Bajaj Pulsar 125 Δοκιμή Long term: «Είναι θέμα άνεσης»
Ο «Ινδός» δεν καταλαβαίνει από λακκούβες
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
24/12/2019
Περισσότερο από έναν μήνα τώρα, στις μοτοσυκλέτες που υπάρχουν σταθερά στο γκαράζ του περιοδικού, έχει προστεθεί το Pulsar 125 της Bajaj. Πρόκειται για μία δοκιμή μακράς διαρκείας, που δεν φτάσει τον έναν χρόνο, όπως αυτή εδώ που επίσης ξεκίνησε μόλις, ή τα 50.000 με άνοιγμα κινητήρα, όπως κάναμε στην Africa Twin, αλλά και το Pulsar δεν ήρθε καινούριο στα χέρια μας, έχει γράψει τα χιλιόμετρά του.
Έχουμε αρκετές παρατηρήσεις από την δοκιμή αυτή που θα συνεχιστεί και μέσα στο 2020, θετικές κι αρνητικές, που μερικές από τις πρώτες υπερθεματίζονται μόλις ακούσεις την χαμηλή τιμή και μερικές από τις δεύτερες μετριάζονται για ακριβώς τον ίδιο λόγο.
Ωστόσο πριν από τα αποτελέσματα της δοκιμής συνολικά, θέλουμε να επικεντρωθούμε ειδικά σε κάτι συγκεκριμένο που μας προσέφερε το Pulsar αυτές τις ημέρες και σε μία συγκεκριμένη παρατήρηση που ξεφεύγει από τα δεδομένα της κατηγορίας και αξίζει ιδιαίτερη μνεία. Κι αυτό είναι η συμπεριφορά στις λακκούβες και η ευκολία χρήσης.
Ακόμη και με δύο άτομα στην σέλα του, το Pulsar πέφτει σε φρεάτια υπονόμων και καπάκια -που ξέρουμε όλοι μας πολύ καλά- πως σε άλλες χώρες είναι θέμα προδιαγραφών να είναι «αλφαδιά» με την άσφαλτο, κι εδώ πηγαίνουμε με το μάτι του «Θόδωρα του εργολάβου». Όταν ο Θόδωρας ο εργολάβος έχει καπνό από τσιγάρο στο μάτι, ενώ φωνάζει από μακριά στους εργάτες να τελειώνουν πιο γρήγορα, μαζί με μία ομοβροντία βρισιών για το πότε θα πληρωθεί από τον κουμπάρο του τον Δήμαρχο, τα φρεάτια κινδυνεύουν να μείνουν έτσι για πάντα. Από αυτή την ελληνική πραγματικότητα, δεν απέχει και πολύ ή μάλλον σε εμάς βλέπουν τον παράδεισο της λακκούβας, οι Ινδοί φίλοι μας.
Οι αντιθέσεις σε αυτή την τεράστια χώρα είναι επίσης πολύ μεγαλύτερες, καθώς υπάρχουν και υπερσύγχρονοι αυτοκινητόδρομοι χωρίς κακοτεχνίες, αλλά και βασικοί δρόμοι που είναι ακόμη χωματόδρομοι. Στο ενδιάμεσο, ναι οι λακκούβες κυριαρχούν. Σε αυτή την κατάσταση των δρόμων, η κατηγορία των μικρών αυτών μοτοσυκλετών καλείται επιπρόσθετα να αποτελέσει το βασικό όχημα για μία ολόκληρη οικογένεια έχοντας απίστευτο ανταγωνισμό. Τόσο από μοτοσυκλέτες που εδώ δεν τις ξέρουμε, όπως το Victor της TVS και το Glamour της Hero, αλλά και από μία πιο γνώριμη σε εμάς, το Shine της Honda που πρακτικά είναι ένα CB125F!
Σε μία αγορά εκατομμυρίων μοτοσυκλετών, στην χώρα που κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ πωλήσεων μοτοσυκλετών, θα έλεγε κανείς πως υπάρχει χώρος για όλους, όμως δεν είναι έτσι. Ο κόσμος κινείται «κοπαδοποιημένος» αλλάζοντας κατεύθυνση όπως τα τεράστια κοπάδια ψαριών: Όλοι μαζί προς μία κατεύθυνση ακολουθώντας ο ένας τον άλλο, πρακτική που συχνά οδηγεί σε στόμα καρχαρία βέβαια. Σε μία τέτοια αγορά πρέπει να ξεχωρίσεις γιατί είσαι καλός και φθηνός ταυτόχρονα. Ταξιδεύοντας βέβαια στην Ινδία, θα καταλάβει κανείς πως το Pulsar σαν όνομα, είναι συνυφασμένο με τις επιδόσεις και την sport συμπεριφορά. Όχι προφανώς με τα δικά μας δεδομένα, αλλά το Pulsar έχει κερδίσει μία θέση στους Ινδούς που έχουν μάθει να το αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Σαν να λέμε Corolla, που υπάρχει κόσμος εδώ -ακόμη και τώρα- που αναφέρονται σε αυτή ως μάρκα και κατηγορία και όχι ως μοντέλο. Το Pulsar έχει ένα τέτοιο όνομα και οι εξηγήσεις που είχαμε πάρει παλαιότερα για τους λόγους που συμβαίνει αυτό ήταν κάπως διφορούμενες. Εκείνο όμως που τελικά έχει σημασία, είναι πως οι Ινδοί θα είχαν μεγαλύτερο ζήτημα αν ένα Pulsar δεν στεκόταν στο ύψος του ονόματός του.
Με δεδομένο πως φτιάχτηκε για να είναι το κατεξοχήν μεταφορικό μέσο, δεν περιμένει κανείς επιδόσεις από το Pulsar. Δεν τις περιμένει έτσι κι αλλιώς από ένα 125, ιδιαίτερα όταν θα βρεις παπιά και μάλιστα όχι τα πειραγμένα, που περνάνε το Pulsar με αλλαγή ταχύτητας. Επίσης υπάρχουν ζητήματα ξεκινήματος σε ημέρες με πολύ υγρασία και κρύο, χωρίς να αντιμετωπίζεις όμως πρόβλημα, κι έτσι πριν από αναλυτικότερη δοκιμή θέλουμε να επικεντρωθούμε εδώ σε κάτι συγκεκριμένο. Στο γεγονός πως περνά από λακκούβες, φρεάτια κτλ, όχι απλά με άνεση αλλά με πραγματική ασφάλεια! Οι αναρτήσεις συμπιέζονται προοδευτικά απορροφώντας κάθε ανωμαλία και με εξίσου προοδευτική επαναφορά, ισιώνουν τις τεράστιες κακοτεχνίες του δρόμου, με τρόπο που δεν συναντάς σε παπιά, μικρές αλλά και το πιο σημαντικό, μεγαλύτερες μοτοσυκλέτες από την περίπτωση του Pulsar 125. Δύο μαντράχαλοι, καλοταϊσμένοι μάλιστα, κάθονται με άνεση στην ευρύχωρη σέλα και έχουν και την πρόσθετη κεντρική βαλίτσα να τους χτυπά την πλάτη στις λακκούβες ανοίγοντας διάπλατα, μιας και νομίζεις πως την έχεις κλείσει και ασφαλίσει, 8 φορές στις 10.
Όλες αυτές τις ημέρες στο περιοδικό, το Pulsar ανέπτυξε δική του φρασεολογία στην καθημερινότητα, όπως θα πάμε με τον Ινδό για… εκείνο, το ένα το άλλο. Φέρε μου λίγο τον Ινδό να κουβαλήσουμε, αυτό, κι εκείνο και το άλλο. Σήμερα να φύγω εγώ και ο Ινδός νωρίτερα; Για να κάνουμε κι αυτό, κι εκείνο, και το άλλο… Με λίγα λόγια αποτελεί εργαλείο δουλειάς για εμάς και θα μας λείψει όταν τον αποχωριστούμε, συγχωρείστε με, η δύναμη της συνήθειας: Θα μας λείψει όταν το επιστρέψουμε.
Σε αντίθεση με άλλες μοτοσυκλέτες που σε αυτή την κατηγορία προσπαθούν να φορτώσουν επιδόσεις και σπορ συμπεριφορά για να προσελκύσουν τον νέο αναβάτη, εμάς το Pulsar μας κέρδιζε μέρα με την ημέρα λίγο περισσότερο, αντιπαραθέτοντας πραγματική ευκολία και ασφάλεια. Ασφάλεια γιατί δεν χάνεις τον έλεγχο, περνώντας με 50 και 60 και 70 πάνω από λακκούβες... Για φρένα, επιδόσεις, λοιπά της οδηγικής συμπεριφοράς και καταναλώσεις, αναλυτικά στην δοκιμή μακράς διαρκείας που θα ακολουθήσει.
Οδηγούμε στην Cremona: BMW M 1000 RR - Κυριαρχία με μουστάκι
Το πρωτάθλημα του Toprak Razgatlioglu το 2024 δεν ήταν αρκετό για τη BMW, που βελτίωσε κι άλλο τη superbike της για να συνεχίσει να κυριαρχεί
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
7/7/2026
Η BMW και ο Toprak Razgatlioglu κυριάρχησαν τόσο πολύ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike το 2024, που ο πολυπρωταθλητής σημείωσε 13 συνεχόμενες νίκες και τερμάτισε στο βάθρο στο 90% των αγώνων. Με αυτά τα νούμερα, θα ήταν εύκολο για τη BMW να χαλαρώσει και να απολαύσει την επιτυχία για την οποία αγωνιζόταν από το 2009, αλλά αντίθετα, η Βαυαρική εταιρεία ανανέωσε σημαντικά το premium M 1000 RR, στο οποίο βασίζεται η superbike του Toprak.
Το M RR απέκτησε έξι επιπλέον ίππους, τροποποιημένο πλαίσιο, βελτιωμένη αεροδυναμική και αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά συστήματα, τα οποία θεωρητικά καθιστούν τον πύραυλο πίστας των 218 ίππων πιο εύχρηστο από ποτέ για τους “καθημερινούς” αναβάτες, ενώ παράλληλα προσφέρουν στις αγωνιστικές ομάδες σε όλο τον κόσμο ένα μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Εμείς πεταχτήκαμε μέχρι την Ιταλία για να κάνουμε μερικούς γύρους με την εντυπωσιακή M 1000 RR των 38.900 ευρώ, για να δούμε αν είναι τόσο γρήγορη όσο φαίνεται.
Βελτιωμένη στα σημεία
Ο αγώνας για την υπεροχή στις superbike γίνεται όλο και πιο σκληρός. Οι BMW, Ducati και Honda παράγουν όλες μοτοσυκλέτες με ισχύ μεταξύ 210 και 220 ίππων και αντί να αναζητούν τρόπους για να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την ισχύ, ανταγωνίζονται τώρα για να κάνουν τις μοτοσυκλέτες τους πιο εύχρηστες και ευκολότερες στην οδήγηση για τους καθημερινούς αναβάτες, φροντίζοντας παράλληλα να ικανοποιούν και τις ανάγκες των αγωνιστικών ομάδων. Πάρτε για παράδειγμα την M 1000 RR, την εξωτική μηχανή της BMW με ομολογκασιόν WSBK. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η BMW θα μπορούσε να είχε προσθέσει 20 ίππους ή και περισσότερους σε αυτό το τελευταίο μοντέλο, αλλά αντίθετα αρκέστηκε σε μια αύξηση μόλις 6 ίππων, που δεν είναι και πολύ μεγάλη σε γενικές γραμμές. Ωστόσο, με την εισαγωγή νέων βαλβίδων τιτανίου, νέου σχήματος θαλάμου καύσης, εμβόλων, κουτιού φίλτρου αέρα και οβάλ θυρών εισαγωγής και εξαγωγής, καθώς και μεγαλύτερων βαλβίδων πεταλούδας διαμέτρου 52 mm και την αύξηση του λόγου συμπίεσης από 13,5:1 σε 14,5:1, οι μηχανικοί της BMW έχουν ενισχύσει σημαντικά την δυναμική του τετρακύλινδρου κινητήρα 999 cc για τις αγωνιστικές ομάδες, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, οι οποίοι -κακά τα ψέματα- θα είναι σε θέση να την αυξήσουν ακόμη περισσότερο.
Η BMW έκανε τροποποιήσεις στην περιοχή του λαιμού και στις βάσεις του κινητήρα για να βελτιστοποιήσει τη στιβαρότητα του πλαισίου. Ένα επανασχεδιασμένο και εξαιρετικά μεγάλο ζευγάρι αεροδυναμικών φτερών από ανθρακόνημα – επίσημα M Winglets 3.0, ανεπίσημα το νέο "μουστάκι" – παράγει 30 κιλά κάθετης δύναμης στα 300 χιλιόμετρα, από 22,6 κιλά, και έχει επίσης ενθουσιάσει τις αγωνιστικές ομάδες. Ενώ οι αναβάτες δρόμου μπορεί να μη νιώσουν μεγάλο όφελος, εκείνοι που οδηγούν στην πίστα, καθώς και οι επαγγελματίες αναβάτες θα το αντιληφθούν. Και ας είμαστε ειλικρινείς, τα υπερμεγέθη πτερύγια είναι πια απαραίτητα για τους λάτρεις των σπορ μοτοσυκλετών.
Με περισσότερη ισχύ και μεγαλύτερη αεροδυναμική πίεση, έρχονται μια σειρά από αναβαθμίσεις στα βοηθήματα αναβάτη και γενικές βελτιώσεις. Η γκαζιέρα είναι κοντύτερη και γυρνά από πλήρως κλειστή σε πλήρως ανοιχτή σε μόλις 58 μοίρες -έναντι των 72 μοιρών της προηγούμενης. Η νέα μοτοσυκλέτα διαθέτει επίσης Slide Control, το οποίο λαμβάνει τις βασικές μετρήσεις από έναν αισθητήρα γωνίας στροφής για να προσδιορίσει και να βελτιστοποιήσει τη γωνία ολίσθησης του πίσω τροχού σε “σκληρή χρήση”σε πίστα. Λειτουργεί επίσης σε συνδυασμό με το αναβαθμισμένο Brake Slide Assist.
Τη δοκιμάζουμε στην πίστα της Cremona
Από αισθητικής άποψης η M 1000 RR φαίνεται ακόμα πιο γρήγορη και επιθετική. Καθισμένος στην pitlane της πίστας της Cremona, η μοτοσυκλέτα φαίνεται “κακιά”, απειλητική και πολύ επιθετική. Η σειρά BMW M δεν βρίσκεται συνήθως στην κορυφή της λίστας μου με τις πιο όμορφες μοτοσυκλέτες, αλλά η “κακία” στην εμφάνισή της έχει πάει καλά εδώ, ειδικά τα εντυπωσιακά φτερά. Καθώς την πλησιάζεις, η M RR μοιάζει με μια καθαρά αγωνιστική μοτοσυκλέτα που έχει υποστεί μετατροπές για χρήση στο δρόμο, κάτι που είναι και αληθές.
Έχω ξανά οδηγήσει εδώ στην Cremona, στην όμορφη περιοχή της Λομβαρδίας στην Ιταλία, αρκετές φορές και επίσης οδήγησα το προηγούμενο πλέον M 1000 RR στο Mugello, επίσης στην Ιταλία, οπότε ήμουν σε θέση να ξεκινήσω αμέσως αυτή τη δοκιμή. Η BMW είχε ήδη επιλέξει τη ρύθμιση Race Pro, η οποία σας επιτρέπει να έχετε πρόσβαση στο TC εν κινήσει, αυξάνοντας ή μειώνοντάς το πολύ εύκολα, ενώ εγώ επέλεξα επίσης τη ρύθμιση ABS Pro, η οποία είναι προαιρετική.
Η BMW συνεχίζει να κινείται αντίθετα από τον ανταγωνισμό, χρησιμοποιώντας συμβατικές, χειροκίνητα ρυθμιζόμενες αναρτήσεις στην M 1000 RR (η Ducati και η Honda χρησιμοποιούν ημι-ενεργητικές ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενες της Öhlins στις premium σπορ μοτοσυκλέτες τους). Με ελαστικά Pirelli slick υψηλής πρόσφυσης, η BMW έκανε μερικές τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις απόσβεσης της μοτοσυκλέτας και έτσι μας έστειλε στην pitlane και στη “μάχη”.
Με λίγα λόγια, η Cremona είναι μία πίστα επίπεδη, σφιχτή στην αρχή, με μια ευθεία 800 μέτρων στο πίσω μέρος και έπειτα γίνεται πάλι σφιχτή και τελειώνει με μια σχετικά μεγάλη ευθεία εκκίνησης-τερματισμού. Οι πρώτοι γύροι έχουν ως κύριο στόχο να συνηθίσουμε την M 1000 RR, διατηρώντας παράλληλα τη θερμοκρασία των ελαστικών σε υψηλά επίπεδα. Αμέσως, η M RR φαίνεται εξαιρετική, σαν να έχει φτιαχτεί για αυτή την πίστα χωρίς να χρειαστεί να πειράξεις το παραμικρό. Δεν έχει ιδιαιτερότητες, η ισχύς είναι γραμμική και πολύ ομαλή, ο σούπερ υπερτετράγωνος τετρακύλινδρος εν σειρά αγαπά το στροφάρισμα, το quickshifter λειτουργεί άψογα και σε κάθε αλλαγή ταχύτητας οι στροφές συγχρονίζονται τέλεια. Ναι, η M 1000 RR είναι ακριβή, αλλά ακόμα και σε αυτούς τους πρώτους γύρους δείχνει ότι είναι ξεχωριστή, αποπνέοντας υψηλή μηχανική ποιότητα.
Κανονικά θα μου έπαιρνε περίπου 20 λεπτά για να συνηθίσω τη μοτοσυκλέτα, αλλά “κουμπώνω” κατευθείαν στην M RR και νιώθω αμέσως άνετα. Παρά την απίστευτα μεγάλη ισχύ, τα αεροδυναμικά φτερά και την επιθετική της εμφάνιση, δεν υπάρχει τίποτα τρομακτικό εδώ αν δεν το θελήσεις και οι τρόποι της είναι άψογοι.
Εγώ έχω ανεβάσει ρυθμό και αρχίζω να πιέζω. Αυτή η μακριά πίσω ευθεία δίνει στην M 1000 RR αρκετό χώρο για να “ξεπιαστεί” και να εκμεταλλευτεί την επιπλέον ισχύ. Η επιπλέον αεροδυναμική πίεση που δημιουργείται από αυτά τα winglets θα έπρεπε θεωρητικά να μειώνει την τελική ταχύτητα, καθώς δημιουργούν και περισσότερη αντίσταση, αλλά η BMW ισχυρίζεται ότι η τελική ταχύτητα της μοτοσυκλέτας είναι ίδια με εκείνη του 2024, δηλαδή 314 χλμ/ώρα. Όταν οδήγησα την μοτοσυκλέτα του 2024 στο Mugello, έφτανε τα 300 χλμ/ώρα στην ευθεία μήκους 1,14 χλμ. σε κάθε γύρο. Η ευθεία της Cremona δεν είναι τόσο μεγάλη, αλλά η M 1000 RR εξακολουθεί να δίνει την αίσθηση ότι είναι πολύ γρήγορη και ότι της αρέσει να στροφάρεις το μοτέρ της.
Στην κρίσιμη στροφή που οδηγεί στην πίσω ευθεία της πίστας η M RR βγαίνει με δεύτερη ταχύτητα στο κιβώτιο καθώς ανοίγω τέρμα την κοντή γκαζιέρα. Πρέπει να εμπιστευτείτε τα ηλεκτρονικά και απλά να ανεβάσετε ταχύτητα με την βοήθεια του quickshifter, όταν δείτε τα φώτα του shift light να ανάβουν - ακριβώς εκείνη τη στιγμή νιώθετε την άγρια επιτάχυνση. Οι τροποποιήσεις του κινητήρα δεν έχουν επηρεάσει την εντυπωσιακή καμπύλη ροπής ή την απόδοση στις μεσαίες στροφές της νέας M RR, αλλά σε αυτή τη δοκιμή όλο το “ζουμί” ήταν στα “κόκκινα”, φτάνοντας τις 15.000 στροφές με μέγιστη ισχύ στις 14.500.
Το φαίρινγκ είναι εξαιρετικό στην προστασία που προσφέρει και μπορείτε να κρυφτείτε πίσω από τη ζελατίνα και την τεράστια οθόνη. Σε αυτή τη στάση, η μοτοσυκλέτα δεν φαίνεται ιδιαίτερα γρήγορη και σίγουρα δεν είναι τόσο απαιτητική σωματικά όσο ορισμένα ανταγωνιστικά μοντέλα, τα οποία είναι δύσκολο να κρατήσετε σε υψηλές ταχύτητες. Η σταθερότητα είναι αψεγάδιαστη και υποθέτω ότι αυτό οφείλεται στο αεροδυναμικό πακέτο και τα φτερά που αυξάνουν την αυτοπεποίθηση του αναβάτη. Μόνο όταν ξεπροβάλλεις σαν σουρικάτα στο τέλος της ευθείας συνειδητοποιείς πόσο εξωφρενικά γρήγορα πηγαίνεις.
Τόσο γρήγορη και παράλληλα τόσο σταθερή!
Τα φρένα έχουν μεταφερθεί αυτούσια από την υπάρχουσα M 1000 RR και τα θυμάμαι το ίδιο εξαιρετικά και στο Mugello. Από το 2025, ωστόσο, η BMW έχει κάνει αλλαγές στις στρατηγικές φρένου του κινητήρα όταν κλείνει το γκάζι, ενώ και πάλι τα πιο αποδοτικά φτερά κάνουν διαφορά. Τώρα η σταθερότητα στο φρενάρισμα είναι τόσο μεγάλη που νιώθεις την ανάγκη να φρενάρεις ακόμα πιο αργά και βαθιά μέσα στο apex. Η αυτοπεποίθησή μου ήταν τόσο μεγάλη που φρέναρα αργότερα από ό,τι θα επέτρεπε η λογική ή η εμπειρία μου. Απλά εμπιστεύτηκα τους μηχανικούς της BMW και όταν πίεσα τα φρένα, η μοτοσυκλέτα παρέμεινε βιδωμένη στην άσφαλτο.
Κανονικά, σε πολύ υψηλή ταχύτητα το πιρούνι εκτείνεται, καθώς το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας σηκώνεται - έστω και ελάχιστα - επομένως, όταν πατάς το φρένο, υπάρχει σημαντική βύθιση και μεταφορά βάρους μπροστά. Στην M RR τα φτερά διατηρούν τη μοτοσυκλέτα σε οριζόντια θέση, προσθέτοντας βάρος μπροστά, οπότε όταν πέφτεις στα φρένα, τα καλάμια έχουν μικρότερη διαδρομή να διανύσουν, επειδή βρίσκονται ήδη χαμηλότερα, κάτι που πιθανώς εξηγεί γιατί είναι τόσο σταθερή στην αρχική πίεση των φρένων.
Ηλεκτρονικά βοηθήματα που κάνουν την διαφορά
Πίσω στα pits, αποφασίζω να μειώσω ελαφρώς το TC, καθώς νιώθω ότι δεν παίρνω την πλήρη ισχύ στην έξοδο σε κάποιες αργές στροφές και ως εκ τούτου δεν μπορώ να δοκιμάσω το νέο σύστημα ελέγχου ολίσθησης (slide control). Το πρόβλημα είναι ότι προσπαθώ να κάνω ολίσθηση με μια μοτοσυκλέτα με άψογη συμπεριφορά και τέλεια αγωνιστικά slick ελαστικά της Pirelli. Η πρόσφυση ήταν τόσο καλή που δεν νομίζω ότι κατάφερα να ντριφτάρω ή το σύστημα είναι τόσο καλό που δεν ένιωσα ότι λειτουργούσε.
Θεωρητικά, ένας αισθητήρας στο τιμόνι υπολογίζει πόσο το στρίβεις προς την αντίθετη κατεύθυνση όταν το πίσω ελαστικό χάνει την πρόσφυση. Σε εκείνο το σημείο επεμβαίνουν τα ηλεκτρονικά για να ελέγξουν την ολίσθηση, καθώς το σύστημα γνωρίζει πόσο έχει ξεφύγει η ολίσθηση από την ευθεία και μπορεί να μετρήσει άλλες παραμέτρους, όπως την ταχύτητα του τροχού, τη θέση του γκαζιού, την ταχύτητα, την ισχύ και τη ροπή, για να διατηρήσει την ολίσθηση στο σωστό επίπεδο. Ο ίδιος αισθητήρας χρησιμοποιείται και για το νέο Brake Slide Assist, το οποίο και πάλι μπορεί να μετρήσει πόση δύναμη ασκεί ο αναβάτης για να ελέγξει την ολίσθηση όταν το πίσω μέρος “ξεφεύγει” κατά την είσοδο σε μια στροφή.
Με το που εμπιστευθείς το σύστημα slide assist, σου επιτρέπει να πάρεις τη δύναμη νωρίτερα και με αυτοπεποίθηση και είμαι αρκετά σίγουρος ότι οι M 1000 RR και S1000 RR είναι οι μόνες μοτοσυκλέτες στην αγορά που μετρούν τη γωνία στροφής. Δοκίμασα το ίδιο σύστημα στην τυπική S RR πέρυσι στην Αλμερία και ένιωσα ότι λειτουργούσε μόνο όταν τα ελαστικά άρχισαν να φθείρονται.
Στο τελευταίο session στην Cremona, νομίζω ότι οι άνθρωποι της BMW με είχαν ξεχάσει, καθώς δεν έπεσε ποτέ η καθιερωμένη καρό σημαία και εγώ με σχεδόν γεμάτο ρεζερβουάρ, συνέχισα να κάνω γύρους. Το γεγονός ότι μπορούσα να συνεχίσω να οδηγώ για τόση ώρα είναι απόδειξη της ευκολίας χρήσης και της εξαιρετικής δουλειάς που έχει γίνει. Η αποτελεσματική προστασία από τον αέρα σήμαινε ότι οι ευθείες ήταν (σχετικά) εύκολες. Τα ηλεκτρονικά συστήματα φρόντιζαν για την ισχύ και το φρενάρισμα και αυτά τα φτερά καθιστούν τη μοτοσυκλέτα σταθερή και εύκολη.
Σου δίνει την αίσθηση πως είναι ελαφριά και εύκολη και τίποτα δεν μπορεί να την “ταράξει”. Επιταχύνεις νωρίς και αυτή κρατά τη γραμμή της. Φρενάρεις πιο αργά και μπορείς ακόμη να βρεις το apex. Υπάρχει μια γλυκιά επικοινωνία με την BMW που μπορεί να οφείλεται σε αυτές τις μικρές αλλαγές στο πλαίσιο.
Κάποιοι μπορεί να ισχυριστούν ότι το μοτέρ θέλει στροφές για να αποδώσει, όμως ακόμα και στις αργές στροφές με δεύτερη σχέση στο κιβώτιο, η M τραβάει δυνατά, δοκιμάζοντας τα βοηθήματα του αναβάτη και το πίσω ελαστικό της Pirelli. Πρέπει να έκανα σχεδόν 30 λεπτά συνεχόμενων γρήγορων γύρων και ακόμα δεν ήμουν εξαντλημένος. Αντικρίζοντάς την ίσως φαίνεται ότι θα σε “χτυπήσει” σαν τον Tyson, αλλά τα φαινόμενα απατούν.
Βελτιώθηκε στα σημεία
Όταν οδήγησα την τρέχουσα BMW M 1000 RR στην πίστα, σκέφτηκα ότι ήταν εξαιρετική: πολύ γρήγορη και άριστη – και εξακολουθώ να το πιστεύω. Η BMW, ωστόσο, ανέβασε τον πήχη με τη νέα μοτοσυκλέτα από το 2025, βελτιώνοντας την απόδοση του κινητήρα – περισσότερο για τις αγωνιστικές ομάδες παρά για τους αναβάτες της πίστας και του δρόμου – ενώ ταυτόχρονα παρέχει στους καθημερινούς αναβάτες πιο εξελιγμένα βοηθήματα που λειτουργούν σε συνδυασμό με αυτά τα τεράστια φτερά.
Για μένα, το μεγαλύτερο βήμα σε σχέση με την προηγούμενη μοτοσυκλέτα είναι η σταθερότητά της. Η 2025 M RR είναι απίστευτη στα φρένα. Εν τω μεταξύ, τα αναβαθμισμένα βοηθήματα οδήγησης θα φανούν ωφέλιμα όταν οι συνθήκες οδήγησης δεν είναι ιδανικές ή όταν η απόδοση του πίσω ελαστικού αρχίσει να πέφτει. Ο νέος έλεγχος ολίσθησης δεν θα γίνει αισθητός στο δρόμο, αλλά οι αναβάτες που οδηγούν σε πίστα θα νιώσουν μεγαλύτερη ασφάλεια χάρη στα ακόμη πιο προηγμένα βοηθήματα οδήγησης.
Δεν θα αρέσει σε όλους η εμφάνιση της M RR με τα μεγάλα φτερά, ενώ η υψηλή τιμή της δεν μπορεί να μην σχολιαστεί. Η “βασική” έκδοση κοστίζει 38.900 ευρώ, ενώ η μοτοσυκλέτα που δοκιμάσαμε με το έξτρα πακέτο κόστιζε 47.510 ευρώ. Η Panigale V4S της Ducati κοστίζει 41.000 ευρώ και η Fireblade της Honda 30.800 ευρώ – είναι όντως η M 1000 RR 16.700 ευρώ καλύτερη από τη Honda; Ανυπομονούμε για αυτό το συγκριτικό ώστε να μάθουμε.