Ducati Hypermotard V2 SP: Καλύτερο και πιο διασκεδαστικό – Το οδηγήσαμε στην Ιταλία
Μείον 14 κιλά βάρους, περισσότερη ισχύς, η ίδια fun φιλοσοφία
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
5/5/2026
Μία ολόκληρη μέρα στην πίστα δεν ήταν αρκετή στη σέλα του νέου Ducati Hypermotard V2 SP, όχι για να καταλάβουμε αν είναι καλύτερο ή χειρότερο από τη μοτοσυκλέτα που ήρθε για να αντικαταστήσει αλλά για να το χορτάσουμε. Χορταίνεις άλλωστε ποτέ με τέτοιες εμπειρίες.
Όπως και να το κάνει κανείς, το να αφήνεις τη γνωριμία με τη στάνταρ έκδοση της νέας γενιάς Hypermotard V2 για κάποια άλλη στιγμή, έχοντας μπροστά σου μια ολόκληρη μέρα μόνο με την έκδοση SP, την οποία και οδηγήσαμε στη σχετικά μικρή και σφιχτή πίστα της Modena, έχει και τα πολύ καλά της. Ξάφνου όλα εκείνα τα πράγματα που πρέπει να έχεις υπόψη σου για να δεις αν οι άνθρωποι του Borgo Panigale έκαναν καλά τη δουλειά τους στο να δημιουργήσουν μια μοτοσυκλέτα για δημόσιο δρόμο, η οποία δεν πρέπει να αφήνει στην άκρη τον παράγοντα χρηστικότητα, χάνουν τη σημασία τους και αυτό που μένει είναι ο παράγοντας διασκέδαση. Άντε μετά χορτάσεις το Hypermotard V2 SP!
Το νέο Hypermotard V2 έχει κόψει όλα τα δεσμά με τη μοτοσυκλέτα που έρχεται να αντικαταστήσει καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ολοκαίνουργια γενιά, η οποία κάνει reset και, βαδίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης, έρχεται ακόμη πιο κοντά στο πρώτο αερόψυκτο μοντέλο των 1.100 κ.εκ. Φέτος μάλιστα το Hypermotard κλείνει 20 χρόνια από τότε που παρουσιάστηκε η πρώτη γενιά στο κοινό, οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα επετειακό μοντέλο εντός και εκτός εισαγωγικών, με το SP να έχει σαφείς αναφορές στα γραφικά του στα 20 χρόνια. Αναφορές στην πρώτη γενιά που αφορούν και τις δύο εκδόσεις εντοπίζονται φυσικά και στη σχεδίαση της μοτοσυκλέτας, με το ράμφος, τα πλαϊνά πλαστικά του ρεζερβουάρ και την μικρή αεροτομούλα στο πίσω μέρος να αποτείνουν κατά κάποιο τρόπο φόρο τιμής στη μοναδική μοτοσυκλέτα της Ducati που αψήφησε τις τάσεις της αγοράς όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσά μας.
Βέβαια στον βωμό της μείωσης του κόστους κάποια στοιχεία που χαρακτήριζαν όχι μόνο το Hypermotard όπως και πολλά ακόμη Ducati πλέον δεν δίνουν το “παρών” ούτε στη μοτοσυκλέτα της ιταλικής εταιρείας που φτιάχτηκε με σκοπό, όπως και οι πρόγονοί της, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει διασκέδαση στον αναβάτη της ακόμη και αν αυτός πετάγεται μέχρι το περίπτερο. Τέλος λοιπόν το πλαίσιο χωροδικτύωμα και στο Hypermotard, όπως και το μονόμπρατσο ψαλίδι. Ακόμη και το σήμα κατατεθέν δεσμοδρομικό σύστημα κίνησης των βαλβίδων δεν είναι πια μαζί μας. Όλες αυτές οι θυσίες όμως απέδωσαν καρπούς στην πράξη αφού το Hypermotard V2, ως Ducati που σέβεται τον εαυτό του, είναι σημαντικά ελαφρύτερο από το προηγούμενο και είναι επίσης και ισχυρότερο χάρη στο νέο κινητήρα των 890 κ.εκ. που έχει και σύστημα μεταβλητού χρονισμού για τις βαλβίδες εισαγωγής. Πόσο ελαφρύτερο; Δεκατρία κιλά χωρίζουν την 3η και την 4η γενιά Hypermotard στη στάνταρ της έκδοση, με τη διαφορά να ανεβαίνει στα 14 για στις εκδόσεις SP! Για μοτοσυκλέτα που ζύγιζε 200 περίπου κιλά πριν, η απώλεια είναι κάτι παραπάνω από αισθητή όταν βρίσκεται στη σέλα του νέου V2 SP, το οποίο, έναντι της στάνταρ μοτοσυκλέτας, έχει σημαντικές διαφορές που το κάνουν και πιο ευχάριστο στην πίστα.
Από κάτω προς τα πάνω οι αλλαγές ξεκινούν από τις ελαφρύτερες κατά 1,56 κιλό σφυρήλατες ζάντες αλουμινίου -έναντι των χυτών. Τα φρένα προέχονται και στις δύο περιπτώσεις από την Brembo, όμως του SP είναι ακόμη πιο υψηλών προδιαγραφών με τις M4.32 ακτινικές, 4πίστονες δαγκάνες να δίνουν τη θέση τους στις M50 και να αλλάζει μαζί με αυτές και η ακτινική τρόμπα της ιταλικής εταιρείας.
Οι αλλαγές συνεχίζονται στις αναρτήσεις με τις Kayaba να δίνουν τη θέση τους σε “χρυσές” Ohlins και το πιρούνι να κερδίζει άλλα δύο χλστ. σε διάμετρο καλαμιών -και διαφορετικές πλάκες- για να φτάσει στα 48. Το πλαίσιο είναι πλέον αλουμινένιο μονοκόκ και όχι ατσάλινο χωροδικτύωμα, κάτι που έχει κρατηθεί για το υποπλαίσιο, ενώ το δίμπρατσο αλουμινένιο ψαλίδι είναι επίσης από αλουμίνιο και θυμίζει και δομικά εκείνο της Panigale V4. Ως γνωστό όλες οι νέες V2 με τον κινητήρα των 890 κ.εκ. -Hyper, Multistrada, Streetfighter, Panigale και Monster- μοιράζονται και το ίδιο πλαίσιο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ακριβώς το ίδιο σε όλες τις μοτοσυκλέτες. Αντιθέτως έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη στιβαρότητά του και στους δύο άξονες (διαμήκη και κάθετο), όπως και το ψαλίδι, ενώ η Ducati κράτησε τον πιο στιβαρό συνδυασμό για το Hypermotard V2 και όχι για το Panigale, όπως θα περίμενε ίσως κανείς!
Η μοτοσυκλέτα έχει παράλληλα και την ισχυρότερη έκδοση του V2 των 890 κ.εκ. και θα έχει πολύ ενδιαφέρον να το δούμε δίπλα-δίπλα με κάποια εκ των streetfighter ή Panigale V2, τη στιγμή που αποδίδει στο Hypermotard 120,4 ίππους και 9,59 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις . Ισχύς για τον πραγματικό κόσμο με λίγα λόγια για μια μοτοσυκλέτα που δεν ξεπερνά επίσημα τα 177 κιλά, με τον κινητήρα να έχει το τσαγανό για να κινήσει γρήγορα το Hypermotard. Πιο σημαντικό όμως στοιχείο του είναι η ελαστικότητα που σου επιτρέπει να οδηγείς και με 1-2 ταχύτητες πάνω όταν δεν κυνηγάς την ουρά σου σε μια πίστα με το 70% της ροπής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. ενώ το 80% παραμένει έως και τις 11.000 σ.α.λ., με το όριο περιστροφής να παρουσιάζεται αυξημένο σε σχέση με πριν.
Όπως και σε καθεμία από τις προηγούμενες γενιές έτσι και εδώ η Ducati έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο τρίγωνο της εργονομίας με στόχο τον απόλυτο έλεγχο για τον αναβάτη. Για πρώτη φορά το ύψος της σέλας είναι κοινό στις δύο εκδόσεις, στα 880 χλστ. Όμως έχουμε διαφορά στον τρόπο που καμπυλώνει η σέλα με της στάνταρ έκδοσης να είναι λίγο πιο πλατιά, αν και της SP είναι ποιοτικότατη, όσο μακριά και πλατιά χρειάζεται για έναν αναβάτη στα 1,84 μ. (βάρους 84 κιλών) και δείχνει ότι δεν θα αποτελέσει εστία παραπόνων στην καθημερινότητα.
Φυσικά στο Hypermotard V2 SP είναι παρούσα και όλη η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων της Ducati που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ανεξαρτήτως κατασκευαστή και μοντέλου στον τρόπο που λειτουργεί. Ο αναβάτης έχει στη διάθεσή του ρυθμιζόμενο Cornering ABS, ρυθμιζόμενο Traction Control, ρυθμιζόμενο Wheelie Control, ρυθμιζόμενο Engine Brake Control και το δύο κατευθύνσεων 2ης γενιάς quickshifter της Ducati. Έχει επίσης τρεις χαρτογραφήσεςι για τον κινητήρα αλλά και τέσσερα προγράμματα λειτουργίας, Race, Sport, Road, Wet. Το SP έχει επιπλέον σύστημα εκκίνησης Ducati Power Launch, αλλά και Pit Limiter.
Η ηλεκτρονική ομπρέλα ασφάλειας της Ducati λειτουργεί ευεργετικά υπέρ του αναβάτη, όπως διαπιστώσαμε και στην πράξη με τα ηλεκτρονικά να μην κάνουν αισθητή τη λειτουργία τους λειτουργώντας επί της ουσίας παρασκηνιακά, όπως ακριβώς θα έπρεπε! Το Hypermotard βέβαια, σε αντίθεση με αρκετές άλλες μοτοσυκλέτες σήμερα, είναι μια μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί για να οδηγείται και χωρίς να έχει ενεργοποιημένα τα ηλεκτρονικά του και αυτό το έδειξε πολύ νωρίς στην πίστα της Modena, είτε οδηγούσα με γραμμές είτε προσπαθούσα να αντιγράψω το διάσημο πλέον drift του Ruben Xaus με την 1η γενιά. Μπορεί να κάνει ό,τι το διατάξει ο αναβάτης προσφέροντας κορυφαία αίσθηση από το πακέτο φρένων, ενώ εξαιρετικά δούλεψαν και οι αναρτήσεις της Ohlins, τις οποίες όμως είχαν ρυθμίσει ειδικά για τη συγκεκριμένη πίστα οι άνθρωποι της Ducati. Τα στάνταρ ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV Corsa δείχνουν να ταιριάζουν επίσης γάντι στο Hypermotard και όλα αυτά μαζί οδηγούν και στο μεγαλύτερο ατού αυτής της μοτοσυκλέτας που δεν το περιμένεις αν δεν έχεις οδηγήσει προηγούμενη γενιά: είναι εξαιρετικά ευκολοδήγητο, ενώ όσο ανεβαίνεις εσύ επίπεδο “ξεκλειδώνεις” και άλλα οδηγικά χαρακτηριστικά της μοτοσυκλέτας που περιμένουν τους πιο έμπειρους!
Όλες τις λεπτομέρειες αλλά και τις πλήρεις εντυπώσεις μας από το Ducati Hypermotard V2 SP θα τις βρείτε στο τεύχος #678 του MOTO που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα!
Aprilia SR GT 400: Στοχεύει Honda ADV350 και κυνηγά Zontes G368: Το οδηγούμε στην Ιταλία
Δεν είναι ένα Beverly με κουστούμι
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
19/3/2026
Η Aprilia έκανε το λογικό βήμα μετά το SR200, μόνο που άργησε αφήνοντας το ZontesG368 να οργώσει εμπορικά την υποκατηγορία των Adventureσκούτερ που δημιουργήθηκε στην σκιά του πρωτεργάτη, X-ADV, κι ενώ ήταν πρακτικά ανύπαρκτη μέχρι τότε.
Διάφορα πυροτεχνήματα υπήρχαν καθ’ όλη την ιστορία των σκούτερ, φέγγοντας την υποκατηγορία αυτή, ακόμη και το δημοφιλές στην Ελλάδα PiaggioTyphoonμπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτά, στην πράξη όμως κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως η υποκατηγορία των Adventure είχε σχηματιστεί με τον τρόπο που συμβαίνει εδώ και λίγο καιρό. Τώρα υπάρχουν περισσότερες προτάσεις από κάθε άλλη φορά και ο λόγος είναι η ζήτηση του κόσμου. Στόχος των μοντέλων αυτής της κατηγορίας είναι να εξυπηρετήσουν τις καθημερινές ανάγκες μετακίνησης και παράλληλα τις κοντινές ασφάλτινες αποδράσεις, με την υπόσχεση πως όταν χρειαστεί να περάσουν από χωματόδρομο, δεν θα προσπαθήσουν να το αποφύγουν. Δεν θα χρησιμοποιηθούν φυσικά για κάτι περισσότερο από μία απλή διάσχιση χωματόδρομου, με το πιο δημοφιλές παράδειγμα να είναι η κάθοδος σε κάποια πιο ερημική παραλία, με τον βασικό τους στόχο να είναι πάντα η κάλυψη μεγαλύτερων αποστάσεων, στην πρώτη ευκαιρία που θα έχουν να ξεφύγουν από την συνηθισμένη διαδρομή που κάνουν καθημερινά.
Προτάσεις πλέον υπάρχουν διάφορες, σε σημείο που αξιώνουν ένα πλήρες συγκριτικό και κινούνται όλες τους στην ίδια κατεύθυνση με ταξιδιωτικές δυνατότητες, χώρους και φυσικά περιορισμένες δυνατότητες στο χώμα. Κοινό στοιχείο είναι επίσης, πως διαγωνίζονται μεταξύ τους τα διαφορετικά τμήματα marketing των εταιρειών για να βρεθεί ο πιο ευφάνταστος τρόπος να υπερτονιστούν οι πρακτικά ανύπαρκτες δυνατότητες στο χώμα. Ένα μελλοντικό συγκριτικό θα ρίξει φως και σε αυτό τον τομέα.
Σπορ συμπεριφορά παρά τα συγκεκριμένα, κατώτερης ποιότητας, ελαστικά
Προς το παρόν, το νέο SRGT 400 ξεκινά την πορεία του με ορισμένα πολύ δυνατά στοιχεία που θα χρησιμοποιήσει ως όπλα του στην μάχη με τον ανταγωνισμό. Πρώτο είναι το χαμηλό βάρος και η σπορ συμπεριφορά του η οποία ξεκινά από το πλαίσιο και τις αναρτήσεις και τελευταία έρχεται η απόκριση του κινητήρα. Στα σκούτερ το βασικότερο στοιχείο για την σπορ συμπεριφορά τους είναι το πλαίσιο, ακολουθούν οι αναρτήσεις και έπειτα η δύναμή τους, με αυτή την σειρά. Κι αυτό γιατί με το κέντρο βάρους αρκετά πίσω από το γεωμετρικό κέντρο και με το πλαίσιο χαμηλά τοποθετημένο, οι μηχανολόγοι πρέπει να πασχίσουν για να αποφύγουν τις στρεβλώσεις.
Το Beverly που δανείζει τον κινητήρα του και στο SRGT, είναι ήδη ένα αρκετά σπορ μοντέλο, όμως εδώ θα έπρεπε να ενισχυθεί η συμπεριφορά του με βάση τα νέα στοιχεία της γεωμετρίας θέσεις οδήγησης και των αναρτήσεων, όπως επίσης να συμβαδίζει με τις προσδοκίες που δημιουργεί, για χρήση και στους χωματόδρομους. Η Apriliaξέρει πολύ καλά την τέχνη του σχεδιασμού πλαισίων και έπειτα από δοκιμές με το πλαίσιο του Beverly, κατέληξε να φτιάξει ένα νέο από την αρχή. Εμφανισιακά μοιάζει το νέο πλαίσιο με εκείνο του Beverly, όπως μοιάζουν όλα τα πλαίσια δύο δοκών σε μία συγκεκριμένη κατηγορία μοτοσυκλετών ή παλαιότερα όλα τα περιμετρικά πλαίσια στις Ιαπωνικές streetμοτοσυκλέτες. Στην πράξη το πλαίσιο του SRGT είναι τελείως νέο και κάθε διατομή σωληνώσεων έχει υπολογιστεί από την αρχή, έτσι ώστε να επιτευχθεί και η επιθυμητή μείωση βάρους, αλλά και να γίνει το SRGTακόμη πιο σπορ, ιδίως κατά το δυνατό φρενάρισμα στην είσοδο των στροφών!
Ο χρωματισμός επηρεάζει την αντίληψη του θεατή, συγκεκριμένα στο SR GT 400
Το αποτέλεσμα είναι να ζυγίζει 186 κιλά με το ρεζερβουάρ γεμάτο, που είναι ακριβώς το ίδιο βάρος με το HondaAdv 350, ενώ είναι σχεδόν 20 κιλά ελαφρύτερο από το ZontesG368! Τα νούμερα επιτρέπουν στην Apriliaνα μιλά για ρεκόρ στην κατηγορία με 7 κιλά ανά kWαπόδοσης, ενώ ανακοινώνει και επιτάχυνση 5 δευτερόλεπτα για 0-60 μέτρα που όπως αντιλαμβάνεστε κάποιος στο τμήμα marketingαισθάνεται αυτή την στιγμή ιδιαίτερα υπερήφανος διότι θεωρεί πως έχει μπερδέψει αρκετό κόσμο σε Αγγλία και αλλού που θα διαβάσουν γρήγορα και θα νομίσουν πως το νέο 400άρι σκούτερ θα επιταχύνει με επιδόσεις μοτοσυκλέτας.
Σε κάθε περίπτωση όμως και πέρα από το πώς αναγράφει κανείς τα νούμερα, στην πράξη το μεγαλύτερο της οικογένειας των SRεπιταχύνει δυναμικά ακόμη και με δύο άτομα στη σέλα, ξεδιπλώνει την ροπή του από την αρχή του στροφόμετρου και δεν περιμένει κανείς με ανοικτό το γκάζι μέχρι να ανέβουν οι στροφές και το κάνει με γραμμικό τρόπο χωρίς να ενεργοποιεί συνέχεια το tractioncontrol.
Σε αντίθεση με τα μικρότερα της οικογένειας SR που κατασκευάζονται στο Βιετνάμ, το νέο SRGT 400 είναι MadeinItaly και βγαίνει από την γραμμή παραγωγής του Noale. Ο κινητήρας έρχεται από το διπλανό εργοστάσιο κατασκευής κινητήρων που έχει και χυτήριο, στο Scorzeενώ αμφότερα αποτελούν προάστια της Βενετίας, με την ευρύτερη έννοια.
Το νέο πλαίσιο κατασκευάζει ο προμηθευτής που φτιάχνει και τα Superbike πλαίσια για την Aprilia, αυτό από μόνο του θα ήταν ικανό να το διαφοροποιήσει από του Beverly, αν δηλαδή δεν ήταν τελείως αλλαγμένο έτσι και αλλιώς. Οι αναγνώστες της έντυπης έκδοσης θα το γνωρίζουν αυτό, ευκαιρία να το τονίσουμε και εδώ: Μόνο στην Κίνα οι μεγάλοι κατασκευαστές φτιάχνουν τα πλαίσια εντός εργοστασίου, οι υπόλοιποι χρησιμοποιούν πιστοποιημένους προμηθευτές που αναλαμβάνουν και τον έλεγχο ποιότητας και βρίσκονται συνήθως σε κοντινή απόσταση από το εργοστάσιο, μία πανάκεια όταν μιλάμε για μαζική παραγωγή αυτού του μεγέθους.
Από εκεί και πέρα οι αποστάσεις με τους προμηθευτές μεγαλώνουν, πλαστικά και διακόπτες μπορεί να έρχονται από οπουδήποτε φτάνει να βγαίνουν φθηνότερα με την Κίνα να είναι πάντα η πρώτη επιλογή με βάση αυτό το κριτήριο, η συναρμογή όμως είναι αντίστοιχη με εκείνη που είχαμε διακρίνει στην EICMA, σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.
Με συνεπιβάτη
Κόντρα στις καιρικές προβλέψεις της περιοχής, ο καιρός μας έδωσε ένα μικρό παράθυρο με στεγνούς δρόμους, ακριβώς όσο χρειαζόταν για να δούμε τις δυνατότητες του νέου ApriliaSRGT 400. Όπως θα περίμενε κανείς από την Aprilia, είναι στην σπορ οδήγηση που φαίνεται η διαφορά του, ξεκινώντας από την ομοιογενή, δίχως στρεβλώσεις και ταλαντώσεις, συμπεριφορά κατά το δυνατό φρενάρισμα.
Οδήγησα το νέο SRGT 400 και με συνεπιβάτη, που συγκεκριμένα σε αυτή την κατηγορία παίζει σημαντικό ρόλο καθώς μπορεί να ελαφρύνει ιδιαίτερα τον εμπρός τροχό ακυρώνοντας τα δυναμικά χαρακτηριστικά του. Ήταν λοιπόν μία ευχάριστη έκπληξη και βοήθησε στο να συμπληρωθεί η πρώτη εικόνα του νέου SRGT, το γεγονός πως η άψογη οδηγική συμπεριφορά δεν άλλαξε και παρέμεινε ακόμη και με δεύτερο άτομο στη σέλα!
Η εργονομία θέσης οδήγησης εξυπηρετεί τον μεγαλόσωμο αναβάτη και η πίσω σέλα, παρότι στενεύει για να πίσω για να κολακεύσει τα δυναμικά χαρακτηριστικά του νέου σκούτερ, έχει μπόλικο χώρο για να εξυπηρετήσει και μεγαλύτερες αποστάσεις, πέρα από την καθημερινότητα.
Στο μεταξύ χρειάζεται να σηκώσεις αρκετά το πόδι για να περάσεις πάνω από τη σέλα, αν δεν ανέβεις με τον πιο κλασσικό τρόπο των σκούτερ. Κι όμως έγινε αρκετή μελέτη ώστε να μην σηκωθεί ψηλά η σέλα, την ίδια στιγμή που δεν ήθελαν να περιορίσουν τον χώρο κάτω από τη σέλα.
Μόνο με έναν τρόπο τοποθετείται σωστά το Full Face κράνος κάτω από την σέλα, σύμφωνα με την ίδια την Aprilia
Χώρος κάτω από τη σέλα
Για τον παραπάνω λόγο και πάντα με τον περιορισμό του ύψους και του μπόλικου αφρώδες υλικού που θέλουν να τοποθετήσουν στη σέλα για άνετη παραμονή για μεγάλες αποστάσεις, οι άνθρωποι της Apriliaπήραν μία πολύ συγκεκριμένη απόφαση. Ο χώρος κάτω από την σέλα, έχει όγκο τριάντα λίτρων και χωρά ένα fullfaceκράνος ταυτόχρονα με ένα μικρό σακίδιο, ή γάντια κτλ. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει το fullfaceκράνος να τοποθετηθεί στο πλάι, αντί του πιο συνηθισμένου τρόπου και είναι βέβαιο πως αυτό θα δημιουργήσει μία σύγχυση στην αρχή της εμπορικής πορείας του μοντέλου καθώς θα υπάρχουν σίγουρα μερικοί που θα το τοποθετούν όρθιο, λέγοντας μετά πως δεν χωρά ένα κανονικό κράνος κάτω από την σέλα με την σέλα να κλείνει.
Εμπρός υπάρχει αρκετά βαθύ ντουλαπάκι με USBπαροχή, οπότε βάζοντας ανάποδα το κινητό, μπορεί ο ιδιοκτήτης να το φορτίζει ταυτόχρονα. Το keylessσύστημα λειτουργούσε με αμεσότητα και φυσικά δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς τα όμορφα γραφικά της Apriliaνα δώσουν την θέση τους στο μενού της 5 ιντσών, έγχρωμης TFTοθόνης, αλλά να εκκινήσει άμεσα τον κινητήρα.
Αναρτήσεις
Στο αρχικό στάδιο της διαδρομής του το πιρούνι είναι προοδευτικό με σωστό ρυθμό για την απόσβεση συμπίεσης σε σβέλτη ασφάλτινη χρήση. Αντίθετα με τις Adventureμοτοσυκλέτες είναι εξαιρετικά δύσκολο στα σκούτερ να έχεις μπροστινή ανάρτηση που εξυπηρετεί ταυτόχρονα και την άσφαλτο και το χώμα. Εκεί η πιο απλή λύση είναι απλώνεις την απόσβεση της συμπίεσης στην διαδρομή της ανάρτησης και να μην έχεις μία πολύ γρήγορη απόσβεση επαναφοράς, ώστε να εξυπηρετείς και τους δύο κόσμος με εκατέρωθεν παραχωρήσεις που μένουν όμως μακριά από το όριο δυνατοτήτων του μέσου αναβάτη. Ο πιο ικανός θα ξέρει και πώς να ρυθμίσει ή να αλλάξει αντίστοιχα, χωρίς φυσικά να μιλάμε για τις πιο σύνθετες λύσεις των ημι-ενεργητικών αναρτήσεων. Στα σκούτερ η μικρότερη διαδρομή αφήνει και μικρότερα περιθώρια και έτσι είναι εξίσου εύκολο να τερματίσεις την διαδρομή του πιρουνιού στο SRGT 400, όπως αντίστοιχα θα συνέβαινε και σε άλλα σκούτερ του PiaggioGroup. Αν δεν γινόταν αυτό μπορεί να ήταν λίγο πιο άνετο στην εκτός δρόμου χρήση, αλλά θα έχανε πολλούς πόντους τόσο στην καθημερινότητα, όσο και στην πιο σπορ οδήγηση σε επαρχιακούς. Θεωρώ λοιπόν πως η απόφαση της Apriliaήταν προς την σωστή κατεύθυνση.
Δημιουργούν χώρο κάτω από τη σέλα και κρατούν το ύψος της σέλας από το έδαφος σε λογικά για σκούτερ επίπεδα
Ομοίως και πίσω με τα δύο αμορτισέρ, που αναλαμβάνουν να συγκρατήσουν το βαρύ σύνολο μοτέρ-ψαλιδιού-μετάδοσης. Και εδώ οι επιλογές που υπήρχαν κρατώντας αυτή την διάταξη κινητήρα και με στόχο να βγουν με τιμή ελάχιστα πάνω από τον Κινέζικο ανταγωνισμό, διατηρώντας όμως την γραμμή παραγωγής στην Ιταλία, δεν έμενε παρά μονάχα μία: Το αποτέλεσμα είναι μέσα στο πλαίσιο της κατηγορίας από πλευράς απόδοσης και τα δύο αμορτισέρ πίσω δεν τερματίζουν απότομα στις λακκούβες, ενώ φιλτράρουν ικανοποιητικά ανωμαλίες του οδοστρώματος όπως σαμαράκια κτλ. Η διαδρομή των αναρτήσεων είναι ίδια, 120χλστ εμπρός και πίσω, με το πιρούνι να έχει καλάμια 41χλστ.
Στα φρένα έχουμε δίσκο 300χλστ εμπρός με ακτινικά τοποθετημένη δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και πίσω 240χλστ με δαγκάνα δύο εμβόλων. Λείπει το δυνατό αρχικό δάγκωμα αλλά όχι η δύναμη, οπότε αν χρειαστείς πολύ δυνατό φρενάρισμα στο δυνατόν μικρότερο διάστημα, απλά πιέζεις την μανέτα πλήρως, που σημαίνει πως ο χειρισμός με το ένα δάχτυλο εξυπηρετεί όλες τις συνθήκες εκτός από μία.
Το ABSτης Boschδουλεύει απροβλημάτιστα όπως δηλαδή περιμένουμε από τα ηλεκτρονικά της Apriliaπου είναι πάντα άψογα προετοιμασμένα από την πρώτη στιγμή χωρίς να περιμένει κανείς την ψηφιακή αναβάθμιση για την βελτίωσή τους. Αντίστοιχα και το TractionControlπου στα σκούτερ απλά ενοχλεί τις περισσότερες φορές, δυσκολεύοντας την επιτάχυνση.
Κόντρα στις προβλέψεις, είχαμε την τύχη για ένα παράθυρο καλοκαιρίας
Στο δεύτερο μισό της ημέρας όπου η καταρρακτώδης βροχή μείωσε την πρόσφυση, το tractioncontrolσυνέχισε με ομαλή παρέμβαση δίχως να γονατίζει το μεγάλο σκούτερ από επιτάχυνση που σημαίνει πως μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα παρεμβατικό και στο χώμα, όταν μιλάμε για σκληρό έδαφος και απλή μετακίνηση. Για λάσπη και στα χέρια έμπειρου αναβάτη, είναι δεδομένο πως χρειάζεται η ενεργοποίησή του, κάτι που θα επιβεβαιώσουμε σε ελληνικό έδαφος, όταν το σκούτερ έρθει στην Ελλάδα.
Κινητήρας – Το μόνο κοινό στοιχείο με το Beverly
Ο κινητήρας που όπως είπαμε προέρχεται από το Beverly, αλλάζει ως προς την χαρτογράφησή του για να ταιριάζει με τον χαρακτήρα του SRGT 400 και να αποκτήσει μεγαλύτερη απόκριση χαμηλά, χωρίς καμία άλλη διαφορά.
Τετράχρονος μονοκύλινδρος με ηλεκτρονικό ψεκασμό και υγρόψυκτος, αποδίδει 36 ίππους στις 7.500 στροφές και 3,85Kg.mστις 5.700 στροφές.
Παραμένει ένας από τους πλέον σύγχρονους στην κατηγορία με πατέντα στο σύστημα λίπανσης του στροφάλου που επιταχύνει την ροή του λαδιού βοηθώντας την λειτουργία της αντλίας, μειώνοντας έτσι τις απώλειες από την αντίσταση εσωτερικά. Χρησιμοποιείται ένα ελαφρύ αλουμινένιο έμβολο με εξίσου ελαφρύτερη μπιέλα, συγκριτικά με τον προκάτοχό του, στοιχείο που βοηθά την ευστροφία αλλά και τους κραδασμούς οι οποίοι απουσιάζουν πλήρως και δεν κάνουν την παρουσία τους σε ενοχλητικό βαθμού, ούτε σταματημένος στο ρελαντί πιέζοντας τα φρένα, κάτι που συμβαίνει σε πολλά άλλα σκούτερ.
Η διαφορετική χαρτογράφηση απαιτήθηκε και για την βελτιωμένη αναπνοή που έχει τώρα ο κινητήρας στο SRGT 400, ενώ ο ψεκασμός ήταν ήδη ικανός να ανταπεξέλθει στην αυξημένη ροή αέρα, με την κατάλληλη ποσότητα καυσίμου. Στον θάλαμο καύσης έχουμε δύο μπουζί ιριδίου, ενώ διαφορά έχουμε και στην βαθμονόμηση της μετάδοσης για να κολακεύσει με την σειρά της τον χαρακτήρα του σκούτερ της Aprilia, έναντι του ξαδέρφου Beverly.
Θα υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδόσεις με μόνη διαφορά τον εξοπλισμό και το χρώμα. Θα διατίθεται σε τρία χρώματα που εκτός από τα κεντρικά πλαστικά τμήματα, ολοκληρώνουν την εμφάνιση του σκούτερ με λεπτομέρειες σε χειρολαβές, μαρσπιέ και κεντρική κονσόλα, ενώ υπάρχει και η RallyReplicaπου η Apriliaθέλει να συνδέσει με το AfricaEcoRace.
Ευανάγνωστη, έγχρωμη TFT οθόνη, κεντρικά τοποθετημένη με ρύθμιση της ζελατίνας από πάνω
Προφανώς δεν υπάρχει καμία σύνδεση του SRGTμε το Rallyστις παραδοσιακές διαδρομές του Dakar, μόνο το Tuaregσυνδέεται με αυτό, αλλά το τμήμα marketing είχε μία ευκαιρία να τονίσει τα Adventureχαρακτηριστικά του SRGT400 και την πήρε.
Από πλευράς εξοπλισμού υπάρχει μία μακρά λίστα για να προσωποποιήσει κανείς το δικό τους SRGT στην εμφάνιση και να το εξοπλίσει για μεγαλύτερες αποστάσεις, από τα θερμαινόμενα γκριπ, μέχρι την κεντρική βαλίτσα. Με τιμή που έχει ήδη ανακοινωθεί στα ίδια επίπεδα με της Ιταλίας, κάτι που ήταν δύσκολο στην συγκεκριμένη “MadeinItaly” περίπτωση με το αυξημένο κόστος και σε αυτόν τον κυβισμό που η χώρα μας επιβάλλει σκαλωτή πρόσθετη φορολογία κατά παράβαση των κανονισμών της Ε.Ε, η Apriliaδείχνει πως θέλει να παίξει το παιχνίδι του ανταγωνισμού με τον πλέον σκληρό τρόπο. Αναμένεται σύντομα να έρθει στην Ελλάδα.
ApriliaSRGT 400 - ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Μοντέλο:
Aprilia SR GT 400
Αντιπρόσωπος:
PIAGGIO HELLAS AE
Τιμή:
6.750 ευρώ (Rally Replica 6.950 ευρώ)
Εγγύηση:
Τέσσερα χρόνια
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.165
Μεταξόνιο (mm):
1.535
Απόσταση από το έδαφος (mm):
190
Ύψος σέλας (mm):
820
Ίχνος (mm):
104
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό διπλής φωλιάς
Πλάτος (mm):
855
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/186
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος μονοκύλινδρος, ΕΕΚ, 4 β/κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
84 x 72
Χωρητικότητα (cc):
399
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
36 / 7.500
Ροπή (kgm/rpm):
3,84 / 5.700
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
90,23
Τροφοδοσία:
Ηλ. ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
1-1
Σύστημα λίπανσης:
Ξηρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Αυτόματος Φυγοκεντρικός CVT
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια
Τελική μετάδοση / σχέση:
Ιμάντας
ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΕΜΠΡΟΣ
Ανεστραμμένο πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/41
Ρυθμίσεις:
Καμία
ΤΡΟΧΟΣ ΕΜΠΡΟΣ
Ζάντα:
16’’ Χυτή
Ελαστικό:
120/70-16
ΦΡΕΝΟ ΕΜΠΡΟΣ
Πλευστός δίσκος 300 mm, με δαγκάνα ακτινικής τοποθέτησης τεσσάρων εμβόλων και ABS
ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΙΣΩ
Δύο αμορτισέρ διπλής ενέργειας με δοχείο αζώτου
Διαδρομή (mm):
120
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου
ΤΡΟΧΟΣ ΠΙΣΩ
Ζάντα:
1’’ Χυτή
Ελαστικό:
150/70-14
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 240mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Στάνταρ:FullLEDφωτισμός, σύστημα keyless, TFT οθόνη με ψηφιακές και αναλογικές ενδείξεις. Ταχύμετρο, στροφόμετρο, δείκτης βενζίνης, ένδειξη σχέσης κιβωτίου, θερμοκρασίας ψυκτικού, ολικός και δύο μερικοί χιλιομετρητές, ένδειξη κατανάλωσης, ρολόι, ένδειξη για σέρβις, δείκτης οικονομικής οδήγησης, πλήρεις προειδοποιητικές λυχνίες. (Rally Replica με σύστημα πολυμέσων Aprilia MIA για διαχείριση κλήσεων, μουσικής και πλοήγησης)