ότι η αιτία μπορεί να ήταν η υψηλή τιμή του, καθώς ήταν περίπου 15-20% υψηλότερη από αυτή των άμεσων ανταγωνιστών του.

CB400F

Το κάρτερ της ήταν σχετικά μικρό, αφού προερχόταν από την CB350. Ο κινητήρας της ήταν τετρακύλινδρος σε σειρά, με οκτώ βαλβίδες και έναν εκκεντροφόρο επικεφαλής. Η διαδρομή (50,0 mm) ήταν ίδια με αυτή του προκατόχου της, ενώ η διάμετρος ήταν 4 mm μεγαλύτερη (51,0 mm) για να αυξηθεί ο κυβισμός στα 408 cc όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Την τροφοδοσία ανέλαβαν τέσσερα καρμπιρατέρ Mikuni διαμέτρου 20 mm, ενώ ήταν και η πρώτη μοτοσυκλέτα Honda δρόμου που έφερε κιβώτιο ταχυτήτων έξι ταχυτήτων.

Η ικανότητα του τετρακύλινδρου κινητήρα στο να ανεβάζει στροφές ήταν εξαιρετική για την εποχή, με τον κόφτη να έρχεται μετά από τις 10.000 στροφές και με μέγιστη τιμή τους 37 ίππους στις 8.500 σ.α.λ. και 3,16 kg.m στις 7.500 σ.α.λ. Όσον αφορά την τελική ταχύτητα, η Honda ανακοίνωσε ότι ήταν σε θέση να φτάσει τα 168 km/h. Το σύστημα εξάτμισης ήταν εμπνευσμένο εκείνο της Yoshimura που έφερε το μεγάλο αδερφάκι της, CB750 Four, τύπου 4 σε 1.

Το πλαίσιο ήταν ατσάλινο και απλούστερο από αυτό της CB750 Four. Στις αναρτήσεις, η CB400F διέθετε τηλεσκοπικό πιρούνι με διάμετρο 33 mm και πίσω δύο αμορτισέρ που επέτρεπαν τη ρύθμιση της προφόρτισης του ελατηρίου. Οι διαδρομές ήταν 115 και 79 mm αντίστοιχα.

CB400F

Όσον αφορά το σύστημα πέδησης, μπροστά έφερε ένα δίσκο 220 mm με μια μονοπίστονη δαγκάνα και πίσω ταμπούρο! Οι ζάντες της ήταν ακτινωτές και τα μεγέθη των τροχών ήταν 3,00 x 18 μπροστά και τα πίσω 3,50 x 18.

Σύμφωνα με την Honda, ο σχεδιασμός της ήταν εμπνευσμένος από τις café racer, με έμφαση στο μακρύ ρεζερβουάρ και το τιμόνι, που ανάγκαζε τον αναβάτη να σκύβει προς τα εμπρός. Τα φτερά, το σύστημα εξάτμισης, τα αμορτισέρ και τα καλύμματα του κινητήρα ήταν μάλιστα επιχρωμιωμένα.

Η CB400F “Super Sport” παρουσιάστηκε ως σπορ μοτοσυκλέτα. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες επιτυχίες της στους αγώνες ήρθαν αργά, όταν το μοντέλο είχε ήδη σταματήσει να παράγεται. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι ο Ron «Rocket» Haslam κατάφερε να κερδίσει τον παγκόσμιο τίτλο της TT Formula 3 το 1980 με μια CB400 Four που είχε προετοιμάσει η Nettleton Motorcycles, ένας επίσημος έμπορος της Honda που τότε βρισκόταν σε μια μικρή πόλη στην ανατολική Αγγλία.

Αξίζει να αναφερθεί και το όνομα του Kaz Yoshima, υπαλλήλου του τμήματος Honda R&D στην Ιαπωνία, που ανέπτυξε ένα κιτ αγώνων 492 κυβικών για την CB400F. Με αυτό, η μέγιστη ισχύς αυξήθηκε στους 60 ίππους και επέτρεψε στον κινητήρα να φτάσει τις 13.500 σ.α.λ. Με αυτό το κιτ, διάφοροι αναβάτες αγωνίστηκαν σε διάφορα πρωταθλήματα Formula 2, χωρίς όμως να επιτύχουν αξιοσημείωτα αποτελέσματα σε αγώνες που κυριαρχούσαν τότε οι δίχρονες μοτοσυκλέτες.

 

Ετικέτες