Οδηγούμε το νέο Yamaha TMAX TechMAX 2020

Η έβδομη γενιά μιας δυναστείας!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/11/2019

Τα νούμερα από τις πωλήσεις και όσα έχουν καταφέρει οι έξι –μέχρι τώρα- γενιές των ΤΜΑΧ αντικατοπτρίζουν παραστατικά αυτό που είναι βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση ολόκληρου του μοτοσυκλετιστικού κοινού και όχι μόνο των φανατικών των σκούτερ: Το ΤΜΑΧ ήταν ανέκαθεν το σημείο αναφοράς της κατηγορίας των mega scooter. Ακόμη και τις περιόδους που δεν ήταν το τεχνολογικά πιο προηγμένο, το μεγαλύτερο ή το δυνατότερο της κατηγορίας του, πάντα ήταν αυτό που βρισκόταν στο στόχαστρο των ανταγωνιστών του. Αν αυτό δεν είναι επιτυχία για μια εταιρεία, τότε τι;

Από την άλλη, το αυτί των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από το ΤΜΑΧ, δεν ιδρώνει καθόλου από όλα αυτά. Όπως μας δήλωσαν ξεκάθαρα στην κουβέντα που είχαμε με όλο το ιαπωνικό Team που σχεδίασε και υλοποίησε το νέο ΤΜΑΧ, ο μοναδικός ανταγωνισμός που αναγνωρίζουν είναι από το ΤΜΑΧ 530, δηλαδή τον προκάτοχό του…

Ήδη από την EICMA, όταν είδαμε για πρώτη φορά το νέο ΤΜΑΧ από κοντά, οι άνθρωποι της Yamaha φρόντισαν να μας το καταστήσουν σαφές ότι πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα μοντέλα τους για το 2020, έχοντας επενδύσει πάνω του πολλά. Στο Cascais της Πορτογαλίας, την "Ριβιέρα" της χώρας λίγο έξω από την Λισαβώνα όπου ταξιδέψαμε για την παγκόσμια παρουσίαση του ΤΜΑΧ 560 (και για την οποία θα διαβάσετε αναλυτικότατα στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει στις 31 Δεκεμβρίου), έγιναν πιο συγκεκριμένοι, αποκαλύπτοντας τους τρεις άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκαν: Απόδοση, σχεδιασμός και κορυφαίος εξοπλισμός. Με λίγα λόγια, είχαμε μπροστά μας το γρηγορότερο (και μεγαλύτερο από άποψη κυβικών) ΤΜΑΧ που έχει κατασκευαστεί ποτέ, το πιο δυναμικό από πλευράς εμφάνισης και την πλέον εξοπλισμένη έκδοση, το TechMAX, πάνω στη σέλα του οποίου θα περνούσαμε μια ολόκληρη μέρα.

Ξεκινώντας από το σημαντικότερο, την απόδοση δηλαδή, οι αλλαγές στο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα με τον στρόφαλο των 360° και τον οριζόντια τοποθετημένο αντικραδασμικό άξονα (μιας και αυτός ο χρονισμός του στροφάλου παράγει ισχυρούς κραδασμούς πρώτης τάξεως), επικεντρώνονται κυρίως στην αύξηση του κυβισμού και σε πολλές επιμέρους βελτιώσεις των κινούμενων μερών. Τα 32 επιπλέον κυβικά (από 530 σε 562cc) προήλθαν από την αύξηση της διαμέτρου του εμβόλου από τα 68mm στα 70mm, ενώ αυξήθηκε κατά ένα χιλιοστό και η διάμετρος των βαλβίδων εισαγωγής, προκειμένου να γίνεται καλύτερη πλήρωση του μεγαλύτερου πλέον θαλάμου καύσης. Έμβολα, μπιέλες, και εκκεντροφόροι είναι καινούργια, με τον στρόφαλο να είναι κι αυτός νέο αλλά και ελαφρύτερος. Αρκετή δουλειά έγινε και στο κύκλωμα ψύξης, που έγινε πιο αποδοτικό αλλά με μειωμένη διαδρομή σωληνώσεων και μεγαλύτερης χωρητικότητας ψυγείο.

Στον συμπλέκτη της CVT μετάδοσης –για την οποία οι Ιάπωνες τόνισαν δεόντως ότι την θεωρούν ως την καλύτερη γι' αυτή την κατηγορία, αφήνοντας αιχμές για το DCT της Honda- ρύθμισαν το πατινάρισμα να τελειώνει 300 στροφές νωρίτερα (στις 4.000) ενώ μάκρυναν την σχέση της μετάδοσης για να συμβαδίζει με την αυξημένη ιπποδύναμη και ροπή. Και μιας και μιλάμε για τα συγκεκριμένα μεγέθη, πρέπει να αναφέρουμε ότι το νέο ΤΜΑΧ αποδίδει πλέον 47,6 ίππους (από 46) 750 στροφές ψηλότερα (στις 7.500) και 5,7kgm (από 5,4kgm) στις ίδιες ακριβώς στροφές με πριν (στις 5.200). Αλλαγές έγιναν και στην εξάτμιση με τον καταλύτη –ελέω Euro5 προδιαγραφών- οι οποίες εκτός από την "καθαρότερη" λειτουργία, επέφεραν και μια πιο μπάσα χροιά στον ήχο που απελευθερώνει. Το πλαίσιο παρέμεινε ως είχε, όχι όμως και οι αναρτήσεις που έχουν νέα settings και νέα ελατήρια.

Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό, οι άνθρωποι από το Iwata προσπάθησαν να συνδυάσουν το στιλ με την εργονομία, διατηρώντας το κλασσικό πλέον σχήμα "boomerang" αλλά με πιο λεπτές διαστάσεις για να έχουν εύκολη πρόσβαση τα πόδια του αναβάτη στο έδαφος. Η ουρά απέκτησε πιο επιθετικό σχήμα και τα δύο πίσω φώτα αντικαταστάθηκαν από φανάρι LED σε σχήμα "Τ" με σαφή παραπομπή στο όνομα του ΤΜΑΧ. Το εμπρός μέρος απέκτησε κι αυτό πιο επιθετικές γραμμές, με τα ενσωματωμένα LED φλας να έχουν τώρα εντελώς διαφορετικό σχήμα, τονίζοντας κι αυτά την αιχμηρή σχεδίαση του νέου ΤΜΑΧ.

Στον τομέα του εξοπλισμού, τον τρίτο άξονα πάνω στον οποίο κινήθηκαν οι άνθρωποι της Yamaha, έχουμε μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το τι γινόταν μέχρι σήμερα. Είχαμε γράψει πολλές φορές κι εμείς, ότι οι τρεις εκδόσεις της απερχόμενης γενιάς είχαν μια δόση υπερβολής που περισσότερο εξυπηρετούσαν το μάρκετινγκ παρά την ουσία. Η αλληλοκάλυψη ήταν αναπόφευκτη και η σύγχυση στους υποψήφιους ιδιοκτήτες δεδομένη. Ορθώς λοιπόν τώρα σκέφτηκαν ότι θα πρέπει να υπάρχει η επιλογή δύο μόνο εκδόσεων, της στάνταρ και της TechMAX. Οι διαφορές έχουν να κάνουν καθαρά με το επίπεδο του εξοπλισμού τους, ο οποίος ακόμη και στην περίπτωση της στάνταρ έκδοσης είναι αρκετά πλούσιος. Το ΤΜΑΧ διαθέτει τους δύο χάρτες για την απόδοση, Keyless τεχνολογία, αλουμινένια διακοσμητικά στο εσωτερικό της ποδιάς, κλείδωμα κεντρικού σταντ και traction control, ενώ το TechMAX διαθέτει επιπλέον ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, θερμαινόμενα γκριπ και σέλα, cruise control, ρυθμιζόμενη πίσω ανάρτηση και το σύστημα My TMAX connect για διασύνδεση με το smartphone του αναβάτη του. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε και στις χρωματικές επιλογές, με το επίπεδο της βαφής να είναι κι αυτό σημαντικά αναβαθμισμένο, ενώ είναι ιδιαίτερες εντυπωσιακές οι επιλογές του Icon Grey για το στάνταρ ΤΜΑΧ και Tech Kamo για το TechMAX. Φυσικά η Yamaha δεν θα μπορούσε να μην συνοδεύει και τις δύο εκδόσεις με έναν μακρύ κατάλογο από αξεσουάρ που διατίθενται μεμονωμένα ή μέσα από τα τρία πακέτα (Sport, Urban και Winter) που έχει δημιουργήσει το εργοστάσιο.

Οι αλλαγές της έβδομης γενιάς ΤΜΑΧ όμως, όπως διαπιστώσαμε κι εμείς, δεν περιορίζονται στην θεωρία αλλά αποτυπώνονται στην πράξη, στις πραγματικές συνθήκες για τις οποίες σχεδιάστηκε το ΤΜΑΧ και που στην Πορτογαλία όπου ταξιδέψαμε για να το οδηγήσουμε, αυτές οι συνθήκες ήταν όχι απλώς ρεαλιστικές αλλά… υπερρεαλιστικές, αφού καταφέραμε μέσα σε μια μέρα να αλλάξουμε τρεις εποχές ! (ας είναι καλά το κλίμα του Ατλαντικού…). Στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ θα μπορέσετε να διαβάσετε πώς όλα τα παραπάνω μεταφράζονται, όταν βρίσκεσαι πάνω στη σέλα του νέου TMAX ΤechMAX!

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                  Yamaha TΜΑΧ 560 (ΤΜΑΧ 560 Tech Max)
Αντιπρόσωπος:
Μοτοδυναμική Α.Ε.
Τιμή:
Αναμένεται
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.200
Ύψος (mm):
1.420 (1.555 με τη ζελατίνα στη ψηλότερη θέση)
Μεταξόνιο (mm):
1.575
Απόσταση από το έδαφος (mm):
125
Ύψος σέλας (mm):
800
Ίχνος (mm):
-
Γωνία κάστερ (˚):
-
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό δύο δοκών
Πλάτος (mm):
765
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
206,75/218 (208,75/220)
Ρεζερβουάρ (l):
15
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρά με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
70 x 73
Χωρητικότητα (cc):
562
Σχέση συμπίεσης:
10.9:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
47,6/7.500
Ροπή (kg.m/rpm):
5,6/5.250
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
84,6
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός έλεγχος ψεκασμού
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Αυτόματος φυγοκεντρικός
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με ιμάντα
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με ιμάντα
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλισμό
Διαδρομή (mm):
117
Ρυθμίσεις:
  • (ρυθμιζόμενη στην Tech Max)
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου
Ελαστικό:
160/60-15
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 282mm με δαγκάνα ενός εμβόλου και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Μονόχρωμη TFT οθόνη με όλες τις ενδείξεις. LED φωτιστικά σώματα, keyless τεχνολογία, traction control (TCS), δύο riding modes, σύστημα κλειδώματος κεντρικού σταντ. Η Tech Max διαθέτει επιπλέον ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, σύστημα συνδεσιμότητας με smartphone, cruise control και θερμαινόμενα γκριπ και σέλα.
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/41
Ρυθμίσεις:
 
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου
Ελαστικό:
120/70-15
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 267mm με δαγκάνα με ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες δύο εμβόλων και ABS

 

 

Shark Raw/Drak: Μακρόχρονη δοκιμή κράνους!

2 κράνη - Τέσσερα συν ένα χρόνια!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/9/2018

Λίγα είναι τα κράνη που τα περιμένω πριν ακόμη βγουν στην παραγωγή, και το Shark Raw ήταν τότε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις. Ιδιαίτερα σπάνια, καθώς δεν χρησιμοποιώ ποτέ Jet κράνη, όχι ότι δεν τα συνιστώ ή ότι δεν είναι σωστό να τα χρησιμοποιεί κάποιος, απλά δεν τα χρησιμοποιώ ο ίδιος. Διανύοντας κατ’ ελάχιστο εκατό χιλιόμετρα διαδρομών την ημέρα κι αρκετά ακόμη αργά την νύκτα σε αυτοκινητόδρομους, καθίσταται περισσότερο από απαραίτητο να υπάρχει πλήρη κάλυψη, αλλά κι αντοχή σε μεγάλες ταχύτητες. Παρόλο αυτά, το Raw –πλέον Drak- το περίμενα καιρό, από την ημέρα που ήταν πρωτότυπο, με την ελπίδα πως είχε βρεθεί η χρυσή τομή.

Φανταστείτε λοιπόν την απογοήτευση τότε το 2013, όταν ανακάλυψα πως η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν σκεπτική στο να το εισάγει, κι αυτό γιατί ήταν κράνος μεσαίας - και προς τα επάνω τιμής, ενώ ταυτόχρονα ήταν ιδιαίτερο, ξεφεύγοντας πλήρως από τα υπόλοιπα. Εκ των υστέρων, κι έχοντας υπάρξει επιχειρηματίας, αναγνωρίζω πολύ καλά την αγωνία τους και ήταν εύλογη και δικαιολογημένη. Εκείνη την στιγμή βέβαια αντιδρούσα όπως κάθε άλλος καταναλωτής, το ήθελα την πρώτη ημέρα της παρουσίασής του, κι αν γινόταν από την γραμμή παραγωγής να πετάξει με μαγικό τρόπο κατευθείαν στην πόρτα μου. Βλέπετε είχα την πεποίθηση πως πρώτα θα έκανε την δουλειά του σαν ένα κανονικό κράνος κι έπειτα ήταν φυσικά η εμφάνισή του. Ας μην γελιόμαστε, με αυτό στο κεφάλι φαντάζεσαι τον εαυτό σου λίγο πιο κοντά με πιλότο σε F-16 που είναι ίσως το μοναδικό πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο (να κάνεις βόλτα και μόνο) από την οδήγηση μοτοσυκλέτας!

Από εδώ και πέρα η ιστορία της έλευσης του πρώτου Raw στην Ελλάδα παρουσιάζει διακλαδώσεις, δεν υπάρχει μονάχα μία εκδοχή. Το μόνο σίγουρο είναι πως υπήρχαν κι άλλοι που πίεζαν την ελληνική αντιπροσωπεία να το εισάγει, σε μία όμως πολύ δύσκολη οικονομικά περίοδο που οι περισσότεροι από εμάς μπορούσαμε απλά να καλύψουμε το κόστος ενός πλαστικού κουβά για το κεφάλι μας, πόσο μάλλον για καινούριο κράνος, κι άρα τέτοιες αποφάσεις περιείχαν τεράστιο ρίσκο. Και ίσχυε το ίδιο, αν και σε μικρότερο βαθμό και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Κι όμως τελικά το “Drak” όπως είναι πλέον το όνομά του, ήρθε στην Ελλάδα κι από τότε πέρασαν διάφορα στα χέρια του περιοδικού, ενώ ξεπέρασε τις προσδοκίες εμπορικά, καθώς έτυχε καθολικής αποδοχής σε ολόκληρο τον κόσμο και φυσικά εμφανίστηκαν κλώνοι του, όπως συμβαίνει με όλα τα πετυχημένα προϊόντα, ενώ η Shark έφτασε να φτιάχνει μία ολόκληρη οικογένεια γύρω από αυτό…

Τώρα μπορεί να είναι ένα γνωστό πλέον κράνος, κάπως συνηθισμένο να το βλέπει κανείς στους δρόμους, τότε όμως σε κοιτούσαν καλά-καλά για να καταλάβουν αν συμβαίνει κάτι με εσένα ή σε σχέση με εσένα κι εκείνους. Έμοιαζες ύποπτος ή πως θα τους σταματήσεις για έλεγχο… Στα φανάρια οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή, πού θα το βρουν, πόσο κάνει και κάπου στο τέλος αν είναι και καλό. Όλα για την εμφάνιση λοιπόν, το αν είναι καλό ή όχι, ερχόταν τελευταίο. Μετά από δύο κράνη, πολυφορεμένα και τα δύο, ένα σε καθημερινή και φυσιολογική χρήση και το άλλο στην πιο σκληρή που υπάρχει, ας δούμε αυτό ακριβώς, αν είναι καλό!

Οι φωτογραφίες που βλέπετε είναι από ένα κράνος που επί τέσσερα χρόνια έκανε πολλά καθημερινά χιλιόμετρα, με πληθώρα διαφορετικών μοτοσυκλετών, από γυμνές και streetfighters του λίτρου, μέχρι on-off κι όλα όσα θα βρεις στο ενδιάμεσο αλλά και έξω από αυτά τα πλαίσια! Από ταξίδια λοιπόν, μέχρι ταχύτητες πολύ πάνω από αυτό που είχε η Shark στο μυαλό της όταν το σχεδίαζε, το κράνος συγκέντρωσε μία χρήση που ήταν εξαιρετικά εντατική, όχι όμως αδέξια, απερίσκεπτη ή απρόσεχτη. Η φθορά που έχει υποστεί είναι από υπερβολική χρήση, και όχι από αμέλεια.

Συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα χιλιόμετρα μαζί του και σε τόσες πολλές διαφορετικές μοτοσυκλέτες, το Drak αποδείχτηκε τελικά περισσότερο σκληροτράχηλο από εκείνο που στην αρχή υποψιαζόμουν. Ο πρώτος φόβος σχετικά με την αντοχή, ήταν για τους ελαστικούς ιμάντες της μάσκας, καθώς θεώρησα πως θα χαλαρώσουν γρήγορα. Για αυτό το λόγο δεν άφηνα ποτέ το κράνος στην άκρη έχοντας την μάσκα τραβηγμένη επάνω, αποφεύγοντας γενικά να αφήνω την μάσκα σε αυτή την θέση. Το δεύτερο κράνος του παραδείγματος δεν είχε αυτή την τύχη, η μάσκα περνούσε ώρες ατελείωτες πάνω στο κράνος με τους ιμάντες τεντωμένους, κι αυτό γιατί είναι πιο εύκολο να το τοποθετείς στο κεφάλι σου ή να το αφαιρείς αν πρώτα την σηκώσεις. Αποδείχτηκε με τον καιρό πως η διαφορά ήταν μικρή ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις: Στον ενάμισι χρόνο οι ιμάντες είχαν χαλαρώσει δίχως όμως να υπάρχει λειτουργικό πρόβλημα καθώς μπορείς να τους σφίξεις και στα δύο χρόνια είχαν χάσει αρκετή από την ελαστικότητά τους. Όταν αρχίζουν να χάνουν ελαστικότητα το συνεχές σφίξιμο σταδιακά παύει να είναι λύση, γιατί ο στόχος είναι να προσαρμόζεται η μάσκα στο πρόσωπο και όχι απλά να στηρίζεται, επίσης τότε είναι που όλη η δύναμη πηγαίνει στους συνδέσμους της μάσκας κι έτσι στο τέλος μπορεί να αρχίσουν να κόβονται.

Συνολικά στα τρία χρόνια είναι δύσκολο να μην χρειαστεί να αλλάξεις μάσκα, αν είναι καθημερινή η χρήση του κράνους. Πράγμα που δεν είναι καθόλου κακή επίτευξη, το αντίθετο. Η Shark λέει πως η ζελατίνα της είναι αντιχαρακτική και λέει λίγα, θα μπορούσε να την πει διαμαντένια και να πέσει μέσα γιατί είναι πραγματικά δύσκολο να αποκτήσει γρατζουνιές, ούτε θαμπώνει με τον καιρό. Καταστρέφεται το αφρώδες όπως φαίνεται στις φωτογραφίες, αλλά αυτό θα γίνει περίπου μαζί με το διάστημα που θα πρέπει να αλλάξεις τους ιμάντες. Κρατάς λοιπόν την ζελατίνα ως ανταλλακτικό και αλλάζεις την μάσκα μετά από δύο έως τρία χρόνια, καθώς θα έχει χάσει την ελαστικότητά της, μία ικανοποιητική διάρκεια ζωής, που ταιριάζει και με τον χρυσό κανόνα που έχουμε στο MOTO για τα κράνη - τα 3/5/7 χρόνια και που έχουμε εξηγήσει πολύ αναλυτικά εδώ, για να μην επαναλαμβανόμαστε.

Κάτω από την μάσκα υπάρχει το χαρακτηριστικό αφαιρούμενο προστατευτικό του πηγουνιού, που προσωπικά δεν αφαίρεσα ποτέ, όπως και οι περισσότεροι που το έχουν στην κατοχή τους. Οι βασικοί λόγοι είναι αυτοί: Το προστατευτικό μπαίνει δύσκολα αλλά ασφαλίζει πολύ όμορφα χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα με κενά ανάμεσα στην μάσκα, σφυρίγματα από τον αέρα κτλ. Είναι βασικό στοιχείο της εμφάνισης του Raw και ο κύριος λόγος που το αντιμετωπίζεις σαν ένα full face κράνος, πράγμα που σημαίνει πως χωρίς αυτό έχεις έναν λιγότερο λόγο να πάρεις το συγκεκριμένο κράνος. Η λογική της Shark είναι πως εύκολα προσαρμόζεις το κράνος σου ανάμεσα σε πλήρως Jet και αυτό το… υβρίδιο που σου δίνει μία κάπως μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας. Κι αυτό είναι έξυπνο και θα αρέσει σε πολύ κόσμο, αλλά εγώ έτσι κι αλλιώς δεν αισθάνομαι άνετα με κράνη τύπου jet, οπότε και δεν μπήκα ποτέ στην διαδικασία να το αφαιρέσω. Ας μην γελιόμαστε η προστασία που προσφέρει είναι για να μην σου σπάσει τα δόντια μία πέτρα από τα ελαστικά προπορευόμενου οχήματος και μέχρι εκεί. Ευτυχώς δεν μπορώ να διανθίσω το συγκεκριμένο άρθρο με μία εμπειρική ανάλυση σε περίπτωση πτώσης, όμως βάση γενικότερης εμπειρίας ήξερα από την πρώτη στιγμή της επιλογής μου πως η προστασία δεν θα ήταν εφάμιλλη με οποιοδήποτε κράνος κλειστού τύπου. Φέρω στο πηγούνι ένα πολύ παλιό σημάδι από σκίσιμο που έχει συμβεί με full face κράνος, μία άλλη εμπειρία που μου τόνισε νωρίς πως η σωστή επιλογή κράνους και –αναπόφευκτα- τιμής αγοράς, είναι εξίσου σημαντική με την απόκτησή του και την χρήση του, αυτή καθ’ αυτή!

Δεν είναι όμως μονάχα η πτώση, δεν φοράμε το κράνος μόνο για αυτή την αποφράδα μέρα κι ας είναι αυτή η απολύτως πιο διευρυμένη άποψη. Από τα έντομα μέχρι την σκόνη και μετά τον ίδιο τον αέρα και τον ήλιο, η προστασία πρέπει να είναι συνεχής. Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του Drak είναι πως ασφαλίζει πλήρως χωρίς να αφήνει κενά. Σε όλο αυτό το διάστημα και πάντα με δεδομένο την πληθώρα χιλιομέτρων, έχει αποτρέψει τριψήφιο αριθμό μελισσών κι άλλων εντόμων από το να σφηνωθούν μέσα στο κράνος, την ίδια στιγμή που αισθάνεσαι λιγότερο εγκλωβισμένος από ένα full face. Θα πρέπει να έρθει ο χειμώνας και να είναι βαρύς, ώστε να ανακαλύψεις πως περνά περισσότερος αέρας στο μέτωπο, από αυτό που θα ήθελες εκείνη την στιγμή. Όσο μάλιστα χαλαρώνουν οι ιμάντες τόσο περισσότερος αέρας θα φτάνει ακριβώς εκεί που θα ενοχλεί τα ιγμόρεια, με την λύση να είναι να τους ρυθμίσεις πιο σφιχτά μέχρι να την αλλάξεις, όπως αναλύουμε πιο πάνω. Η βροχή δεν πρόκειται να ενοχλήσει, αλλά σε εξαιρετικά χαμηλή θερμοκρασία αρχίζει και μετατρέπεται σε πράξη γενναιότητας να οδηγείς γρήγορα.

Η ταχύτητα πάντως δεν έχει όριο μαζί του, το όριο είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Το Drak βγαίνει σε δύο μεγέθη εξωτερικού κελύφους και είναι και τα δύο σχεδιασμένα με στενή γραμμή, για να αγκαλιάζουν το κεφάλι καλά. Δένοντας το σωστά, κολλά στο μέτωπο όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν, με μικρή μετατώπιση προς τα πίσω. Είναι εκείνη η στιγμή που πιέζει τους λοβούς των αυτιών, που μέχρι πριν απολάμβαναν των χώρο τους χωρίς πίεση. Και πιέζοντας τα αυτιά, εκεί πάνω από τα διακόσια χιλιόμετρα, δεν ακούς τίποτα και ξαφνικά γίνεται ένα από τα πιο ήσυχα κράνη… προφανώς παίζουμε με τις λέξεις και τα νοήματα τώρα. Σημασία εδώ έχει η προσεκτική ανάγνωση, γιατί σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει ο ισχυρισμός πως είναι το καλύτερο κράνος για αυτές τις ταχύτητες. Απλά πάντα υπάρχει και η θετική πλευρά, ακόμα και στα μειονεκτήματα. Για να ζήσεις βέβαια την εμπειρία της ησυχίας μέσα από την επίδραση των χιλιομέτρων, πρέπει σαφώς να το παρακάνεις, καθώς κινείσαι με τέτοιες ταχύτητες με ένα κατά βάση jet κράνος σε γυμνή, για παράδειγμα μοτοσυκλέτα. Το πόσο θα μείνεις σε αυτά τα χιλιόμετρα είναι ζήτημα αντοχής και διαφέρει από τον καθένα. Αυτές όμως είναι οι ειδικές περιπτώσεις και η καθημερινότητα με το Drak είναι αυτή που μετράει πραγματικά.

Ανάμεσα στις πρωτιές του, είναι και το γεγονός πως είναι το πρώτο που με έκανε να σπάσω τον χρυσό κανόνα, χωρίς να το αλλάξω στα τρία χρόνια. Συνηθίζεις να έχεις ένα κράνος που κλείνει τελείως αλλά μπορείς να μπεις σε κάποιο κατάστημα χωρίς να σε κοιτάνε καχύποπτα, κάνοντας μονάχα με μία κίνηση χωρίς να το βγάλεις. Οι συχνές στάσεις με αυτό στο κεφάλι είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, ενώ δύο φορές μπήκα μαζί του και σε τράπεζα, τρίτη δεν το δοκίμασα – είναι το μόνο μέρος που ό,τι κι αν φοράς στο κεφάλι κινείς υποψίες.

Ο μηχανισμός που κρατά την μάσκα είναι έξυπνα φτιαγμένος, ώστε να μην προσθέτει όγκο στο πλάι. Κάτω από πλαϊνά πλαστικά που έχουν άψογη συναρμογή και δεν θα ξεκολλήσουν όσο περνούν τα χρόνια, υπάρχει ένας μεταλλικός γάτζος σε κάθε πλευρά, που ασφαλίζει στο κράνος συγκρατώντας τους ιμάντες. Όλα αυτά με πολύ χαμηλό προφίλ, χωρίς να μεγαλώνει ο όγκος, την στιγμή που εσωτερικά υπάρχει ειδική εγκοπή για εφαρμογή ακουστικών. Με κατασκευή από θερμοπλαστικό και πολύ προσεγμένη εσωτερική επένδυση, το Drak είναι ελαφρύ (1.243 γραμμάρια με μάσκα και σαγόνι) όχι βέβαια σε επίπεδο ενός carbon κράνους, αν και πραγματικά carbon κράνη είναι ελάχιστα. Όμως το σημαντικό εδώ είναι η ομοιογένεια και το σωστό σχήμα. Είναι το σχήμα που παίζει μεγαλύτερο ρόλο στο κράνος και όχι τόσο τα γραμμάρια. Διότι ένα σωστά μελετημένο σχήμα κατανέμει το βάρος ομοιόμορφα κι όχι πίσω στην βάση του αυχένα που είναι το πιο συνηθισμένο. Τότε είναι που με την επίδραση του αέρα ένα κράνος αρχίζει να σε κουράζει περισσότερο από κάποιο άλλο κι ας είναι ελαφρύτερό του κατά μερικά γραμμάρια. Το Drak είναι εξαιρετικά μελετημένο κι εξαφανίζει γραμμάρια όταν το φοράς, παρόλο που είναι κράνος ανοιχτού τύπου, κι αυτό μεταφράζεται σε αναπόφευκτα ανομοιόμορφη κατανομή. Όχι σε αυτή την περίπτωση όμως!

Ο αεραγωγός στο κέντρο δεν μεταφέρει ιδιαίτερα πολύ αέρα και κλείνει με μία λαστιχένια τάπα την οποία την αφαιρείς την πρώτη ημέρα και κάπου την ξεχνάς στο σπίτι κρατώντας το για πάντα έτσι. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο αέρας δεν σου λείπει ποτέ. Επιπρόσθετα δεν επηρεάζει την καλή ηχομόνωση, που αντίστοιχη δεν θα βρει κάποιος σε ανοικτού τύπου κράνος, ακόμα και σε αντίστοιχο υβρίδιο. Όλες οι προδιαγραφές του κράνους και οι πιστοποιήσεις που έχει λάβει, είναι τύπου Jet, ωστόσο η Shark ήθελε την μάσκα και το σαγόνι να μπορούν να προσφέρουν στοιχειώδη ασφάλεια, εκτός από κάλυψη απέναντι στα στοιχεία της φύσης και τα έντομα. Διεξάγοντας την δική τους δοκιμασία, σχεδίασαν το Drak με τρόπο που μπορεί να βοηθήσει σε περίπτωση ατυχήματος, κάτι που –ευτυχώς όπως είπαμε- δεν μπορώ να επιβεβαιώσω.

Το αφαιρούμενο εσωτερικό άντεξε κι εκείνο αρκετά πλυσίματα, χωρίς να χάσει αρκετό από τον αρχικό του όγκο, ενώ στα τρία χρόνια η δερματίνη άρχισε να ξεφτίζει χαλώντας την εικόνα. Από την στιγμή που αφαιρείται, κι άρα αλλάζει, είναι κι αυτό ένα πρόβλημα που λύνεται.

Συνολικά το Drak άντεξε πολύ περισσότερο «ξύλο» από αυτό που αρχικά είχε προβλεφθεί για ένα σημαντικό ρόλο: Ολοένα και πιο συχνά το προτιμούσα έναντι ενός full face, ακόμη και για μεγάλες διαδρομές ή για περιπτώσεις που η ταχύτητα θα ήταν αυξημένη, καταλήγοντας σε μία σκληρή χρήση που το έφερε σε αυτή την κατάσταση μετά από τέσσερα χρόνια. Ανανεώνοντας τους αναλώσιμους ιμάντες και την επένδυση, έκανε τον ήρωα για ακόμη έναν χρόνο.

 

μονάχα στο ένα από τα δύο ξεκόλλησαν τα ανάγλυφα γράμματα.. σε εκείνο με την πολύ άγρια χρήση...

Το δεύτερο κράνος της δοκιμής μας, έζησε την εμπειρία μίας πτώσης, όχι –ευτυχώς και πάλι- χτυπώντας στην μάσκα ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αντοχή της, αλλά σύρθηκε για κάποια μέτρα στην άσφαλτο και είχε ένα καλό χτύπημα στην πίσω μεριά του. Ούτε σπασμένα πλαϊνά καπάκια, ούτε συστροφή της επένδυσης και μετακίνηση του κράνους, τίποτα από τα μειονεκτήματα που θα περίμενε κανείς, προστατεύοντας απόλυτα σωστά.

Συνολικά η εμπειρία μας μαζί του ήταν απόλυτα θετική, βρίσκοντας εκείνο το κράνος ανοικτού τύπου που εξάλειφε πολλά από τα μειονεκτήματα που έχει η συγκεκριμένη κατηγορία, την στιγμή που ακόμα και τώρα μία πενταετία μετά, παραμένει απόλυτα μοντέρνο.