Bajaj Pulsar 125 Δοκιμή Long term: «Είναι θέμα άνεσης»

Ο «Ινδός» δεν καταλαβαίνει από λακκούβες
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

24/12/2019

Περισσότερο από έναν μήνα τώρα, στις μοτοσυκλέτες που υπάρχουν σταθερά στο γκαράζ του περιοδικού, έχει προστεθεί το Pulsar 125 της Bajaj. Πρόκειται για μία δοκιμή μακράς διαρκείας, που δεν φτάσει τον έναν χρόνο, όπως αυτή εδώ που επίσης ξεκίνησε μόλις, ή τα 50.000 με άνοιγμα κινητήρα, όπως κάναμε στην Africa Twin, αλλά και το Pulsar δεν ήρθε καινούριο στα χέρια μας, έχει γράψει τα χιλιόμετρά του.

Έχουμε αρκετές παρατηρήσεις από την δοκιμή αυτή που θα συνεχιστεί και μέσα στο 2020, θετικές κι αρνητικές, που μερικές από τις πρώτες υπερθεματίζονται μόλις ακούσεις την χαμηλή τιμή και μερικές από τις δεύτερες μετριάζονται για ακριβώς τον ίδιο λόγο.

Ωστόσο πριν από τα αποτελέσματα της δοκιμής συνολικά, θέλουμε να επικεντρωθούμε ειδικά σε κάτι συγκεκριμένο που μας προσέφερε το Pulsar αυτές τις ημέρες και σε μία συγκεκριμένη παρατήρηση που ξεφεύγει από τα δεδομένα της κατηγορίας και αξίζει ιδιαίτερη μνεία. Κι αυτό είναι η συμπεριφορά στις λακκούβες και η ευκολία χρήσης.

Ακόμη και με δύο άτομα στην σέλα του, το Pulsar πέφτει σε φρεάτια υπονόμων και καπάκια -που ξέρουμε όλοι μας πολύ καλά- πως σε άλλες χώρες είναι θέμα προδιαγραφών να είναι «αλφαδιά» με την άσφαλτο, κι εδώ πηγαίνουμε με το μάτι του «Θόδωρα του εργολάβου». Όταν ο Θόδωρας ο εργολάβος έχει καπνό από τσιγάρο στο μάτι, ενώ φωνάζει από μακριά στους εργάτες να τελειώνουν πιο γρήγορα, μαζί με μία ομοβροντία βρισιών για το πότε θα πληρωθεί από τον κουμπάρο του τον Δήμαρχο, τα φρεάτια κινδυνεύουν να μείνουν έτσι για πάντα. Από αυτή την ελληνική πραγματικότητα, δεν απέχει και πολύ ή μάλλον σε εμάς βλέπουν τον παράδεισο της λακκούβας, οι Ινδοί φίλοι μας.

Οι αντιθέσεις σε αυτή την τεράστια χώρα είναι επίσης πολύ μεγαλύτερες, καθώς υπάρχουν και υπερσύγχρονοι αυτοκινητόδρομοι χωρίς κακοτεχνίες, αλλά και βασικοί δρόμοι που είναι ακόμη χωματόδρομοι. Στο ενδιάμεσο, ναι οι λακκούβες κυριαρχούν. Σε αυτή την κατάσταση των δρόμων, η κατηγορία των μικρών αυτών μοτοσυκλετών καλείται επιπρόσθετα να αποτελέσει το βασικό όχημα για μία ολόκληρη οικογένεια έχοντας απίστευτο ανταγωνισμό. Τόσο από μοτοσυκλέτες που εδώ δεν τις ξέρουμε, όπως το Victor της TVS και το Glamour της Hero, αλλά και από μία πιο γνώριμη σε εμάς, το Shine της Honda που πρακτικά είναι ένα CB125F!

Σε μία αγορά εκατομμυρίων μοτοσυκλετών, στην χώρα που κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ πωλήσεων μοτοσυκλετών, θα έλεγε κανείς πως υπάρχει χώρος για όλους, όμως δεν είναι έτσι. Ο κόσμος κινείται «κοπαδοποιημένος» αλλάζοντας κατεύθυνση όπως τα τεράστια κοπάδια ψαριών: Όλοι μαζί προς μία κατεύθυνση ακολουθώντας ο ένας τον άλλο, πρακτική που συχνά οδηγεί σε στόμα καρχαρία βέβαια. Σε μία τέτοια αγορά πρέπει να ξεχωρίσεις γιατί είσαι καλός και φθηνός ταυτόχρονα. Ταξιδεύοντας βέβαια στην Ινδία, θα καταλάβει κανείς πως το Pulsar σαν όνομα, είναι συνυφασμένο με τις επιδόσεις και την sport συμπεριφορά. Όχι προφανώς με τα δικά μας δεδομένα, αλλά το Pulsar έχει κερδίσει μία θέση στους Ινδούς που έχουν μάθει να το αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Σαν να λέμε Corolla, που υπάρχει κόσμος εδώ ­-ακόμη και τώρα- που αναφέρονται σε αυτή ως μάρκα και κατηγορία και όχι ως μοντέλο. Το Pulsar έχει ένα τέτοιο όνομα και οι εξηγήσεις που είχαμε πάρει παλαιότερα για τους λόγους που συμβαίνει αυτό ήταν κάπως διφορούμενες. Εκείνο όμως που τελικά έχει σημασία, είναι πως οι Ινδοί θα είχαν μεγαλύτερο ζήτημα αν ένα Pulsar δεν στεκόταν στο ύψος του ονόματός του.

Με δεδομένο πως φτιάχτηκε για να είναι το κατεξοχήν μεταφορικό μέσο, δεν περιμένει κανείς επιδόσεις από το Pulsar. Δεν τις περιμένει έτσι κι αλλιώς από ένα 125, ιδιαίτερα όταν θα βρεις παπιά και μάλιστα όχι τα πειραγμένα, που περνάνε το Pulsar με αλλαγή ταχύτητας. Επίσης υπάρχουν ζητήματα ξεκινήματος σε ημέρες με πολύ υγρασία και κρύο, χωρίς να αντιμετωπίζεις όμως πρόβλημα, κι έτσι πριν από αναλυτικότερη δοκιμή θέλουμε να επικεντρωθούμε εδώ σε κάτι συγκεκριμένο. Στο γεγονός πως περνά από λακκούβες, φρεάτια κτλ, όχι απλά με άνεση αλλά με πραγματική ασφάλεια! Οι αναρτήσεις συμπιέζονται προοδευτικά απορροφώντας κάθε ανωμαλία και με εξίσου προοδευτική επαναφορά, ισιώνουν τις τεράστιες κακοτεχνίες του δρόμου, με τρόπο που δεν συναντάς σε παπιά, μικρές αλλά και το πιο σημαντικό, μεγαλύτερες μοτοσυκλέτες από την περίπτωση του Pulsar 125. Δύο μαντράχαλοι, καλοταϊσμένοι μάλιστα, κάθονται με άνεση στην ευρύχωρη σέλα και έχουν και την πρόσθετη κεντρική βαλίτσα να τους χτυπά την πλάτη στις λακκούβες ανοίγοντας διάπλατα, μιας και νομίζεις πως την έχεις κλείσει και ασφαλίσει, 8 φορές στις 10.

Όλες αυτές τις ημέρες στο περιοδικό, το Pulsar ανέπτυξε δική του φρασεολογία στην καθημερινότητα, όπως θα πάμε με τον Ινδό για… εκείνο, το ένα το άλλο. Φέρε μου λίγο τον Ινδό να κουβαλήσουμε, αυτό, κι εκείνο και το άλλο. Σήμερα να φύγω εγώ και ο Ινδός νωρίτερα; Για να κάνουμε κι αυτό, κι εκείνο, και το άλλο… Με λίγα λόγια αποτελεί εργαλείο δουλειάς για εμάς και θα μας λείψει όταν τον αποχωριστούμε, συγχωρείστε με, η δύναμη της συνήθειας: Θα μας λείψει όταν το επιστρέψουμε.

Σε αντίθεση με άλλες μοτοσυκλέτες που σε αυτή την κατηγορία προσπαθούν να φορτώσουν επιδόσεις και σπορ συμπεριφορά για να προσελκύσουν τον νέο αναβάτη, εμάς το Pulsar μας κέρδιζε μέρα με την ημέρα λίγο περισσότερο, αντιπαραθέτοντας πραγματική ευκολία και ασφάλεια. Ασφάλεια γιατί δεν χάνεις τον έλεγχο, περνώντας με 50 και 60 και 70 πάνω από λακκούβες... Για φρένα, επιδόσεις, λοιπά της οδηγικής συμπεριφοράς και καταναλώσεις, αναλυτικά στην δοκιμή μακράς διαρκείας που θα ακολουθήσει.

 

SUZUKI GSX1300R HAYABUSA: ‘Ετσι έγινε θρύλος στην Ελλάδα

Η μοτοσυκλέτα-σταθμός στην ιστορία της Suzuki μέσα από τις σελίδες του ΜΟΤΟ
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

16/11/2020

Σήμερα, το όνομα “Hayabusa” δεν χρειάζεται συστάσεις. Λίγο-πολύ όλοι έχουν μια σαφή εικόνα για τί είδους μοτοσυκλέτα είναι και ποιες είναι οι ικανότητές της. Όμως πίσω στο 1999 ήταν “απλώς” ένα καινούριο μοντέλο της Suzuki στην μεγάλη κατηγορία των Sport –touring που κανείς μας δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως πρόκειται να ανατρέψει τα δεδομένα της κατηγορίας. Σε λίγες εβδομάδες η Suzuki θα παρουσιάζει μετά από πολλά χρόνια τον αντικαταστάτη του σημερινού μοντέλου κι αυτό μας έδωσε την ιδέα να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο και να θυμηθούμε μαζί το πρώτο γιγαντιαίο τεστ της Hayabusa του ΜΟΤΟ. Όπως έχουμε γράψει από το 2019 ακόμη, αποφεύγουμε να ανακοινώνουμε κάθε 2-3 μήνες πως έρχεται το νέο μοντέλο, όπως βλέπουμε αλλού να συμβαίνει. Από την πρώτη στιγμή είπαμε πότε θα έρθει το νέο Hayabusa κι όλα συνηγορούν πως από τότε είμαστε σωστοί... Ευκαιρία για ένα αφιέρωμα λοιπόν με λεπτομέρειες και αριθμούς σαν αυτά που δεν υπάρχουν πολλά εκεί έξω. Ένα πολυήμερο τεστ, με δοκιμασίες σε κάθε είδους δρόμο, που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ σε μοτοσυκλέτα αυτού του είδους και αποτέλεσε την αρχή της λαμπρής ιστορίας της Hayabusa στην Ελλάδα. Σε αυτό το flash-back θα ξεφυλλίσουμε μαζί το τεύχος 218 και θα δούμε τι κάναμε και πως ζήσαμε οι συντάκτες του ΜΟΤΟ την άφιξη της Hayabusa στη χώρα μας.

 

Πρώτο ραντεβού στις Σέρρες!

Το τρίπτυχο Hayabusa-MOTO-Πίστα ήταν εκείνο που σημάδεψε την ιστορία αυτή της μοτοσυκλέτας περισσότερο και την διαφοροποίησε από τα υπόλοιπα Supersport της εποχής. Το πρώτο ραντεβού μας μαζί της ήταν στην πίστα των Σερρών και αυτό από μόνο του αποτελεί “δημοσιογραφική ανωμαλία” για δοκιμή sport-touring μοτοσυκλέτας. Όμως η ελληνική αντιπροσωπεία είχε αποφασίσει να κάνει εκεί την δημοσιογραφική παρουσίαση και όπως αποδείχτηκε δεν ήταν καθόλου κακή επιλογή. Άλλωστε το Hayabusa ανήκει στην οικογένεια των GSX-R! Απλώς είναι 1300 και λιιιίγο παχουλό.

Τα κιλά και η “περιφέρεια μέσης” ήταν τα δύο στοιχεία που έβαζαν περιορισμό στην οδήγηση μέσα στην πίστα των Σερρών, πιέζοντας τα φρένα και τις αναρτήσεις. Τα περιθώρια κλίσης ήταν μια χαρά για μοτοσυκλέτα του είδους, όμως οι ικανότητες του πλαισίου και του κινητήρα της Hayabusa τα έκαναν να φαίνονται λίγα. Το φαίρινγκ, οι εξατμίσεις και το σταντ γδερνόντουσαν σε κάθε στροφή. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα για τον αναβάτη. Το πρόβλημά ήταν πως το Hayabusa είχε όντως γονίδια GSX-R και σου έδειχνε πως αν σηκώσεις τις εξατμίσεις και σκληρύνεις τις αναρτήσεις για να μην “βουλιάζει” μέσα στη στροφή, μπορεί να πάει πολύ γρήγορα ακόμα και μέσα σε αυτή την τεχνική πίστα. Το πόσο “GSX-R” ήταν το πλαίσιο της Hayabusa φάνηκε μερικούς μήνες μετά, όταν ταξιδέψαμε στο Nurburgring και στα χέρια του Άλκη Συνιώρη έκανε σε χρόνο 8 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα τον γύρο (Bridge To Gate) στην θρυλική “Πράσινη Κόλαση” πηγαίνοντας τρενάκι μαζί με την R1 του Γερμανού εκπαιδευτή!

Μάλιστα η συγκεκριμένη μαύρη Hayabusa ήταν η ίδια που είχαμε στις Σέρρες και είχαμε “ξεσκίσει” στα τεστ επί μήνες οι Έλληνες δημοσιογράφοι, αποδεικνύοντας πως εκτός από επιδόσεις, ο κινητήρας της είχε “αντισώματα” στους κανίβαλους!   

Πρώτη στους αριθμούς

 

Τα όργανα μετρήσεων και το δυναμόμετρο του ΜΟΤΟ δεν είχαν δείξει ποτέ πριν τόσο μεγάλους αριθμούς στη ζωή τους. Τα εργοστάσια πάντα φουσκώνουν του αριθμούς στα τεχνικά χαρακτηριστικά που δημοσίευαν, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ιπποδυνάμεις και το βάρος. Ως αποτέλεσμα, όσα περιοδικά κάνουμε μετρήσεις επιδόσεων, πολλές φορές βλέπουμε μεγάλες αποκλείσεις. Έως τον Ιούνιο του 1999 που βγήκε στα περίπτερα το τεύχος 218 με το πρώτο τεστ του Hayabusa δεν υπήρχε μοτοσυκλέτα παραγωγής που να είχε δείξει πάνω από 140 ίππους στον τροχό και να είχε ξεπεράσει τα 290km/h στο όργανο μετρήσεων του περιοδικού.

Το Honda CBR1100XX Blackbird Fi είχε πάρει την σκυτάλη των επιδόσεων από το γερασμένο Kawasaki ZZ-R 1200, έχοντας 142,1 ίππους στον τροχό και 294km/h τελικής ταχύτητας. Η Honda είχε επιτύχει τελική 300km/h στην οβάλ πίστα του Nardo της Ιταλίας, όμως η μοτοσυκλέτα εκείνη δεν είχε καθρέπτες και η Dainese είχε σχεδιάσει ειδική φόρμα και κράνος για την μικρόσωμη αναβάτρια Yuko, την Ιαπωνίδα συντάκτρια που είχαμε συνεργασία και εμείς στο ΜΟΤΟ. Όταν λοιπόν ήρθε το Hayabusa γράφοντας 157,6 ίππους στο δυναμόμετρο και 308km/h πραγματικής τελικής, έπεσαν τα σαγόνια όλων στο πάτωμα! Η Suzuki ποτέ δεν είχε τη φήμη πως φτιάχνει τις δυνατότερες και γρηγορότερες μοτοσυκλέτες στην ευθεία. Γι΄αυτό και η Hayabusa σόκαρε τόσο πολύ τους μοτοσυκλετιστές εκείνη την εποχή. Η σύγκριση των μετρήσεων επιδόσεων μεταξύ Hayabusa και Blackbird δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο, το άλμα απόδοσης και την αλλαγή σελίδας που έκανε η Suzuki εκείνη την εποχή.  

 

 Στα χαρτιά υπήρχαν και πριν μοτοσυκλέτες που έλεγαν πως βγάζουν 150 ίππους όμως η Hayabusa ήταν η πρώτη που τους έδειξε πάνω στο δυναμόμετρο και μάλιστα είχε 15 άλογα παραπάνω από το Blackbird Fi

Οι επιταχύνσεις από στάση ήταν καταιγιστικές και ακόμα και σήμερα προκαλούν τον θαυμασμό. Λόγω του μακρύ μεταξονίου, του χαμηλού κέντρου βάρους και του απίστευτα ανθεκτικού συμπλέκτη, τα 0-400μ ήρθαν σε 9,72 δευτερόλεπτα και έπιανε τα 200km/h σε μόλις 7,02 δευτερόλεπτα

Το 1999 η τελική ταχύτητα είχε την δική της βαρύτητα στις συζητήσεις των μοτοσυκλετιστών. Σε πολλά κοντέρ υπήρχε ο μαγικός αριθμός 300km/h όμως μόνο η Hayabusa τα έπιανε στην πραγματικότητα

Τα κυβικά και βήχας δεν κρύβονται. Οδηγώντας την Hayabusa ήταν εύκολο να καταλάβεις πως είχε πολύ ροπή σε όλο το φάσμα των στροφών, παρά την ευστροφία του κινητήρα. Οι μετρήσεις των ρεπρίζ επιβεβαίωσαν την ανωτερότητά του και σε αυτόν τον τομέα