Ducati Hypermotard V2 SP: Καλύτερο και πιο διασκεδαστικό – Το οδηγήσαμε στην Ιταλία

Μείον 14 κιλά βάρους, περισσότερη ισχύς, η ίδια fun φιλοσοφία 
Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

5/5/2026

Μία ολόκληρη μέρα στην πίστα δεν ήταν αρκετή στη σέλα του νέου Ducati Hypermotard V2 SP, όχι για να καταλάβουμε αν είναι καλύτερο ή χειρότερο από τη μοτοσυκλέτα που ήρθε για να αντικαταστήσει αλλά για να το χορτάσουμε. Χορταίνεις άλλωστε ποτέ με τέτοιες εμπειρίες.

Όπως και να το κάνει κανείς, το να αφήνεις τη γνωριμία με τη στάνταρ έκδοση της νέας γενιάς Hypermotard V2 για κάποια άλλη στιγμή, έχοντας μπροστά σου μια ολόκληρη μέρα μόνο με την έκδοση SP, την οποία και οδηγήσαμε στη σχετικά μικρή και σφιχτή πίστα της Modena, έχει και τα πολύ καλά της. Ξάφνου όλα εκείνα τα πράγματα που πρέπει να έχεις υπόψη σου για να δεις αν οι άνθρωποι του Borgo Panigale έκαναν καλά τη δουλειά τους στο να δημιουργήσουν μια μοτοσυκλέτα για δημόσιο δρόμο, η οποία δεν πρέπει να αφήνει στην άκρη τον παράγοντα χρηστικότητα, χάνουν τη σημασία τους και αυτό που μένει είναι ο παράγοντας διασκέδαση. Άντε μετά χορτάσεις το Hypermotard V2 SP!

Το νέο Hypermotard V2 έχει κόψει όλα τα δεσμά με τη μοτοσυκλέτα που έρχεται να αντικαταστήσει καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ολοκαίνουργια γενιά, η οποία κάνει reset και, βαδίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης, έρχεται ακόμη πιο κοντά στο πρώτο αερόψυκτο μοντέλο των 1.100 κ.εκ. Φέτος μάλιστα το Hypermotard κλείνει 20 χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε η πρώτη γενιά στο κοινό, οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα επετειακό μοντέλο εντός και εκτός εισαγωγικών, με το SP να έχει σαφείς αναφορές στα γραφικά του στα 20 χρόνια. Αναφορές στην πρώτη γενιά που αφορούν και τις δύο εκδόσεις εντοπίζονται φυσικά και στη σχεδίαση της μοτοσυκλέτας, με το ράμφος, τα πλαϊνά πλαστικά του ρεζερβουάρ και την μικρή αεροτομούλα στο πίσω μέρος να αποτείνουν κατά κάποιο τρόπο φόρο τιμής στη μοναδική μοτοσυκλέτα της Ducati που αψήφησε τις τάσεις της αγοράς όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσά μας. 

Ducati Hypermotard V2 SP - Αποστολή Modena

Βέβαια στον βωμό της μείωσης του κόστους κάποια στοιχεία που χαρακτήριζαν όχι μόνο το Hypermotard όπως και πολλά ακόμη Ducati πλέον δεν δίνουν το “παρών” ούτε στη μοτοσυκλέτα της ιταλικής εταιρείας που φτιάχτηκε με σκοπό, όπως και οι πρόγονοί της, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει διασκέδαση στον αναβάτη της ακόμη και αν αυτός πετάγεται μέχρι το περίπτερο. Τέλος λοιπόν το πλαίσιο χωροδικτύωμα και στο Hypermotard, όπως και το μονόμπρατσο ψαλίδι. Ακόμη και το σήμα κατατεθέν δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης των βαλβίδων δεν είναι πια μαζί μας. Όλες αυτές οι θυσίες όμως απέδωσαν καρπούς στην πράξη αφού το Hypermotard V2, ως Ducati που σέβεται τον εαυτό του, είναι σημαντικά ελαφρύτερο από το προηγούμενο και είναι επίσης και ισχυρότερο χάρη στο νέο κινητήρα των 890 κ.εκ. που έχει και σύστημα μεταβλητού χρονισμού για τις βαλβίδες εισαγωγής. Πόσο ελαφρύτερο; Δεκατρία κιλά χωρίζουν την 3η και την 4η γενιά Hypermotard στη στάνταρ της έκδοση, με τη διαφορά να ανεβαίνει στα 14 για στις εκδόσεις SP! Για μοτοσυκλέτα που ζύγιζε 200 περίπου κιλά πριν, η απώλεια είναι κάτι παραπάνω από αισθητή όταν βρίσκεται στη σέλα του νέου V2 SP, το οποίο, έναντι της στάνταρ μοτοσυκλέτας, έχει σημαντικές διαφορές που το κάνουν και πιο ευχάριστο στην πίστα.

Από κάτω προς τα πάνω οι αλλαγές ξεκινούν από τις ελαφρύτερες κατά 1,56 κιλό σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου -έναντι των χυτών. Τα φρένα προέχονται και στις δύο περιπτώσεις από την Brembo, όμως του SP είναι ακόμη πιο υψηλών προδιαγραφών με τις M4.32 ακτινικές, 4πίστονες δαγκάνες να δίνουν τη θέση τους στις M50 και να αλλάζει μαζί με αυτές και η ακτινική τρόμπα της ιταλικής εταιρείας. 

Οι αλλαγές συνεχίζονται στις αναρτήσεις με τις Kayaba να δίνουν τη θέση τους σε  “χρυσές” Ohlins και το πιρούνι να κερδίζει άλλα δύο χλστ. σε διάμετρο καλαμιών -και διαφορετικές πλάκες- για να φτάσει στα 48. Το πλαίσιο είναι πλέον αλουμινένιο μονοκόκ και όχι ατσάλινο χωροδικτύωμα, κάτι που έχει κρατηθεί για το υποπλαίσιο, ενώ το δίμπρατσο αλουμινένιο ψαλίδι είναι επίσης από αλουμίνιο και θυμίζει και δομικά εκείνο της Panigale V4. Ως γνωστό όλες οι νέες V2 με τον κινητήρα των 890 κ.εκ. -Hyper, Multistrada, Streetfighter, Panigale και Monster- μοιράζονται και το ίδιο πλαίσιο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς το ίδιο σε όλες τις μοτοσυκλέτες. Αντιθέτως έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη στιβαρότητά του και στους δύο άξονες (διαμήκη και κάθετο), όπως και το ψαλίδι, ενώ η Ducati κράτησε τον πιο στιβαρό συνδυασμό για το Hypermotard V2 και όχι για το Panigale, όπως θα περίμενε ίσως κανείς! 

​    ​

Η μοτοσυκλέτα έχει παράλληλα και την ισχυρότερη έκδοση του V2 των 890 κ.εκ. και θα έχει πολύ ενδιαφέρον να το δούμε δίπλα-δίπλα με κάποια εκ των streetfighter ή Panigale V2, τη στιγμή που αποδίδει στο Hypermotard 120,4 ίππους και 9,59 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις . Ισχύς για τον πραγματικό κόσμο με λίγα λόγια για μια μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά επίσημα τα 177 κιλά, με τον κινητήρα να έχει το τσαγανό για να κινήσει γρήγορα το Hypermotard. Πιο σημαντικό όμως στοιχείο του είναι η ελαστικότητα που σου επιτρέπει να οδηγείς και με 1-2 ταχύτητες πάνω όταν δεν κυνηγάς την ουρά σου σε μια πίστα με το 70% της ροπής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. ενώ το 80% παραμένει έως και τις 11.000 σ.α.λ., με το όριο περιστροφής να παρουσιάζεται αυξημένο σε σχέση με πριν.

Όπως και σε καθεμία από τις προηγούμενες γενιές έτσι και εδώ η Ducati έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο τρίγωνο της εργονομίας με στόχο τον απόλυτο έλεγχο για τον αναβάτη. Για πρώτη φορά το ύψος της σέλας είναι κοινό στις δύο εκδόσεις, στα 880 χλστ.  Όμως έχουμε διαφορά στον τρόπο που καμπυλώνει η σέλα με της στάνταρ έκδοσης να είναι λίγο πιο πλατιά, αν και της SP είναι ποιοτικότατη, όσο μακριά και πλατιά χρειάζεται για έναν αναβάτη στα 1,84 μ. (βάρους 84 κιλών) και δείχνει ότι δεν θα αποτελέσει εστία παραπόνων στην καθημερινότητα.

Φυσικά στο Hypermotard V2 SP είναι παρούσα και όλη η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων της Ducati που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ανεξαρτήτως κατασκευαστή και μοντέλου στον τρόπο που λειτουργεί. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του ρυθμιζόμενο Cornering ABS, ρυθμιζόμενο Traction Control, ρυθμιζόμενο Wheelie Control, ρυθμιζόμενο Engine Brake Control και το δύο κατευθύνσεων 2ης γενιάς quickshifter της Ducati. Έχει επίσης τρεις χαρτογραφήσεςι για τον κινητήρα αλλά και τέσσερα προγράμματα λειτουργίας, Race, Sport, Road, Wet. Το SP έχει επιπλέον σύστημα εκκίνησης Ducati Power Launch, αλλά και Pit Limiter.

​ Ducati

Η ηλεκτρονική ομπρέλα ασφάλειας της Ducati λειτουργεί ευεργετικά υπέρ του αναβάτη, όπως διαπιστώσαμε και στην πράξη με τα ηλεκτρονικά να μην κάνουν αισθητή τη λειτουργία τους λειτουργώντας επί της ουσίας παρασκηνιακά, όπως ακριβώς θα έπρεπε!  Το Hypermotard βέβαια, σε αντίθεση με αρκετές άλλες μοτοσυκλέτες σήμερα, είναι μια μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί για να οδηγείται και χωρίς να έχει ενεργοποιημένα τα ηλεκτρονικά του και αυτό το έδειξε πολύ νωρίς στην πίστα της Modena, είτε οδηγούσα με γραμμές είτε προσπαθούσα να αντιγράψω το διάσημο πλέον drift του Ruben Xaus με την 1η γενιά. Μπορεί να κάνει ό,τι το διατάξει ο αναβάτης προσφέροντας κορυφαία αίσθηση από το πακέτο φρένων, ενώ εξαιρετικά δούλεψαν και οι αναρτήσεις της Ohlins, τις οποίες όμως είχαν ρυθμίσει ειδικά για τη συγκεκριμένη πίστα οι άνθρωποι της Ducati. Τα στάνταρ ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV Corsa δείχνουν να ταιριάζουν επίσης γάντι στο Hypermotard και όλα αυτά μαζί οδηγούν και στο μεγαλύτερο ατού αυτής της μοτοσυκλέτας που δεν το περιμένεις αν δεν έχεις οδηγήσει προηγούμενη γενιά: είναι εξαιρετικά ευκολοδήγητο, ενώ όσο ανεβαίνεις εσύ επίπεδο “ξεκλειδώνεις” και άλλα οδηγικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας που περιμένουν τους πιο έμπειρους!

Όλες τις λεπτομέρειες αλλά και τις πλήρεις εντυπώσεις μας από το Ducati Hypermotard V2 SP θα τις βρείτε στο τεύχος #678 του MOTO που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα!

Ducati: Επίσκεψη στο Εργοστάσιο και το Μουσείο στην ιστορική έδρα του Borgo Panigale

Στο λίκνο των θρύλων
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/6/2017

Η Bologna είναι μια πόλη που διαθέτει πάρα πολλά στοιχεία που θα μπορούσαν να την κάνουν ξεχωριστή και να την συνυφάνουν με διάφορα πολιτιστικά και πολιτισμικά δεδομένα. Σε όλους εμάς όμως, το όνομα της Bologna είναι το ένα και το αυτό με μία μόνο θρυλική επωνυμία: της Ducati.

Πριν από λίγο καιρό βρεθήκαμε στην Bologna για μια από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που μια εταιρεία επιλέγει να κάνει την παρουσίαση ενός νέου μοντέλου στην έδρα της. Συνήθως το μπουλούκι των δημοσιογράφων συγκεντρώνεται σε κάποιο θέρετρο, που συνδυάζει τον καλό καιρό με τις απαραίτητες υποδομές και το πολύ καλό οδικό δίκτυο, προκειμένου να διαπιστώσουμε την αποτελεσματικότητα των σχεδιαστών του. Με το Scrambler Café Racer όμως, η Ducati επέλεξε να το δείξει για πρώτη φορά στον ειδικό τύπο καλώντας τους δημοσιογράφους στο "σπίτι" της. Να οδηγήσουμε το νέο μοντέλο λίγα χιλιόμετρα από εκεί που είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου, εκεί που οδηγήθηκε για πρώτη φορά από τους αναβάτες εξέλιξης, εκεί ουσιαστικά που διαμορφώθηκαν τα χαρακτηριστικά της απόδοσης και της συμπεριφοράς της. Όποιος έχει οδηγήσει εκεί στους πρόποδες των Απέννινων, στο περίφημο Passo della Futa, μπορεί να καταλάβει γιατί γενικότερα οι κόκκινες μοτοσυκλέτες διαθέτουν αυτόν τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό χαρακτήρα. Το bonus όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η δυνατότητα που είχαμε να επισκεφθούμε το εργοστάσιο με τις γραμμές παραγωγής και στη συνέχεια το ανανεωμένο μουσείο της εταιρείας πριν καν οδηγήσουμε την μοτοσυκλέτα, για να δούμε από κοντά πώς φτιάχνονται τα πραγματικά αντικείμενα του πάθους.

 

Η ιστορική γραμμή

Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, δημιουργήθηκε μια μεγάλη δραστηριότητα γύρω από την τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών, με τον Giuglielmo Marconi –γνήσιο τέκνο της Bologna- να κατοχυρώνει την πατέντα του ραδιοτηλέγραφου. Την ίδια εποχή, ένας συντοπίτης του, ο Adriano Cavalieri Ducati κατοχυρώνει την πατέντα για τον πομπό βραχέων ραδιοκυμάτων και στις 4 Ιουλίου του 1926, μαζί με τα αδέρφια του Bruno και Marcello, ιδρύει την Societa Scientifica Radio Brevetti Ducati. Το αντικείμενο της εταιρείας ήταν η κατασκευή μικρών πυκνωτών Manens, οι οποίοι φτιάχνονταν σε ένα μικρό σπίτι από δύο εργάτες και μια γραμματέα! Μέσα σε δέκα χρόνια, η ανάπτυξη της εταιρείας ήταν τέτοια που απασχολούσε χιλιάδες υπαλλήλους στο καινούργιο εργοστάσιο στην περιοχή του Borgo Panigale. Τον Οκτώβρη του 1944 όμως, το εργοστάσιο βομβαρδίστηκε από τους συμμάχους με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά μέσα σε έναν χρόνο ξαναχτίστηκε με αντικείμενο πλέον την κατασκευή μικρών μοτοσυκλετών, που αποτελούσαν ένα φθηνό μέσο μετακίνησης στην μεταπολεμική περίοδο της Ιταλίας.

Η αρχή έγινε με το περίφημο Cucciolo (κουτάβι στα ιταλικά), έναν μικρό τετράχρονο κινητήρα 48 κυβικών που μπορούσε να προσαρμοστεί σε οποιοδήποτε ποδήλατο, ο οποίος απέκτησε διαστάσεις φαινομένου. Λίγο αργότερα φτιάχτηκε το "60", η πρώτη ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα της Ducati, και στη συνέχεια "μπήκε το νερό στ' αυλάκι" με την έλευση του Fabio Taglioni και την σχεδίαση του 125 Sport. Έκτοτε, η Ducati είχε μια διαρκώς ανοδική πορεία, τόσο εμπορικά όσο και αγωνιστικά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ducati Siluro 100 που έσπασε 46 (!) παγκόσμια ρεκόρ ταχύτητας εν έτει 1956. Η ιστορική συνέχεια επεφύλαξε πολλά ορόσημα για την Ducati, όπως τα Scrambler και το 750GT, το πρώτο superbike της εταιρείας την δεκαετία του '70 με τον πρώτο δικύλινδρο desmo V 90° και πρόγονος του SuperSport Desmo του '73 που μπήκε στη συλλογή του μουσείου Guggenheim ως μια από τις ομορφότερες μοτοσυκλέτες που φτιάχτηκαν ποτέ. Το έτερο σήμα-κατατεθέν της Ducati, το πλαίσιο χωροδικτύωμα, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1979 στο Pantah 500 και την επόμενη χρονιά επανασχεδιάστηκε από τον Taglioni για το 600 ΤΤ2, με το βάρος του να φτάνει μόλις στα 7 κιλά!

Η λίστα με τους ιστορικούς σταθμούς της Ducati είναι μακρά, η οποία συμπεριλαμβάνει από νίκες στο Dakar (με το Cagiva Elefant που είχε κινητήρα της Ducati), μέχρι το θρυλικό 916 που επαναπροσδιόρισε τα superbikes της σύγχρονης εποχής και το Monster που έκανε το ίδιο για την κατηγορία των Naked. Η συνεργασία με την Cagiva δημιούργησε πολύ ισχυρότερους δεσμούς, καθώς το 1985 η εταιρεία του Castiglioni ενέταξε την Ducati στον όμιλο (αφού πιο πριν, το 1950, είχε αναλάβει τον έλεγχο το ιταλικό κράτος), ενώ το 1996 η εταιρεία άλλαξε ιδιοκτησιακό καθεστώς περνώντας στα χέρια της αμερικανικής Texas Pacific Group και το 2005 τα αδέρφια Bonomi επανέφεραν την εταιρεία σε ιταλικά χέρια. Το 2012 όμως, η Ducati εξαγοράστηκε από το Volkswagen Group –και πιο συγκεκριμένα από την Audi που ανήκει στον όμιλο- όπου και παραμένει μέχρι σήμερα ακολουθώντας το επιχειρηματικό πλάνο των Γερμανών.

Το "κόκκινο" εργοστάσιο

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, το πρώτο εργοστάσιο της Ducati ήταν ουσιαστικά το υπόγειο του σπιτιού των αδερφών Ducati, όπου κατασκεύαζαν πυκνωτές και εξοπλισμό για ραδιόφωνα. Το 1935 λειτούργησαν για πρώτη φορά οι εγκαταστήσεις στο Borgo Panigale, ως αποτέλεσμα της ραγδαίας αύξησης του κύκλου εργασιών της εταιρείας, δίνοντας μια επιπλέον ώθηση στην δυναμική της Ducati. Μέσα σε λίγα χρόνια κατέληξε να αποτελεί ένα… μικρό χωριό, ενώ λίγο μετά άνοιξαν δύο νέα εργοστάσια της εταιρείας με αντικείμενο τις δραστηριότητες της Ducati στον τομέα των οπτικών. Ενώ το όλο εγχείρημα βρισκόταν σε μια οργιώδη ανάπτυξη, ήρθε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος να βάλει ένα απότομο φρένο. Το 1943 το εργοστάσιο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και τον Οκτώβριο του 1944 καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων. Μετά το τέλος του πολέμου ξεκίνησε αμέσως η ανακατασκευή του και το 1948 τα αδέρφια Ducati έφυγαν από την εταιρεία. To 1954 η Ducati διασπάστηκε σε δύο εταιρείες, την Ducati Elettrotecnica και την Ducati Meccanica. Η Ducati Meccanica ήταν η εταιρεία που συνέχισε την παραγωγή μοτοσυκλετών, το εργοστάσιο της οποίας αποτελεί μέχρι σήμερα το βασικό εργοστάσιο της Ducati, καθώς η εταιρεία διαθέτει πλέον κι ένα εργοστάσιο στην Ταϊλάνδη όπου συναρμολογούνται οι μοτοσυκλέτες που έχουν προορισμός τις αγορές της Ασίας.

Σήμερα, το εργοστάσιο της Ducati στην Bologna παραμένει ένα μικρό… χωριό, με ένα σύμπλεγμα κτιρίων και εγκαταστάσεων να αποτελούν την καρδιά της ιταλικής εταιρείας. Εκεί που βρίσκονται τα γραφεία της εταιρείας ήταν οι γραμμές παραγωγής, ενώ οι τωρινές γραμμές συναρμολόγησης κινητήρων είναι στο κτήριο που χτίστηκε μεταξύ του 1969-1973 και αποτελούσε το εργοστάσιο παραγωγής των αλουμινένιων και τα ατσάλινων μερών.

Παντού βλέπεις χαμόγελα και ευχάριστες φυσιογνωμίες που δημιουργούν μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα μέσα σε ένα επαγγελματικό και υψηλού τεχνολογικά επιπέδου περιβάλλον

Έχοντας επισκεφθεί πολλά εργοστάσια-και δη ευρωπαϊκά- κατασκευής μοτοσυκλετών, το εργοστάσιο της Ducati δεν ξεχωρίζει για τις τεχνολογικές του καινοτομίες ή για το πρωτότυπο σύστημα των logistics που χρησιμοποιεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ακολουθεί ό,τι πιο σύγχρονο και άρτιο υπάρχει στον συγκεκριμένο τομέα. Λίγο ως πολύ όμως, τα περισσότερα εργοστάσια είναι εναρμονισμένα για τις σύγχρονες τεχνικές και ακολουθούν –με μικρές διαφοροποιήσεις- τις ίδιες μεθόδους. Το εργοστάσιο στο Borgo Panigale ξεχωρίζει για άλλο λόγο κι όχι τόσο για την μειωμένη παρουσία αυτοματισμών σε σχέση με τα άλλα εργοστάσια. Με το που περνάς την πύλη του ιστορικού εργοστασίου –πιστέψτε με, δεν είναι υπερβολή- γίνεσαι αποδέκτης μιας εντελώς διαφορετικής ατμόσφαιρας. Ένα εργοστάσιο, μια εταιρεία, ένας οργανισμός γενικότερα, είναι οι άνθρωποί του και στην Ducati αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Οι εργάτες, οι μηχανικοί, οι διοικητικοί υπάλληλοι, είναι όλοι τους άνθρωποι παθιασμένοι με την μοτοσυκλέτα και την φίρμα. Δουλεύουν για την Ducati και γουστάρουν που το κάνουν. Παντού βλέπεις χαμόγελα και ευχάριστες φυσιογνωμίες που δημιουργούν μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα μέσα σε ένα επαγγελματικό και υψηλού τεχνολογικά επιπέδου περιβάλλον. Στις τέσσερις γραμμές συναρμολόγησης οι εργάτες που μοντάρουν τα πλαίσια με τους κινητήρες δουλεύουν λες και πρόκειται για την δική τους μοτοσυκλέτα. Η έντονη γυναικεία παρουσία (πάνω από το 20% είναι γυναίκες) δίνει μια διαφορετική αισθητική στον βιομηχανικό σκηνικό. Ανάμεσα στα CNC και τους επεξεργασμένους στροφάλους, την μονοτονία του μετάλλου την σπάνε δύο μεγάλες γλάστρες με φίκους, γύρω από τις οποίες στρίβουν ξυστά τα περονοφόρα με τις εξαρτήματα για τις γραμμές παραγωγής. Ακόμη και στον λειτουργικό και ποιοτικό έλεγχο μέσα στα κλειστά δυναμόμετρα, οι εργάτες που κάνουν την διαδικασία μοιάζουν λες κι έχουν στηθεί για κόντρα σε φανάρι, αντί να αλλάζουν βαριεστημένα ταχύτητες και να συλλέγουν στοιχεία. Μικρές λεπτομέρειες που όλες μαζί όμως φτιάχνουν το διαφορετικό κλίμα που "μυρίζει" Ducati.

Από τις τέσσερις γραμμές παραγωγής η μία είναι αφιερωμένη στην οικογένεια των Panigale λόγω της ιδιαιτερότητας των κινητήρων τους και στις άλλες τρεις συναρμολογούνται όλα τα υπόλοιπα μοντέλα της γκάμας. Στις τρεις αυτές γραμμές τα μοντέλα που συναρμολογούνται εξαρτώνται από τις προπαραγγελίες των αντιπροσώπων και όχι από την κάθε παραγγελία ξεχωριστά του εκάστοτε πελάτη, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο εργοστάσιο της BMW, και στην ακμή της σεζόν (που ξεκινάει την άνοιξη και τελειώνει το φθινόπωρο) σε ορισμένες απ' αυτές δουλεύουν έως και τρεις βάρδιες.

Κάπου ανάμεσα στις γραμμές συναρμολόγησης των κινητήρων και μοτοσυκλετών, υπάρχει μια κατακόκκινη –τι παράξενο!- πόρτα, ερμητικά κλεισμένη με ηλεκτρονικές κλειδαριές και καθόλου παράθυρα. Πάνω της έχει μόνο ένα μεγάλο αυτοκόλλητο: Ducati Corse. Πίσω από αυτή την πόρτα βρίσκεται το άντρο του αγωνιστικού τμήματος της Ducati. Η εξέλιξη, ο σχεδιασμός και η βάση των εργοστασιακών ομάδων, τόσο για τα MotoGP όσο και για τα WSBK, γίνεται σ' αυτό το τμήμα του εργοστασίου, στο οποίο φυσικά ούτε λόγος για να ρίξουμε έστω και μια κλεφτή ματιά.

Για τους λάτρεις των στατιστικών, να αναφέρουμε ότι οι εγκαταστάσεις του Borgo Panigale καταλαμβάνουν μια έκταση 71.657 τετραγωνικών μέτρων, ενώ η συνολική έκταση του οικοπέδου είναι 114.873m2. Εκεί εργάζονται 1.187 άνθρωποι, από τους 1.558 που απασχολεί η Ducati παγκοσμίως. Εξίσου εντυπωσιακά είναι και τα νούμερα της παραγωγής, καθώς το 2016 έγιναν 55.451 παραδόσεις μοτοσυκλετών στους ιδιοκτήτες τους (ένα νούμερο ρεκόρ για την εταιρεία), ενώ η παραγωγή της περασμένης χρονιάς στο εργοστάσιο της Bologna ήταν 47.054 μοτοσυκλέτες.

Επένδυση στην εκπαίδευση

Η Ducati είναι όμως κάτι περισσότερο από ένα εργοστάσιο παραγωγής μοτοσυκλετών. Είναι μια φίρμα με δυνατό σήμα και ιδιαίτερα ισχυρούς δεσμούς με τους πελάτες της –και όχι μόνο- όντας ταυτόχρονα συνώνυμο του πάθους και του ιταλικού σχεδιασμού. Αυτά τα στοιχεία είναι που της έδωσαν την ώθηση για να δραστηριοποιηθεί και σε τομείς διαφορετικούς από τον αυστηρά κατασκευαστικό χώρο, επενδύοντας τόσο στην εκπαίδευση, όσο και στην ενίσχυση του brand name της.

Το Fisica in Moto (η φυσική της μοτοσυκλέτας) είναι ένα διαδραστικό εργαστήριο φυσικής μέσα στο εργοστάσιο της Ducati. Είναι κατασκευασμένο για μαθητές γυμνασίου-λυκείου και είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ του Fondazione Ducati (του μη κερδοσκοπικού οργανισμού της Ducati που συμμετέχει σε κοινωνικές, εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δράσεις) και του λυκείου Malpighi από την Bologna. Η διαδρομή που έχει σχεδιαστεί για τους μαθητές που επισκέπτονται το εργαστήριο, είναι σχεδιασμένη από κοινού από τους καθηγητές του σχολείου και καθηγητών από το πανεπιστήμιο της Bologna, στην οποία τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να δουν στην πράξη την εφαρμογή των νόμων της φυσικής πάνω στην μοτοσυκλέτα, με ενδιαφέρουσες δράσεις και πειράματα.

Παράλληλα, σε ένα πιο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης λειτουργεί το project DESI (Ducati Education System Italy). Είναι ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε να λειτουργεί το Σεπτέμβριο του 2014 από την Ducati και την Lamborghini –τις δύο ιταλικές εταιρείες που ανήκουν στο Audi group), με στόχο την φοίτηση και την εκπαίδευση στην Ιταλία. Μέσα απ' αυτό, δίδεται η δυνατότητα σε νεαρούς Ιταλούς να κάνουν το επόμενο βήμα σ' αυτούς τους τομείς και είναι βασισμένο στο σύστημα που χρησιμοποιείται ήδη στην Γερμανία. Ουσιαστικά, παρέχει την ευκαιρία στο να προχωρήσει η εκπαίδευση μέσα από την πρακτική άσκηση σε πραγματικές συνθήκες, μέσα στην εταιρεία. Σε συνεργασία με τα κολέγια Fiorovanti Belluzzi και Aldini Valeriani, συμμετείχαν 48 φοιτητές την πρώτη χρονιά και 26 την δεύτερη σε τρεις διαφορετικούς τομείς της παραγωγικής διαδικασία, παίρνοντας ένα πολύτιμο εφόδιο για την μετέπειτα ένταξή τους στην αγορά εργασίας.

 

Το νέο μουσείο της Ducati

Για την Ducati, κάθε προϊόν της αποτελεί ένα έργο τέχνης και ως τέτοια θα έπρεπε να έχουν τον δικό τους ξεχωριστό χώρο για να εκτίθενται στα μάτια του κοινού.

 

Γι' αυτό το λόγο, το 1998, ιδρύθηκε το μουσείο της Ducati, που συμπεριλαμβάνεται κι αυτό στις εγκαταστάσεις του Borgo Panigale. Πρόκειται για έναν χώρο 850 τετραγωνικών μέτρων το οποίο μέχρι πρότινος στέγαζε μόνο το αγωνιστικό κομμάτι της ιστορίας της Ducati. Πρόσφατα, ο χώρος ανακαινίσθηκε και αναδιοργανώθηκε και πλέον εκτίθενται όλα τα μοντέλα-ορόσημα της Ducati, μαζί με τις καινοτομίες και τα τεχνολογικά στοιχεία που την χαρακτηρίζουν.

Το καλωσόρισμα στο μουσείο γίνεται από μια ιστορική αναδρομή με εκθέματα από τότε που η Ducati δεν κατασκεύαζε μοτοσυκλέτες αλλά πυκνωτές και εξαρτήματα ραδιοφώνων, μαζί με φωτογραφίες από τα αδέρφια Ducati και το σπίτι τους, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο εργοστάσιο της φίρμας.

Η συνέχεια είναι αφιερωμένη στις μοτοσυκλέτες, οι οποίες είναι μοιρασμένες σε τέσσερα δωμάτια και σε τρεις τομείς, με το λευκό χρώμα να κυριαρχεί στους τοίχους προκειμένου οι μοτοσυκλέτες να ξεχωρίζουν και να μην αποσπά τίποτε το βλέμμα από πάνω τους, όπως μας είπαν οι άνθρωποι που μας ξενάγησαν στον ανακαινισμένο χώρο.

Ο ένας τομέας έχει να κάνει με την ιστορία των μοτοσυκλετών παραγωγής παραθέτοντας τα κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία της εποχής που δημιουργήθηκαν. Ο δεύτερος τομέας αφορά τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες και την αγωνιστική παράδοση της εταιρείας, όπου τα εκθέματα συνοδεύονται από τα αμέτρητα τρόπαια που έχουν κερδίσει σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ ο τρίτος τομέας είναι αφιερωμένος στους ίδιους τους αναβάτες της Ducati, τους "ήρωες της Ducati", όπως τους αποκαλούν οι άνθρωποι της εταιρείας.

Συνολικά εκτίθενται 46 μοτοσυκλέτες, εκ των οποίων οι 19 είναι μοτοσυκλέτες παραγωγής, ενώ για μερικές από αυτές είναι η πρώτη φορά που ποζάρουν ως εκθέματα.

Ετικέτες