Δοκιμή: Aprilia RSV4 RF 2015

Εξωπλανητική
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

24/8/2018

 

Το 2015 βρεθήκαμε στην πίστα του Misano  για να οδηγήσουμε την ανανεωμένη Aprilia RSV4 RF, όμως οι Ιταλοί κατάφεραν να μας εκπλήξουν με την τεχνολογία και τις αλλαγές στα μηχανικά μέρη. Ο τίτλος του άρθρου “Εξωπλανητική” περιγράφει με μία λέξη την αίσθηση που μας είχε αφήσει η οδήγησή της.

Η νέα Aprilia RSV4RF στέλνει την τεχνολογία των ηλεκτρονικών συστημάτων στο διάστημα. Επικοινωνεί με τους δορυφόρους που βρίσκονται σε τροχιά έξω από τον πλανήτη γη και αυτορυθμίζει την συμπεριφορά της μέσα στην πίστα. Εντυπωσιακό; Όχι τόσο όσο ο νέος V4 κινητήρας με τα 201 άλογα και τον αυθεντικό MotoGP ήχο

 

Η κατάσταση με την νέα γενιά των superbike παραγωγής έχει ξεφύγει τελείως. Από την μέρα που η τεχνολογία ride by wire έγινε αρκετά φτηνή για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μικρού αριθμού παραγωγής οχήματα όπως είναι οι μοτοσυκλέτες, αυτομάτως άνοιξε ένας καινούριος δρόμος όπου τα όριά του καθορίζονται πλέον από την ανθρώπινη φαντασία. Η νέα RSV4 RF που οδηγήσαμε στο Misano είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής που ενσωματώνει τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται στην F1 και στις εργοστασιακές μοτοσυκλέτες των MotoGP και Superbike. Βλέπε οι κανονισμοί για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SBK είναι πλέον πολύ αυστηροί σχετικά με τις μετατροπές που μπορούν να κάνουν οι εργοστασιακές ομάδες στις μοτοσυκλέτες τους. Οι εποχές που το Honda VTR 1000 SP παραγωγής ήταν τέσσερα με πέντε δευτερόλεπτα πιο αργό στην πίστα από ένα GSX-R 750, αλλά στην αγωνιστική του έκδοση κέρδιζε παγκόσμια πρωταθλήματα και τα Ducati 916/996/998 έβγαζαν με το ζόρι πάνω από 110 ίππους, αλλά στους αγώνες των SBK δεν μπορούσαν να τα περάσουν στην ευθεία ούτε τα RC-45 των 200+ ίππων μας τελείωσαν. Οι μοτοσυκλέτες του παγκόσμιου πρωταθλήματος SBK είναι πλέον τόσο εξωτικές όσο η μοτοσυκλέτα του γείτονά σου, ίσως και λιγότερο.... Δυσάρεστο για το image των αγώνων, αλλά πολύ ευχάριστο για τον γείτονά σου. Η ουσία είναι ότι αν η Aprilia ήθελε να συνεχίσει την κυριαρχία της στους αγώνες, έπρεπε να δώσει στην  RSV4 παραγωγής όλα τα όπλα που θα χρειαστεί για να πολεμήσει στην αρένα του παγκόσμιου πρωταθλήματος. Και αυτό έκανε!

Από τους 180 στους 201

Οι ίπποι δεν είναι στραγάλια και αυτή η ευκολία που τα εργοστάσια ανακοινώνουν ιπποδυνάμεις άνω των 200 ίππων δημιουργούν ένα κλίμα καχυποψίας, αφού κανένα δυναμόμετρο μέχρι σήμερα δεν τους έχει επαληθεύσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι 154,8 ίπποι που έβγαζε στο πίσω τροχό το προηγούμενο μοντέλο ήταν λίγοι, έστω κι αν η Aprilia έταζε 180. Τώρα μας υπόσχονται έως 201 ίππους (λέω "έως" γιατί σε κάποια σημεία γράφουν 200 και σε κάποια άλλα μιλάνε για αύξηση 16 ίππων που αν τα προσθέσεις στα 180 του προηγούμενου μοντέλου μας κάνουν 196), που είναι μια αύξηση της τάξης του 12%. Για να επιτευχθεί αυτό, ουσιαστικά επανασχεδίασαν ολόκληρο το εσωτερικό του κινητήρα, χρησιμοποίησαν νέες μεθόδους κατεργασίας και χύτευσης των μετάλλων και άλλαξαν εντελώς την τροφοδοσία και την "αναπνοή" του.

Οι αγαπημένες φράσεις όλων των διάσημων βελτιωτών κινητήρων είναι ''ροϊκή εξέλιξη" και "blue printing".  Ακριβώς αυτά τα δύο κάνουν σε κάθε έναν κινητήρα πριν βιδωθεί στο ρυθμιζόμενης γεωμετρίας πλαίσιο της RSV4, με αποτέλεσμα η κατασκευή του νέου κινητήρα V4 να είναι πλέον μία από της ακριβότερες διαδικασίες παραγωγής στην μοτοσυκλετιστική βιομηχανία.

Οι κεφαλές "σκαλίζονται" μία-μία με CNC ώστε ο θάλαμος καύσης, οι έδρες των βαλβίδων και οι αυλοί πίσω από αυτές να έχουν το τέλειο σχήμα. Οι βαλβίδες είναι τιτανίου και οι μεταβλητού μήκους αυλοί (δύο σταδίων) είναι μέσα σε ένα νέο φιλτροκούτι που συνδέεται ευθύγραμμα με τις εισαγωγές αέρα του φαίρινγκ, δημιουργώντας ένα αληθινό ram-air effect όπως στα εργοστασιακά superbike, αντί του προηγούμενου μοντέλου που έστελνε απλώς δροσερό αέρα στο φίλτρο. Τα νέα κάρτερ είναι ελαφρύτερα χάρη στην ακριβότερη διαδικασία χύτευσης σε κενό, που εξαφανίζει την πιθανότητα εγκλωβισμού φυσαλίδων αέρα, δίνοντας την δυνατότητα στους σχεδιαστές να μειώσουν την ποσότητα μετάλλου χωρίς να μειωθεί η αντοχή τους. Ολόκληρο το σύστημα λίπανσης έχει επανασχεδιαστεί στοχεύοντας στην αποδοτικότερη παροχή λαδιού στις υψηλές στροφές, κυρίως όμως στην μείωση της αντίστασης που προκαλεί η κυκλοφορία του λιπαντικού μέσα στο κύκλωμα.

Δυστυχώς η πίστα του Misano όπου έγινε η παρουσίαση της νέας RSV4 δεν έχει κάποια μεγάλη ευθεία που να κάνει εύκολα αντιληπτή την αύξηση της μέγιστης ιπποδύναμης. Με την μεγαλύτερη σχέση που μπορούσες να βάλεις στο κιβώτιο να είναι η τετάρτη, οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα με πάνω από 150 ίππους στον τροχό σου φαίνεται έτσι κι αλλιώς υπερβολικά δυνατή, ειδικά όταν δεν υπάρχει κάποιο ανταγωνιστικό μοντέλο δίπλα της για να κάνεις άμεσες συγκρίσεις. Οπότε δεν θα ρισκάρω να σας πω ότι όντως ο νέος κινητήρας βγάζει 201 ίππους. Μπορώ όμως με βεβαιότητα να σας πω ότι έχει όση δύναμη χρειάζεται για να σου μακρύνει δύο πόντους τα χέρια κάθε φορά που ανοίγεις γενναία το γκάζι. Όπως και το προηγούμενο μοντέλο, η RSV4 είναι μια μοτοσυκλέτα που τρέχει διαολεμένα γρήγορα μέσα στην πίστα. Τόσο γρήγορα που δεν δικαιολογείται από τα τεχνικά της χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές. Κάθε φορά που οδηγάω σε πίστα μια έκδοση αυτής της μοτοσυκλέτας μου δίνει να καταλάβω γιατί έχει σαρώσει τα πρωταθλήματα στο παγκόσμιο πρωτάθλημα SBK από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε.

Μόνο μία φορά η Kawasaki κατάφερε να της στερήσει τον τίτλο αναβατών τα τελευταία έξι χρόνια, ενώ εκείνο των κατασκευαστών δεν μπόρεσε κανείς. Ο μεγάλος της αντίπαλος στα τεστ των περιοδικών, η BMW S 1000RR με τους πραγματικούς 180,3 ίππους στον τροχό, έκανε μια τρύπα στο νερό στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, παρά την επική σε χρήμα και τεχνολογία υποστήριξη από το γερμανικό εργοστάσιο. Κι αν στο SBK υπάρχει η δικαιολογία ότι οι εργοστασιακές Aprilia είχαν πολύ δυνατό κινητήρα λόγω μετατροπών, στα group-test των περιοδικών η BMW εξακολουθούσε να δυσκολεύεται αφάνταστα όταν έβρισκε απέναντί της την είκοσι ολόκληρων ίππων πιο αδύναμη Aprilia. Αφού λοιπόν δεν είναι η απόλυτη δύναμη, τότε τι είναι αυτό που κάνει την RSV4 τόσο αποτελεσματική στους αγώνες και τόσο σαγηνευτική για τους δημοσιογράφους;

 

Θέλει τρόπο και κόπο

Όταν αποφασίστηκε οι μοτοσυκλέτες των MotoGP να γίνουν τετράχρονες, οι περισσότεροι κατασκευαστές στράφηκαν στους V4 κινητήρες, ενώ ακόμα και η Yamaha που θέλησε να μείνει πιστή στην "αυθεντικότητα" του ιαπωνικού τετρακύλινδρου σε σειρά, σχεδίασε έναν στρόφαλο που αντιγράφει την λειτουργία των V4.  Εδώ κρύβεται το μυστικό της RSV4. Οι υψηλής απόδοσης κινητήρες V4 συνδυάζουν με αρμονικό τρόπο αντιφατικά χαρακτηριστικά λειτουργίας, που κανένας δικύλινδρος ή τετρακύλινδρος δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να επιτύχει.

Οι αυτοκινητάδες λένε ότι πρέπει τουλάχιστον μια φορά στην ζωή σου να οδηγήσεις ένα ιταλικό αυτοκίνητο με κινητήρα V12. Για τους μοτοσυκλετιστές το αντίστοιχο δόγμα αφορά τις superbike με V4.

 

Και επειδή είναι κομματάκι δύσκολο να βρεις πρόχειρη κάποια RC-30, RC-45 ή κάποια Desmocedici RR, κάν' το με την Aprilia RSV4. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της σε αίσθηση και ήχο. Μάλιστα η μοτοσυκλέτα της Aprilia, όχι μόνο είναι πολύ φτηνότερη από τις δύο συλλεκτικές Honda και την εξίσου εξωτική Ducati, αλλά ταυτόχρονα είναι πιο δυνατή, πιο προηγμένη τεχνολογικά και με σύγχρονο "αγωνιστικό" στήσιμο πλαισίου.

Η μοναδική εμπειρία οδήγησης μιας RSV4 ξεκινάει κάπως έτσι: Περνάς το πόδι σου πάνω από την ψηλή σέλα προσέχοντας να μην γδάρεις τις δύο αεροτομές της ουράς. Σκύβεις για να φτάσεις τα κλειστά αγωνιστικά κλιπ-ον… λίγο ακόμα… σκύψε ντε! Ωραία, τώρα βάζεις αρκετή δύναμη στα χέρια και σηκώνεις την μοτοσυκλέτα κλείνοντας το πλάγιο σταντ. Πατάς την μίζα και ο κινητήρας ξεκινάει βγάζοντας από την εξάτμιση ακριβώς το ίδιο προειδοποιητικό γρύλισμα που κάνει ένα λιοντάρι όταν ξεκουράζεται στην σκιά και εσύ πλησιάζεις προς την περιοχή του. Ηρεμεί και περιμένει να σφίξεις δυνατά την μανέτα του συμπλέκτη. Ο μεταλλικός ήχος από την σύμπλεξη της μακριάς πρώτης σχέσης στο κιβώτιο έχει κάνει το λιοντάρι να στέκεται στα τέσσερα μυώδη πόδια του με το διαπεραστικό και επιθετικό βλέμμα του στραμμένο στην έξοδο των πιτς. Όσο έχεις χρόνο ακόμα, κρατήσου με όλη σου την δύναμη από την παχιά χαίτη του και σφίξε τα πόδια σου γύρω από την ράχη του, γιατί όταν αρχίσει να τρέχει θα είναι πολύ αργά. Τα λιοντάρια δεν κυνηγάνε λαστιχένια μπαλάκια για παιχνίδι. Κυνηγάνε αντιλόπες για να φάνε, σκοτώνουν θηράματα για να επιβιώσουν, δεν σπαταλάνε ενέργεια για πλάκα. Η RSV4 είναι ένα μυώδες αιλουροειδές. Δείξε σεβασμό ή τρέξε να σωθείς…

 

Ανάποδη πυραμίδα

Σήμερα κυριαρχεί η άποψη ότι τα ηλεκτρονικά βοηθήματα έχουν κάνει τις υπερεπιδόσεις των σύγχρονων superbike προσβάσιμες σε όλους. Αλήθεια είναι. Επίσης τα ίδια τα εργοστάσια διαφημίζουν την ασφάλεια και την ευκολία οδήγησης που προφέρουν τα ηλεκτρονικά, ελπίζοντας ότι θα πουλήσουν μοτοσυκλέτες των 200 ίππων σε ανθρώπους που έχουν 20-25.000 ευρώ για να κάνουν το χόμπι τους. Ξέρετε πολλούς κάτω των 30 ετών να διαθέτουν τόσα χρήματα; Μήπως ξέρετε πολλούς άνω των 30 ετών που έχουν αυτά τα χρήματα να θέλουν να αγοράσουν κάτι άλλο πέρα από κάποιο γιγαντιαίο adventure bike; Αυτό δεν αφορά μόνο την πληγωμένη από την κρίση ελληνική αγορά, αλλά είναι μια πραγματικότητα σε όλες τις μεγάλες αγορές του κόσμου. Από την άλλη μεριά, ακούγονται οι φωνές των φανατικών οπαδών των superbike, που χαρακτηρίζουν την τελευταία "ηλεκτρονική" γενιά ως ξενέρωτη. Μπούρδες!

Η πίστα του Misano είχε σχεδιαστεί αρχικά με φορά αντίστροφή των δεικτών του ρολογιού. Όμως η επιταχυνόμενη συστοιχία τριών αριστερών στροφών ήταν η χαρά του high-siding και μετά το ατύχημα του Wayne Rainey που έμεινε παράλυτος (οι ίδιες στροφές έχουν φιλοδωρήσει και με ένα σπασμένο πόδι τον Χατζάρα) άλλαξαν την φορά της πίστας για λόγους ασφάλειας. Όμως το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής είναι τόσο λογικό, όσο να αναποδογυρίσεις μία πυραμίδα και να την χτίσεις με την μύτη προς το έδαφος. Πλέον οι περισσότερες στροφές της κλείνουν στην έξοδο και αντί να μπαίνεις αργά και να βγαίνεις γρήγορα, όπως στις περισσότερες πίστες του κόσμου, τώρα μπαίνεις με χίλια και βγαίνεις με δέκα, φρενάροντας πλαγιασμένος. Ιδανική πίστα για να δοκιμάσεις τα σύγχρονα συστήματα ABS, αλλά εξουθενωτική για το σώμα αν καβαλάς μια δυνατή superbike. Σε κάθε έξοδο στροφής πρέπει να επιταχύνεις χουφτώνοντας απότομα το γκάζι, με δευτέρα ή ακόμα και πρώτη στο κιβώτιο. Με τόσο μικρές σχέσεις στο κιβώτιο, οι 201 ίπποι του V4 επιταχύνουν τόσο βίαια την RSV4 εμπρός, που κατεβαίνοντας από την σέλα της μετά την ολοκλήρωση κάθε δεκαπεντάλεπτου, νόμιζα ότι με έλυναν από το κρεβάτι του Προκρούστη. Αναπόφευκτα το μυαλό μου έκανε συγκρίσεις, όχι μόνο με το προηγούμενο μοντέλου που είχα οδηγήσει στο Jerez, αλλά και με την Ducati Panigale 1299 S, που καβάλησα πριν μερικούς μήνες στο Portimao. Αναφέρω τις πίστες γιατί η χάραξη της ισπανικής και πορτογαλικής πίστας έχει περισσότερη ροή (και… λογική) σε σχέση με την ιταλική, κάτι που δίνει ένα μικρό πλεονέκτημα στις μοτοσυκλέτες που είχα οδηγήσει εκεί. Έτσι, το γεγονός ότι η νέα RSV4 RF μου φάνηκε πιο δυνατή ψηλά από την Panigale 1299S, το αποδίδω περισσότερο στην πίστα του Misano που δεν έχει κάποια μεγάλη ευθεία να βάλεις την πέμπτη και την έκτη στον κόφτη, ώστε να έχεις χρόνο να δεις τον κινητήρα να φορτώνει χιλιόμετρα υπό πίεση. Όμως για την πιο βαριά αίσθηση την RSV4-RF σε σύγκριση με την V2 της Ducati δεν έχω αμφιβολίες. Η Aprilia ανήκει στην παραδοσιακή ιταλική σχολή, όπου ο αναβάτης πρέπει να επιλέξει με σιγουριά και αποφασιστικότητα τις γραμμές του. Οι επιλογές για δεύτερες σκέψεις είναι ελάχιστες, σε αντίθεση με την Ducati ή την BMW που σου δίνουν περιθώριο επιλογών ακόμα και μέσα στην στροφή. Όμως αυτό το χαρακτηριστικό της RSV4-RF ανταμείβει τον πνευματικό και σωματικό κόπο σου πλουσιοπάροχα. Ανατρέξτε στο τεύχος 479 του MOTO, όπου στο συγκριτικό τεστ στο δρόμο με την BMW S 1000RR η προηγούμενη RSV4 ήταν ταχύτερη στα τέσσερα από τα πέντε κομμάτια της διαδρομής.

Η μέση ταχύτητα αυτής την μοτοσυκλέτας είναι το μεγάλο όπλο. Μπορεί να κουβαλάει υψηλότερες ταχύτητες μέσα στην στροφή και αυτό μεγεθύνει την αίσθηση βαρύτερης μοτοσυκλέτας σε σχέση με τους άμεσους ανταγωνιστές της.

 Άλλωστε με πραγματικό βάρος τα 206,5 κιλά γεμάτη, δεν έχει κάποια ουσιαστική διαφορά από τους ανταγωνιστές της. Η διαφορά στην αίσθηση βρίσκεται στην θέση οδήγησης. Παρά το γεγονός ότι τα κλιπ-ον είναι πλέον πιο ψηλά τοποθετημένα, η θέση οδήγησης εξακολουθεί να είναι φιλοσοφίας MotoGP και όχι φιλοσοφίας superbike όπως της Panigale 1299 S που έχει ανοιχτό και φαρδύ τιμόνι. Έτσι, τα κλειστά κλιπ-ον της RSV4 απαιτούν μεγαλύτερη δύναμη στα χέρια όταν αλλάζεις πορεία. Παρά το μικρό εξωτερικό μέγεθός της, υπάρχει άφθονος χώρος πάνω της. Μάλιστα στους τελευταίους γύρους που άρχιζα να κουράζομαι σωματικά, θα ήθελα η σέλα να έχει μικρότερο μήκος ώστε να φρενάρει το σώμα μου στις επιταχύνσεις και να μην χρειάζεται να βάζω τόση δύναμη στα πόδια και στα χέρια για να κρατηθώ πάνω της. Το πάνω τμήμα του φαίρινγκ έχει φαρδύνει και ψηλώσει για καλύτερη αεροδυναμική κάλυψη του αναβάτη. Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω κάποιο σχόλιο για την αποτελεσματικότητά του, καθώς όλες οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε είχαν ένα iPhone 5S μπροστά από την τάπα του ρεζερβουάρ, εκεί ακριβώς που έπρεπε να βάλω το σαγόνι μου για να καλυφθώ πλήρως από τον αέρα. Έτσι σε σύγκριση με την Panigale 1299 S, πάνω στην Aprilia ένοιωθα μεγαλύτερη πίεση από τον αέρα, κυρίως στους ώμους και στα μπράτσα. Βέβαια από την μοτοσυκλέτα είχαν αφαιρεθεί οι νέοι καθρέπτες με τα ενσωματωμένα led φλας που κόβουν πολύ αέρα σε αυτά τα σημεία του σώματος, οπότε όσοι ανησυχείτε αν θα μπορείτε να κάνετε εξορμήσεις υψηλών ταχυτήτων στις εθνικές οδούς, μην βιάζεστε να απογοητευτείτε.

 

 Κανονικά εδώ έπρεπε να γράψω "περιμένετε μέχρι να κάνουμε τεστ την μοτοσυκλέτα στην Ελλάδα", όμως όπως μας πληροφόρησε η ελληνική αντιπροσωπεία οι RSV4 RR και RF του 2015 θα εισαχθούν μόνο κατόπιν παραγγελίας, οπότε μην ελπίζετε ότι θα ξαναδιαβάσετε κάτι για την πιο πορωτική superbike που οδήγησα φέτος.

 

Άλλωστε ο βασικός λόγος που η RSV4 δεν κατάφερε ποτέ να έχει τις πωλήσεις που της αγγίζουν, είναι οι τρικλοποδιές που βάζει η ίδια η Piaggio στο image της Aprilia. Ενώ δηλαδή η Aprilia έχει 54 παγκόσμιους τίτλους και η ίδια η RSV4 σαρώνει στους αγώνες σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο, ο περισσότερος κόσμος έχει ακόμα την εικόνα μιας εταιρείας που κατασκευάζει κυρίως scooter και μικρά σπορ δίχρονα μοτοσυκλετάκια. Κάτι απολύτως δικαιολογημένο, αφού όταν μπαίνεις σε ένα κατάστημα της Aprilia είναι τίγκα στα scooter κι αν υπάρχει κάπου μια RSV4, αυτή θα είναι παραπεταμένη στην γωνία. Η δικαιολογία είναι ότι τα καταστήματα δεν μπορούν να επιζήσουν πουλώντας μεγάλες μοτοσυκλέτες. Σωστό, γι΄αυτό όμως υπάρχει στο Gruppo Piaggio η Gilera. Για να φτιάχνει scooter που θα πωλούνται στο ίδιο κατάστημα με τις μοτοσυκλέτες της Aprilia. Πλατειάζω στο θέμα, αλλά κάθε φορά που οδηγάω μια RSV4 πιστεύω όλο και περισσότερο ότι αν έγραφε στο φαίρνγκ RVF1000RR και την πούλαγαν τα καταστήματα της Honda σε αυτή την τιμή (€18.000 για την βασική έκδοση RR) θα είχε γίνει λαϊκό προσκύνημα. Βέβαια το καλό για μας είναι ότι το χαμηλό μοτοσυκλετιστικό image της Aprilia την αναγκάζει να πουλάει την αριθμημένη συλλεκτική έκδοση RF (μόλις 500 κομμάτια θα φτιαχτούν) για 23.300 ευρώ, αντί για τα 65.000 που ζητούσε η Ducati για μία από τις 1.500 Desmosedici RR ή τα 27.000 δολάρια που ήταν η χαμηλότερη τιμή για μια καινούρια Honda RC 45 το 1995 με τον μηνιαίο βασικό μισθό στα 250 ευρώ!

Καλύτερη από πριν, αλλά…

Σε καθαρά οδηγηκό επίπεδο η νέα RSV4 έχει βελτιωθεί σημαντικά σε κάποιους τομείς, όμως σε κάποιους άλλους ο ανταγωνισμός έχει φύγει ένα βήμα μπροστά. Για παράδειγμα το νέο κιβώτιο ταχυτήτων δεν διαπρέπει σε ποιότητα λειτουργίας. Παρά το γεγονός ότι η μοτοσυκλέτα διαθέτει quick-shifter (μόνο για τα ανεβάσματα) και η μονάδα ECU του ψεκασμού έχει ολοκαίνουριο λογισμικό που προσαρμόζει τις στροφές του κινητήρα ακόμα και στα κατεβάσματα, η RSV4 RF εξακολουθεί να ζητάει από τον αναβάτη καλή τεχνική κατάρτιση στα δυνατά φρεναρίσματα που απαιτούν ταυτόχρονα κατεβάσματα ταχυτήτων. Αντίθετα η Panigale 1299S με το quick-shifter της να δουλεύει και για τα κατεβάσματα, βοηθάει τον πλέον ατζαμή αναβάτη να φρενάρει όσο άγαρμπα θέλει. Στην RSV4 ο πίσω τροχός θα χάσει εύκολα την πρόσφυσή του και εξίσου εύκολα θα σηκωθεί από το έδαφος αν ο αναβάτης δεν χειριστεί με ακρίβεια τον συμπλέκτη. Δυστυχώς ούτε στα ανεβάσματα το quick shifter κάνει άψογα την δουλειά του και πολλές φορές αρνιόταν να αλλάξει από τρίτη σε τετάρτη, κάτι για το οποίο παραπονέθηκαν και άλλοι συνάδερφοι. Αυτό είναι το μοναδικό σημείο που η RSV4 χάνει ξεκάθαρα από τους ανταγωνιστές της. Σε όλα, μα όλα τα υπόλοιπα είναι πολύ καλύτερη. Χάρη στην νέα χαρτογράφηση του ψεκασμού, η απόκριση στο γκάζι ήταν φανταστική στην μοτοσυκλέτα που οδήγησα και δεν υπήρχε πουθενά το εκνευριστικό lag και τα τινάγματα που εμφανίζουν τα συστήματα ride by wire των ανταγωνιστών της. Ειδικά στο κρίσιμο σημείο που ανοίγεις το γκάζι από τέρμα κλειστό μέσα στην στροφή, η επικοινωνία που έχεις με τον κινητήρα είναι κορυφαίου επιπέδου. Πρόσθεσε σε αυτό τα μοναδικά χαρακτηριστικά απόδοσης της δύναμης των V4 κινητήρων, με την "καθαρή" και "γεμάτη" μεταφορά των ίππων από τον στρόφαλο έως την άκρη του πέλματος του πίσω ελαστικού και θα καταλάβεις γιατί αυτή η μοτοσυκλέτα είναι τόσο απολαυστική αλλά και αποτελεσματική. Μπορείς να κάνεις λεπτούς χειρισμούς με το γκάζι μέσα στην στροφή και να ντριφτάρεις τον πίσω τροχό με χειρουργική ακρίβεια.

 

Η νέα γεωμετρία του πλαισίου έφερε πίσω την αίσθηση της πρόσφυσης του εμπρός ελαστικού που είχε χαθεί στο προηγούμενο μοντέλο, το οποίο είχε εκείνο το ειδικό ελαστικό της Pirelli με τον σκληρό σκελετό για να βοηθάει την λειτουργία του traction control. Τώρα όμως χάρη στον νέας γενιάς αισθητήρα επιτάχυνσης πέντε αξόνων, το traction control μπορεί να δουλεύει άψογα με οποιοδήποτε εμπρός ελαστικό. Μιας και μιλάμε για traction control, να πούμε ότι από την θέση 4 έως την 1 επιτρέπει το ντριφτ του πίσω τροχού και είναι οι κατάλληλες  ρυθμίσεις για πίστα. Από την θέση 5 έως την 8 αρχίζει και γίνεται ενοχλητικά παρεμβατικό, επεμβαίνοντας στην τροφοδοσία πολύ πριν υπάρξει καν υποψία γλιστρήματος. Το ABS είναι μεν το "αγωνιστικό" της Bosch 9.0MP, όχι όμως το 9.1MP με cornering function που έχει πλέον η Panigale. Στα πρώτα δύο εικοσάλεπτα το είχα ρυθμισμένο στην θέση 1, όπως με συμβούλεψαν οι δοκιμαστές της Aprilia, λέγοντας μου ότι με αυτή την ρύθμιση έκαναν τον ταχύτερο χρόνο. Μπορείς να το απενεργοποιήσεις αν θέλεις, αλλά στο Misano δεν υπάρχει κάποια στροφή που να χρειάζεται πολύ δυνατά φρένα. Μόνο στην πρώτη στροφή που κατεβάζεις από τετάρτη σε δευτέρα, χρειάζεται  να σφίξεις με δύναμη την μανέτα, αλλά και πάλι το ABS δεν αμόλησε ποτέ τα φρένα (η αποτροπή ανύψωσης του πίσω τροχού ενεργοποιείται μόνο στις θέσεις 2 και 3) για να χάσω το σημείο εισόδου, οπότε δεν χρειάστηκα να μπω στον κόπο να το απενεργοποιήσω. Από δύναμη και αίσθηση είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από ένα ζευγάρι monoblock τετραπίστονες Brembo με δίσκους 320 χιλιοστών. Δηλαδή είναι άψογα, όμως ο άμεσος ευρωπαϊκός ανταγωνισμός προσφέρει cornering ABS. Για όσους  ξέρουν να κινούνται στο όριο της πρόσφυσης των ελαστικών δεν είναι σημαντική διαφορά, όμως για εκείνους που θέλουν να φτάσουν σε αυτό το οδηγικό επίπεδο, είναι.

Old fashion και new age

Οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε ήταν εξοπλισμένες με την προαιρετική τηλεμετρία V4-MP, η οποία συνδυάζει τις τεχνολογίες GPS και Bluetooth. Η περιγραφή του συστήματος μοιάζει με σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας, αφού η RSV4 επικοινωνεί με δορυφόρους και αλλάζει διαρκώς της παραμέτρους ρύθμισης των ηλεκτρονικών της συστημάτων σε κάθε σημείο της πίστας. Στην πραγματικότητα πρόκειται απλώς για μια τηλεμετρία που εκμεταλλεύεται άψογα την πρόοδο στην τεχνολογία των κινητών τηλεφώνων. Έτσι, με ένα λογισμικό που κατεβάζεις στο smartphone σου και με έναν αναμεταδότη Bluetooth που επιτρέπει την αμφίδρομη επικοινωνία του τηλεφώνου σου με την ECU της μοτοσυκλέτας, αποκτάς μια ολόκληρη αγωνιστική ομάδα αλλά και έναν μάνατζερ που σε κατευθύνει.

Μέσα στο λογισμικό υπάρχουν όλες οι γνωστές πίστες του κόσμου χωρισμένες η κάθε μία σε split. Ταυτόχρονα για τις περισσότερες πίστες από αυτές, οι δοκιμαστές της Aprilia έχουν περάσει σε αυτά τις ρυθμίσεις των ηλεκτρονικών που κατά την γνώμη τους είναι ιδανικές για κάθε σημείο. Οδηγώντας την RSV4 στο Misano για παράδειγμα, δεν χρειαζόταν να κάνω καμία δική μου ρύθμιση στα επίπεδα επέμβασης των ηλεκτρονικών, αφού η μοτοσυκλέτα ήξερε ακριβώς σε πιο σημείο βρισκόταν και άλλαζε μόνη της όλες τις παραμέτρους. Φυσικά, αν θέλεις μπορείς να παρακάμψεις τις εγκαταστημένες ρυθμίσεις και να περάσεις τις δικές σου ή να αλλάξεις μέρος των ρυθμίσεων σε επιλεγμένα split. Πάντως το πιο χρήσιμο χαρακτηριστικό αυτής της δορυφορικής τηλεμετρίας είναι ότι η οθόνη του κινητού γίνεται κόκκινη σε κάθε split που πας γρηγορότερα από πριν και πράσινη όταν πας πιο αργά. Αυτό σε βοηθάει αφάνταστα να βελτιώνεις τον χρόνο σου γύρο με τον γύρο και αν έβρισκαν ένα άλλο σημείο για την βάση του κινητού που να μην σε περιορίζει να σκύψεις πίσω από την ζελατίνα θα ήταν ιδανικό ακόμα και για αγωνιστική χρήση. Προς το παρόν είναι το καλύτερο αξεσουάρ που μπορεί να βάλει ένας χομπίστας στην RSV4.

Όλα αυτά ίσως κάνουν κάποιους να πιστέψουν ότι η "αυτορυθμιζόμενη" RSV4 είναι μια μοτοσυκλέτα από video game, που τα κάνει όλα μόνη της και ο αναβάτης απλώς ρίχνει κέρματα στο μηχάνημα. Εντελώς λάθος συμπέρασμα. Δεν ξέρω για αν στην νέα Yamaha R1 συμβαίνει αυτό, γιατί δεν την έχω οδηγήσει. Ίσως να υπάρχει μια δόση αλήθειας για την νέα Ducati Panigale 1299 και την BMW S 1000RR. Όμως για την νέα Aprilia RSV4 οι ικανότητες του αναβάτη εξακολουθούν να είναι το κυρίαρχο στοιχείο και χωρίς αυτές είναι αδύνατον να ενεργοποιηθούν τα αγωνιστικά χαρίσματά της. Ίσως γι΄αυτό είναι η πιο απολαυστική superbike που έχω οδηγήσει μέχρι σήμερα σε πίστα. Γιατί κάθε φορά που κατεβαίνεις από την σέλα της νιώθεις ότι εσύ είσαι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, όχι τα ηλεκτρονικά της.

 

ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Τα καλά των αγώνων

Χρόνια τώρα γράφουμε το κλισέ ότι οι αγώνες βελτιώνουν το είδος. Στην πραγματικότητα οι αγώνες δεν είναι μια στατική κατάσταση και οι κανονισμοί τους αλλάζουν διαρκώς, με διαφορετικές σκοπιμότητες κάθε φορά. Άλλοτε για να βοηθήσουν μικρότερες εταιρείες να είναι ανταγωνιστικές, άλλες φορές για να ενισχύσουν δημοφιλείς μεγάλες εταιρείες να πρωταγωνιστούν για χρόνια, άλλοτε για την τηλεθέαση, οι κανονισμοί ποτέ δεν είχαν σκοπό να κάνουν τις μοτοσυκλέτες καλύτερες. Είναι εκ φύσεως περιοριστικοί, γεμάτοι απαγορεύσεις και συνήθως σκοτώνουν την δημιουργικότητα και την φαντασία των σχεδιαστών και των μηχανολόγων. Όμως η διαρκής υποβάθμιση των αγωνιστικών μοτοσυκλετών σε επίπεδο τεχνολογίας και νεοτερισμών δεν ισχύει για τις μοτοσυκλέτες παραγωγής. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, αφού οι νέοι κανονισμού των superbike επιβάλουν στα εργοστάσια να τρέχουν με ελαφρώς τροποποιημένες μοτοσυκλέτες παραγωγής και όχι με πρωτότυπα όπως πριν μερικά χρόνια.

Έτσι η νέα RSV4 έχει πολλές διαφορές ουσίας σε σύγκριση με το προηγούμενο μοντέλο και ειδικά η έκδοση RF που οδηγήσαμε εμείς στο Misano είναι ουσιαστικά μια πραγματική race-replica της αγωνιστικής μοτοσυκλέτας.

Ρυθμιζόμενο πλαίσιο

Το νέο πλαίσιο εξακολουθεί να προσφέρει όλες τις ρυθμίσεις μιας γνήσιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας. Η θέση του κινητήρα μπορεί να μετατοπιστεί, η γωνία κάστερ, η θέση του άξονα του ψαλιδιού και το ύψος της πίσω ανάρτησης ρυθμίζονται πλήρως, επιτρέποντας ριζικές αλλαγές στην γεωμετρία και την κατανομή των μαζών ώστε η γεωμετρία της RSV4 να ταιριάζει ιδανικά σε όλες τις πίστες. Στο νέο μοντέλο έχει επιμηκυνθεί κατά 4mm το μήκος του ρεγουλατόρου στο ψαλίδι, ώστε με το κατάλληλο σετ γραναζιού/αλυσίδας να μπορείς να αλλάζεις ακόμα και το μεταξόνιο της μοτοσυκλέτας.

 

Ελαφρύτερος, εύστροφος και καθαρότερος

Η αύξηση της ιπποδύναμης κατά 16 ονομαστικούς ίππους και η μείωση του βάρους κατά 2,5 κιλά απαίτησε στην περίπτωση της RSV4 να αλλάξουν έως και οι μέθοδοι παραγωγής του κινητήρα. Η δίαιτα ξεκίνησε από την νέα χύτευση των κάρτερ που μείωσε το βάρος κατά 1300gr. Οι τέσσερις νέοι πιο "άγριοι" σε χρονισμό εκκεντροφόροι, μαζί με τις βαλβίδες τιτανίου, εξοικονόμησαν πάνω από 400gr, παρά το γεγονός ότι εκείνες τις εισαγωγής μεγάλωσαν στα 33mm διάμετρο. Ο στρόφαλος αδυνάτισε στα 36mm στα σημεία που δένουν οι μπιέλες πάνω του, χαρίζοντας άλλα 50gr και οι αγωνιστικές μπιέλες της διάσημης Αυστριακής Pankl μείωσαν το βάρος κατά 400gr. Η δίαιτα συνεχίστηκε στο κιβώτιο ταχυτήτων με 350gr να φεύγουν από τους άξονες και τα γρανάζια και 100gr από την πρωτεύουσα μετάδοση.

Από τα 2500gr που συνολικά αφαιρέθηκαν, τα 1500gr αφορούν περιστρεφόμενα ή παλινδρομούντα εξαρτήματα. Ταυτόχρονα η βελτίωση της κυκλοφορίας του λαδιού στο νέο σύστημα λίπανσης και του αέρα κάτω από τα έμβολα, μείωσαν τις τριβές και την αντίσταση που δημιουργούν κατά την κίνησή τους στο εσωτερικό του κινητήρα. Τα ελαφρύτερα κινούμενα μέρη και η ευκολότερη ροή υγρών και αέρα αυξάνουν την ταχύτητα ανόδου των στροφών και μειώνουν τις απώλειες δύναμης. Όμως για να βρεθούν 16 επιπλέον ίπποι χρειάστηκε να αλλάξει ο ψεκασμός της Marelli με το μεταβλητό μήκος αυλών, καθώς και η ροή αέρα στο φιλτροκούτι, που πλέον είναι αληθινό ram-air και εκμεταλλεύεται την πίεση του αέρα στις υψηλές ταχύτητες.  -

Αεροδυναμική ομορφιά

Δύσκολα μπέρδευες μια RSV4 στον δρόμο, χάρη στους χαρακτηριστικούς τρεις προβολείς της και τις ακραία μίνιμαλ διαστάσεις της. Στο νέο μοντέλο έχουν γίνει αρκετές αλλαγές στο πάνω τμήμα του φαίρινγκ όπου αυξήθηκε το μήκος και το πλάτος ώστε να καλύπτει περισσότερο το κράνος και τους ώμους του αναβάτη και μαζί με τους νέους προβολείς και καθρέφτες στηρίζονται σε μια ελαφρύτερη μεταλλική βάση.  

Ο πρώτος διδάξας

Καθώς η RSV4 ήταν η πρώτη superbike με σύστημα τροφοδοσίας ride by wire (η Yamaha R6 είχε προηγηθεί στις supersport) μπόρεσε να ενσωματώσει όλα τα ηλεκτρονικά βοηθήματα από το 2009 με την έκδοση APRC. Έξι χρόνια μετά συνεχίζει να βρίσκεται στην τεχνολογική κορυφή, παρά το γεγονός ότι οι άμεσοι ευρωπαίοι ανταγωνιστές της και η Kawasaki έχουν υιοθετήσει αντίστοιχες τεχνολογίες. Στα φρένα υπάρχει το "αγωνιστικό" ABS της Bosch 9.0MP που ρυθμίζεται σε τρεις θέσεις ευαισθησίας. Οι χάρτες απόκρισης του γκαζιού είναι τρεις (Sport / Track / Race) όπου δεν μεταβάλουν την μέγιστη  απόδοση αλλά μόνο την ευαισθησία απόκρισης. Το Traction Control είναι δύο σταδίων με προληπτική επέμβαση μέσω της τροφοδοσίας έως την θέση 5 και επέμβαση στην ηλεκτρονική από την θέση 4 έως 1). Το Wheelie Control αποτρέπει τις σούζες και μπορεί να ρυθμιστεί σε τρεις θέσεις, όπου η λιγότερο παρεμβατική 1 έχει νέο σετάρισμα. Για την πίστα υπάρχει και το Launch Control όπου μπορείς να κρατάς τέρμα ανοιχτό το γκάζι και να χειρίζεσαι μόνο τον συμπλέκτη, αφήνοντας την τροφοδοσία να ρυθμίζεται μόνη της. Το Quick Shifter της Aprilia είναι το κλασικό, που επιτρέπει αλλαγές τέρμα γκάζι χωρίς συμπλέκτη στα ανεβάσματα.

Σε γενικές γραμμές η Ducati και η BMW προσφέρουν επιπλέον cornering ABS, ημι-ενεργητικές αναρτήσεις και quick shifter δύο δρόμων, όμως η Aprilia απαντά με το σύστημα τηλεμετρίας V4-MP που είναι τεχνολογικά μια γενιά μπροστά από των αντιπάλων της.            

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ           

Αντιπρόσωπος:

PIAGGIO HELLAS

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2.040

Ύψος (mm):

1.120

Μεταξόνιο (mm):

1.420 +/- 20mm

Απόσταση από το έδαφος (mm):

-

Ύψος σέλας (mm):

845

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Αλουμινένιο δύο δοκών

Πλάτος (mm):

-

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

180,5kg/-

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, τετρακύλινδρος υγρόψυκτος, με 4Β/Κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

78 X 52,3

Χωρητικότητα (cc):

999,6

Σχέση συμπίεσης:

13,6:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

201/13.000

Ροπή (kg.m/rpm):

12/10.500

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

200

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός ride by wire με μεταβλητού μήκους αυλούς

Σύστημα εξαγωγής:

4 σε 2 σε 1 με δύο αισθητήρες οξυγόνου (Euro 3)

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Με γρανάζια/1,659

Τελική μετάδοση / σχέση:

Με αλυσίδα/2,562

 

Σχέσεις

1η

2,600

2α

2,063

3η

1,700

4η

1,476

5η

1,348

6η

1,259

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μονό αμορτισέρ Ohlins (Έκδοση RF και Race Pack)

Διαδρομή (mm):

130

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης/επαναφοράς

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

6 Χ 17 Σφυρήλατη (Έκδοση RF και Race Pack)

Ελαστικό:

200/55-17 (Pirelli Diablo Supercorsa SP)

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Μονός δίσκος 220mm με δαγκάνα δύο εμβόλων 32mm και αγωνιστικό ABS της Bosch 9.0MP

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Οθόνη LCD με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, ολικός και δύο μερικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία κινητήρα και περιβάλλοντος, trip computer, ρυθμίσεις Traction Control, ABS, quick shifter, wheelie control, Launch control, Mode κινητήρα, σταμπιλιζατερ, χειριστήριο (+/-) στο τιμόνι

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι upside-down Ohlins (Έκδοση RF και Race Pack)

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120/43

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης/επαναφοράς

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,5 Χ 17 σφυρήλατη (Έκδοση RF και Race Pack)

Ελαστικό:

120/70-17 (Pirelli Diablo Supercorsa SP)

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δύο δίσκοι 320mm με monoblock ακτινικές δαγκάνες Brembo και αγωνιστικό ABS της Bosch 9.0MP 

 

   

 

 

 

 

#MENOUMESPITIMEMOTO: Honda vs Ducati vs Triumph - Συγκριτικό Naked - Αρχείο Περιοδικού ΜΟΤΟ

Χωρίς...ρούχα φαίνονται οι διαφορές
24/3/2020

Δεσμώτης του ιλίγγου

Απέναντι σε όσους πιστεύουν ότι οι naked είναι μαζοχισμός, οι λάτρεις της κατηγορίας δεν έχουν παρά να δείξουν ανωτερότητα και προκλητικά να δηλώσουν ένοχοι επιλέγοντας ποινή. Εμείς έχουμε ετυμηγορίες για όλα τα γούστα, από ισόβια δεσμά μέχρι πολυετή φυλάκιση και κάθειρξη με αναστολή. Εσείς δεν έχετε παρά να διαλέξτε πόσο θέλετε να μαυρίσετε το ποινικό σας μητρώο.

Μένουμε σπίτι και το ΜΟΤΟ βάζει ένα λιθαράκι για να γίνει ακόμη πιο ευχάριστη αυτή διαμονή! Μια ελάχιστη προσφορά στους αναγνώστες μας με παλαιότερα άρθρα του περιοδικού που αποτελούν σημείο αναφοράς, τα οποία θα σας ταξιδέψουν, θα σας γεμίσουν με αδρεναλίνη, θα σας κάνουν να γελάσετε, θα σας κάνουν να προβληματιστείτε και -το κυριότερο- θα σας κρατήσουν συντροφιά αυτές τις δύσκολες ώρες που περνάμε όλοι. Μια πρώτης τάξεως αφορμή για να μείνουμε σπίτι, με ή χωρίς καραντίνα...!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης.

Το πρόβλημα είναι ότι στις μέρες μας η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν θέτει ερωτήσεις και όταν το κάνει δεν είναι καίριες. Δεν υπάρχει αναζήτηση και προβληματισμός, οι περισσότεροι είναι απόλυτοι σε μια γνώμη που υιοθέτησαν και γυρνάνε έπειτα με μια καρφίτσα στο χέρι έτοιμοι να κολλήσουν ταμπελάκια με χαρακτηρισμούς. Αδυνατούν να δουν την συνολική εικόνα και αντί αυτού ακολουθούν εδραιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα, τυφλά, χωρίς κριτική. Στις μέρες μας έχει ελαχιστοποιηθεί η κρίση και έχει διογκωθεί ο φανατισμός. Δεν αναπτύσσονται νοητικοί μηχανισμοί διάκρισης του ουσιώδους απ' το επουσιώδες, του σημαντικού από το ασήμαντο. Αλλά βλέπετε είναι πιο εύκολο να ακολουθείς λεωφόρους από το να μπαίνεις σε μια ζούγκλα με την ματσέτα στο χέρι.

Ενώ Triumph και Ducati ψάχνουν κάθε λεπτομέρεια στην εμφάνιση, η Honda άφησε μερικές να της ξεφύγουν. Όπως εδώ που το σπείρωμα είναι σε κοινή θέα, ενώ οι βίδες αυτές θα μπορούσαν να βρίσκονται από ράφια dexion, μέχρι σε βραχίονα επίπεδης τηλεόρασης. Κρίμα γιατί ακριβώς από πάνω είναι ένας από τους πιο εξεζητημένους και χαρακτηριστικούς προβολείς

 

Δεν είναι η Ducati Streetfighter S η νικήτρια του συγκριτικού και ας είναι η πιο απόλυτη γυμνή που έχει βγάλει ποτέ Ευρωπαίος κατασκευαστής, και ας είναι το σίγουρο φαβορί και δυο φορές πιο ακριβή από τις υπόλοιπες. Ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό από τώρα, σαν να βάζουμε την τελευταία σελίδα του βιβλίου πρώτη για να τελειώνουμε με τα βασικά και να επικεντρωθούμε στην υπόθεση και την πλοκή. Γιατί η ουσία αυτού του συγκριτικού βρίσκεται αλλού, στην πραγματικότητα που αντιμετωπίζει κανείς μόλις μπει σε κάποιο φόρουμ ή βρεθεί μπλεγμένος σε συζήτηση καφετέριας με το γνωστό αλλά άκαιρο ερώτημα για το πια είναι η καλύτερη μοτοσυκλέτα. Εκεί που ο καθένας υποστηρίζει την γνώμη του για κάτι που γνωρίζει ελάχιστα με επιχειρήματα που ξεκινάνε πάντα με τις φράσεις: "εγώ μία φορά…" και "έχω ένα φίλο που του συνέβη…". Σιχαίνομαι την ατέρμονη εναλλαγή ιστοριών και τους ανθρώπους που πιάνονται από ένα θέμα για να εξιστορήσουν άλλη μια "περιπέτεια" μιμούμενοι παλαιότερες τεχνικές διδασκαλίας που βασίζονταν σε επιμορφωτικές ιστορίες. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα το διδακτικό σε μια εξιστόρηση παραφουσκωμένης ιστορίας που μόνο σκοπό έχει να εξυψώσει αυτόν που την διηγείται στα μάτια των συνομιλητών του. Αυτό είναι πρακτική μάρκετινγκ και τίποτα περισσότερο. Κάπως έτσι έφτασαν πολλοί να χάνουν την ουσία και να ακολουθούν τυφλά ιδέες, να υποστηρίζουν το ευκολότερο δυνατό για να δικαιολογούν την παρουσίαση άλλης μιας προσωποκεντρικής ιστορίας.

Μπουρλότο!

Στην οικογένεια της μοτοσυκλέτας η "οπαδοποίηση" είναι ακόμα ευκολότερη, γιατί δεν πρόκειται απλώς για ένα μεταφορικό μέσο. Η μοτοσυκλέτα συνδέεται έντονα με το συναίσθημα και μια συζήτηση γύρω από αυτές μπορεί να πυροδοτηθεί τάχιστα. Δύσκολα θα δείτε κάτι τέτοιο να συμβαίνει για αυτοκίνητα, εκτός αν πρόκειται για βελτιωμένα. Ας ρίξουμε λοιπόν λίγο λάδι στη φωτιά επαναπροσδιορίζοντας τον όρο (και όχι το όνομα) streetfighter. Η Ducati παίρνει ένα από τα πιο πετυχημένα superbike, του βγάζει τα πλαστικά και τα κλιπόν και του προσθέτει ένα ίσιο τιμόνι δίνοντάς του το όνομα μιας ολόκληρης κατηγορίας. Φέρνει και την ακόμα ακριβότερη έκδοση S με αναρτήσεις που ουσιαστικά το "επιστρέφουν" στην αρχική του μορφή και έχει έτοιμο τον τρόπο να ξεστοκάρει. Το Streetfighter άλλωστε, η γυμνή έκδοση του 1098, παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σχεδόν με την 1198, ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα το επιλήψιμο μέχρι τώρα και τίποτα το κρυφό επίσης. Η τακτική όμως αυτή ανήκει στο παρελθόν. Απέναντι από την απαστράπτουσα Ducati παρατάσσονται δύο γυμνές μ’ ένα ενδιαφέρον κοινό χαρακτηριστικό στο οπλοστάσιό τους.

Το σταμπιλιζατέρ της Ducati είναι απαραίτητο για τις ταχύτητες που μπορεί να πιάσει σε σύντομη απόσταση και δουλεύει ικανοποιητικά χωρίς όμως να είναι ρυθμιζόμενο

 

Έχουν αφήσει αυτή την τεχνική πίσω, έχουν εξελιχθεί. Η Speed Triple ήταν για πολύ καιρό μια γυμνή Daytona 955, μια γυμνή superbike, αν και μόνο μερικοί πνιγμένοι στην αιθαλομίχλη Άγγλοι θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν την 955 έτσι. Η νέα έκδοση έχει ένα καινούριο πλαίσιο, έναν κινητήρα αισθητά διαφοροποιημένο με περισσότερη διάρκεια, πιο γραμμικό και εξίσου εύστροφο, φανερά προσανατολισμένο για χρήση στο δρόμο. Η CB1000R έχει εξελιχθεί από λευκό χαρτί και μπορεί ο κινητήρας να ανήκει σε παλιότερο CBR αλλά έχει ηπιότερα χρονισμένους εκκεντροφόρους, διαφορετικό θάλαμο καύσης με μικρότερη συμπίεση, 45 άλογα λιγότερα και τελικά έχουν γίνει τόσες επεμβάσεις που οι διαφορές είναι τεράστιες. Είναι αλήθεια ότι αυτή η κατηγορία δημιουργήθηκε από πίεση της αγοράς που έψαχνε μια δυνατή μοτοσυκλέτα αλλά για το δρόμο όχι για την πίστα, κρατήστε το αυτό. Οι κατασκευαστές απλώς ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες του κόσμου που έγδυνε τις superbike και με διάφορες μικρές ή μεγάλες επεμβάσεις τις κυκλοφορούσε κυρίως μέσα στις πόλεις. Ήταν τότε ο μόνος τρόπος για να έχει κανείς αξιόλογες επιδόσεις και μεγαλύτερη ευελιξία, αυτά που σήμερα πλέον μπορούν να συνδυαστούν ακόμα περισσότερο. Δεν είναι απαραίτητο ν’ αγκομαχά κανείς, να πρήζονται τα χέρια του μέσα στην πόλη, να καίγονται τα πόδια του και να βλαστημά ο συνεπιβάτης. Τώρα οι γυμνές είναι γρήγορες μοτοσυκλέτες δρόμου σχεδιασμένες με γνώμονα την καθημερινή χρήση και όχι την πίστα. Και μετά ήρθε η Ducati Streetfighter για να μας θυμίσει πώς ξεκίνησαν όλα αυτά.

Το θέμα είναι τι δουλεύει καλύτερα, η παλιά συνταγή ή η καινούρια; Η κατηγορία αυτή ξεκίνησε ως streetfighter και κατέληξε σαν naked, αυτό είναι πράγματι πρόοδος; Και σε ποια κατεύθυνση; Μήπως πλέον οι αναβάτες δεν είναι όπως "παλιά" που πήγαιναν και έστριβαν με οτιδήποτε; Που όσο πιο άκαμπτη και σκληρή ήταν μια μοτοσυκλέτα τόσο το καλύτερο; Αυτή είναι η διαφορά, η απόλυτη naked Ducati, πανάλαφρη και με τις επιδόσεις κορυφαίου superbike, είναι φτιαγμένη με την παλιά συνταγή που γίνονταν αυτές οι μοτοσυκλέτες ενώ οι κατά πολύ φθηνότερες Triumph και Honda έχουν εξελιχθεί για χρήση δρόμου, περιπλέκοντας έτσι τα πράγματα. Η σημαντική εδώ λεπτομέρεια, για να τοποθετούμε τα πράγματα σε σωστό πλαίσιο, είναι ότι από την μία έχουμε την Ferrari της μοτοσυκλέτας, ή μάλλον καλύτερα ακόμα μιλάμε για την Pagani Zonda, διάβολε ούτε αυτό... Είναι η Koenigsegg Agera R των σπορ αυτοκινήτων, η DC3 Μ31 WideBody των Power Boats, το F35 των αιθέρων. Οπότε δεν μπορεί κανείς να ασχολείται με τίποτα άλλο πέρα από τις επιδόσεις της, είναι τόσο ειδικό που του αξίζει να έχει το δικό του χαρακτήρα. Ναι, αλλά αντίθετα με τα υπόλοιπα, την Streetfighter S μπορεί να την αποκτήσει κανείς χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει στο Τζόκερ, ένα μικρό χωραφάκι αρκεί. Κοστίζει ακριβά για μοτοσυκλέτα, σχετικά φτηνά όμως για ενσάρκωση ονείρου, άρα μπορεί και πρέπει να συγκριθεί με βάση αυτά που κάνει.

 

Συμπερασματικό Βατερλό!

Θα κάνω τώρα ένα από τα συχνότερα λάθη που υποπέπτουν οι συντάκτες του ειδικού τύπου, θα σχολιάσω αυτά που ΔΕΝ κάνουν αυτές οι μοτοσυκλέτες. Κανονικά αυτό είναι ένα συμπερασματικό σφάλμα, ο λάθος τρόπος να ξεκινάς οποιαδήποτε σύγκριση αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι η γρήγορη διαδρομή για να δούμε την συνολική εικόνα. Σαν να βλέπεις μπροστά σου την παγίδα της κινούμενης άμμου και παρόλα αυτά να πέφτεις μέσα αντί να κάνεις το γύρο. Λοιπόν δένουμε γερά στο απέναντι κλαδί και πάμε: Η Honda CB1000R δεν έχει γκάζι χαμηλά, το τιμόνι της δεν δημιουργεί την καλύτερη γωνία για να βγάζεις το σώμα σου στην πίστα και σε υψηλές ταχύτητες υπό κλίση το πλαίσιο παρουσιάζει μια μικρή ταλάντωση, κυρίως κατά το δυνατό φρενάρισμα ή την απότομη επιτάχυνση.

Όταν υπερτερούν τα Honda και Triumph, υστερεί η Ducati και το ανάποδο

 

Το Speed Triple έχει ένα ογκώδες ρεζερβουάρ και το κιβώτιο έχει βαρύ κούμπωμα και δεν του αρέσουν να του καρφώνουν τις ταχύτητες. Η Streetfighter S είναι πολύ σκληρή και άκαμπτη, λες και δεν πρόκειται να κυκλοφορεί στο δρόμο παρά μόνο στις πίστες. Η απόκριση του γκαζιού είναι πολύ τραχιά χωρίς να ανεβάζει ομαλά στροφές κάτι που ανάμεσα στα αυτοκίνητα στο κέντρο της πόλης κουράζει γρήγορα. Είναι δύσκολο να την οδηγείς με μικρές ταχύτητες και ακόμα πιο δύσκολο να φρενάρεις σε βρεγμένο δρόμο αν σου πεταχτεί κανείς από κάποιο στοπ. Η σέλα γλιστράει πολύ και τα γόνατα δεν βρίσκουν εύκολα στήριξη στο μινιμαλιστικό ρεζερβουάρ, λες και δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ σε δημόσιους δρόμους παρά μόνο σε πίστες. Ο συνεπιβάτης δεν θα αντέξει για πολύ, ακόμα και αν τον πληρώνεις για την εμπειρία, ενώ στις λακκούβες καταλαβαίνεις την κατάσταση κάθε σπονδύλου σου ξεχωριστά. Αρκεί μια σύντομη διαδρομή όπως το περίπτερο-σπίτι για να είσαι το ίδιο πιασμένος με ένα δίωρο έντονης άσκησης στο γυμναστήριο.

Οι monobloc δαγκάνες της Ducati λειτουργούν εξωπραγματικά σε σύγκριση με τα φρένα των άλλων δυο. Το Speed Triple έχει εκπληκτικά φρένα, το Streetfighter έχει ακόμα καλύτερα, ικανά να επαναπατρίσουν με ασφάλεια το Discovery!

 

Καταλαβαίνετε τώρα τις διαφορές; Γιατί δεν κάναμε εκείνη την μακρά παράκαμψη; Όπου υπερτερούν τα Honda και Triumph, υστερεί η Ducati και το ανάποδο, η καθημερινή μετακίνηση αντιπαραβάλλεται την εξατομικευμένη χρήση. Η Streetfighter S είναι προορισμένη για πίστα, η CB1000R για τα αστικά όρια, ενώ το Speed Triple δεν θα πει όχι και σ’ ένα σύντομο ταξίδι. Αυτό μεταφράζεται και σε αντίστοιχα επίπεδα αδρεναλίνης στο άνοιγμα του γκαζιού, ο ίλιγγος σε γρήγορη ανάβαση στριφτερού επαρχιακού δρόμου θα είναι διαφορετικής έντασης με κάθε μοτοσυκλέτα. Δεν νοείται καμία σύγκριση με τον εξωπραγματικό τρόπο που επιταχύνει ο υπερελαφρύς πύραυλος της Ducati. Εκεί που στ’ άλλα δύο το δεξί γκριπ αποτυπώνει το ρυθμό περιστροφής του σε συνεργασία με το στροφόμετρο, το Streetfighter τον δείχνει κατευθείαν στο κοντέρ, τόσο γρήγορα τινάζεται μπροστά αυτή η μοτοσυκλέτα. Καμία άλλη γυμνή δεν τεντώνει τα χέρια με αυτό το ρυθμό, καμία άλλη δεν μπορεί να σου δέσει το στομάχι κόμπο από φανάρι σε φανάρι. Αυτό όμως είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα με αυτή τη μοτοσυκλέτα, ακριβώς γι’ αυτό οι Triumph και Honda είναι απολαυστικότερες μοτοσυκλέτες. Ναι απολαυστικότερες, στα μισά λεφτά και με λιγότερα κυβικά και άλογα.

 
Το Speed Triple έχει την πιο άνετη σέλα απ' τις υπόλοιπες με το κάλυμμά της να διατίθεται ως έξτρα και να μην περιλαμβάνει στα εργαλεία άλεν για να το βγάλετε. Ευτυχώς η εργαλειοθήκη του Triumph έχει αρκετό χώρο για να τοποθετήσετε δικά σας εργαλεία.

 

Κάν’ τα μου λιανά

Σε αυτό το σημείο είναι που αρχίζει η οπαδοποίηση που λέγαμε. Αυτό το κατεστημένο είναι το δυσκολότερο να ανατρέψει κανείς, την εδραιωμένη δηλαδή αντίληψη ότι η πιο δυνατή μοτοσυκλέτα είναι και η καλύτερη για όλους. Και θα ήταν κανονικά, αλλά το θέμα εδώ δεν είναι μονοδιάστατο. "Όποιος δεν έχει χέρια δεν μπορεί να το πάει". "Ο κατάλληλος αναβάτης το παίρνει και το στύβει", αυτόματες απαντήσεις στα παραπάνω, τις οποίες βλέπω κιόλας να έρχονται. Μόνο που αυτός ο αναβάτης που θα το κάνει αυτό σε δημόσιους δρόμους, όπως χαρακτηριστικά έγραφε και ο φίλος Μπάμπης στο προηγούμενο τεύχος, θα πρέπει να είναι ο Brad Pitt σε ταινία δράσης, ένας σύγχρονος σούπερ-ήρωας, και θα συμπληρώσω ότι κανείς από αυτούς τους ρόλους δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής... Είναι επικίνδυνο να οδηγείς γρήγορα το Streetfighter S μέσα στην πόλη, περισσότερο απ’ ότι τα Triumph και Honda. Ταυτόχρονα όμως είναι και μαγικό γιατί επιταχύνεις και φρενάρεις ακαριαία εκμεταλλευόμενος κάθε εκατοστό ελεύθερου δρόμου στις ελάχιστες αποστάσεις που έχει το αστικό περιβάλλον. Οι αναρτήσεις δεν αφήνουν περιθώριο διόρθωσης λάθους όταν τα λάστιχα δεν καταφέρουν να εκμεταλλευτούν την ελάχιστη πρόσφυση που προσφέρει η ελληνική άσφαλτος. Ο εμπρός τροχός μπορεί εύκολα να φύγει δεξιά ή αριστερά στο απότομο φρενάρισμα, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προειδοποίηση, αλλά για τα δεδομένα των τεράστιων 330mm δίσκων η λειτουργία του είναι αποδεκτά προοδευτική. Πίσω βέβαια το φρένο αποτελεί την επιτομή της προοδευτικότητας, δουλεύει απροβλημάτιστα με το μπλοκάρισμα να έρχεται πολύ αργά όταν ταυτόχρονα δεν λείπει η δύναμη και το αρχικό δάγκωμα είναι ικανοποιητικό. Το Streetfighter S ελαττώνει ταχύτητα στο άγγιγμα μανέτας και λεβιέ με τέτοιο ρυθμό που είναι σαν να άνοιξε αλεξίπτωτο, όμως χρειάζεται σύνεση σε οποιαδήποτε άσφαλτο δεν είναι καινούρια ή δεν προσφέρει κράτημα πίστας, στην συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνικών δρόμων δηλαδή.

Η σέλα της Honda είναι επίσης άνετη και στεγνώνει γρήγορα.

 

Στον αντίποδα υπάρχει το CB1000R, η μοτοσυκλέτα που χαίρεσαι να φρενάρεις σε στεγνό ή βρεγμένο, ακόμα και σε χαλίκι. Πολύ δύσκολα θα βρεθεί τερέν που το σύστημα C-ABS δεν θα ανταποκρίνεται με απόλυτη ακρίβεια χωρίς περιττή ανάδραση στα χειριστήρια. Το νεότερο Speed Triple που μόλις απέκτησε έκδοση με ABS δεν μπορεί να συγκριθεί σε αυτό τον τομέα με την Honda που παραδίδει μαθήματα συμπεριφοράς στο φρενάρισμα. Βέβαια δεν μπορεί να τα έχει κανείς όλα, θα ήταν υπέροχο να μπορείς ν’ απενεργοποιήσεις άμεσα το ABS σε αυτές τις μοτοσυκλέτες, όπως γίνεται σε όλες σχεδόν τις on-off. Αυτό αφαιρεί πόντους από το παιχνίδι, ιδιαίτερα όταν απέναντι έχεις το Ducati που και κορυφαία φρένα διαθέτει, και δυνατά είναι, ενώ μπορεί κατά βούληση να διώξει τον πίσω τροχό ή να ντριφτάρει χωρίς να χρειάζεται ν’ αλλάξει σχέση στο κιβώτιο.

Η σέλα της Streetfighter είναι η ιδανικότερη...για να φοράτε φόρμα και να "γλιστράτε" στην πίστα! 

 

Όσο ο ρυθμός ανεβαίνει, όσο η οδήγηση του αναβάτη αρχίζει να πλησιάζει τα όρια του χουλιγκανισμού τόσο πιο ευδιάκριτες αρχίζουν να γίνονται οι διαφορές των τριών μοτοσυκλετών. Triumph και Honda βρίσκονται κοντά, ενώ αρκετά μακριά τους ίσα που ξεχωρίζει το πίσω φως του Streetfighter. Αρκεί μισή περιστροφή του γκαζιού για να εξαφανιστεί το Ducati από το οπτικό πεδίο των άλλων δύο. Σκεφτείτε το: Σχεδόν είκοσι κιλά ελαφρύτερο από το CB1000R και κοντά τριάντα από το Speed Triple με 26 και 15 περισσότερους ίππους αντίστοιχα, η αίσθηση στο άνοιγμα του γκαζιού γίνεται από ένα σημείο των στροφών και μετά μη συγκρίσιμη. Έτσι ήταν κάποτε όλα τα γυμνά, ατίθασα και γρήγορα όπως το Streetfighter, άλλωστε τότε αυτό ήταν και το όνομα της κατηγορίας ολόκληρης, "Streetfighters". Άλλαξαν πολλά όταν εισήχθη ο γενικός όρος naked και οι μοτοσυκλέτες της κατηγορίας άρχισαν να θυμίζουν λίγο τα café racers που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία από το ’60 και μετά. Η καθημερινή χρήση δεν γίνεται μετά κόπων και βασάνων, αυτό αργά ή γρήγορα οδηγεί σε κούραση. Χρειάζεται μια μοτοσυκλέτα που δεν πρόκειται να "βράσει" και να χάσει απόδοση ο συμπλέκτης όταν θα βρεθεί κολλημένη στο ίδιο σημείο στην ασφυκτική κίνηση. Αυτά που προσφέρουν οι καινούριες naked ήταν κάποτε όνειρα που με διάφορες πατέντες οι ιδιοκτήτες των custom streetfighter έψαχναν να τα πραγματοποιήσουν. Το κέντρο των πόλεων δεν τους τρομάζει πλέον, ένα tank ή tail bag παραδείγματος χάριν, δεν πρόκειται να ξεβάψει πλαστικά και μέταλλα μετά την δεύτερη - τρίτη φορά που θα χρησιμοποιηθεί. Η χρήση των naked δεν είναι περιοριστική όπως των γυμνών superbike, των Streetfighters δηλαδή, αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε Ducati από τη μία πλευρά και Triumph και Honda από την άλλη. Οι παραχωρήσεις που πρέπει να κάνει κανείς δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων, που είναι και ο βασικότερος παράγοντας εδώ που τα λέμε, αλλά και χρήσης.

 

Naked for ever!

Τους λιγότερους συμβιβασμούς πάντως τους κάνεις με το Speed Triple. Ειδικά τώρα που με την προσθήκη του ABS έχει έρθει πιο κοντά στην επιτομή της λειτουργικότητας, που στην κατηγορία αυτή πρεσβεύεται από το CB1000R. Σε καμία περίπτωση δεν έχει το αγγλικό ABS τον ίδιο βαθμό αποτελεσματικότητας με το CB1000R, ωστόσο τα φρένα του Triumph είναι προοδευτικά και δουλεύουν τόσο καλά από μόνα τους, που απλώς το ABS προσφέρει το ψυχολογικό εχέγγυο της ασφάλειας που χρειάζεται ο αναβάτης για να αυξήσει ρυθμό. Το Speed Triple είναι η naked με την οποία μπορείς να ταξιδέψεις κιόλας, η πρόσθετη ζελατίνα της εταιρείας που είχε η μοτοσυκλέτα της δοκιμής δεν προσφέρει κάποια σπουδαία προστασία, σε σημείο μάλιστα που η συνεισφορά της στην άνεση είναι μηδενική, περισσότερο ο όγκος είναι αυτός που σε προδιαθέτει να βγεις στον ανοικτό δρόμο. Ανεβαίνοντας από το Streetfighter κατευθείαν στο Speed Triple είναι σαν να βρέθηκες σε on-off! Από εκεί που τα πόδια ήταν τόσο κλειστά όσο σχεδόν στο περπάτημα και εφάρμοζαν στο ρεζερβουάρ με το βάρος του σώματος να πέφτει μπροστά φορτίζοντας τους καρπούς, στην αγγλική μοτοσυκλέτα θέλεις λίγο χρόνο αναπροσαρμογής. Στο Speed Triple κάθεσαι το ίδιο επιθετικά όπως και στο Streetfighter αλλά λιγότερο ακραία και όλα είναι πιο μεγάλα. Όλες οι αποστάσεις, το ρεζερβουάρ, η σέλα, φαντάζουν μακρύτερα από το σώμα και τα πόδια του αναβάτη, τόσο που το Speed Triple μπροστά στα άλλα δύο αδικείται. Φαντάζει μοτοσυκλέτα άλλης κατηγορίας, και είναι σημαντικά πιο βαρύ. Όλα αυτά στο ταξίδι βέβαια είναι επιθυμητά, μέσα στην πόλη όμως όχι και τόσο.

Δεν υπάρχει ομορφότερο θέαμα από το χωροδικτύωμα της Ducati με τα carbon καλύμματα των ιμάντων των εκκεντροφόρων και τα καπάκια από μαγνήσιο. Δεν επικρατεί απόλυτη τάξη αλλά αυτό είναι μια πολύ μικρή λεπτομέρεια

 

Εκεί είναι το πεδίο δράσης του CB1000R, το οποίο παρόλο που είναι μινιμαλιστικό σαν γυμνό 600 κυβικών τοποθετεί το σώμα του αναβάτη σε πιο όρθια θέση και υπάρχει χώρος για τα γόνατα χωρίς τα πόδια να διπλώνουν πολύ. Ταυτόχρονα, ο αναβάτης του Streetfighter αρχίζει να ιδρώνει και να πονάνε τα χέρια του από την προσπάθεια να διατηρήσει ροή ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ενώ εκείνος του Speed Triple έχει σταματήσει κάπου πιο πίσω γιατί το τιμόνι του δεν κόβει καθόλου. Παράλληλα ο αναβάτης του CB1000R έχει φτάσει ήδη στην καφετέρια, έχει παραγγείλει κιόλας, και με το πεδίο ελεύθερο μπορεί να ξεκινήσει το ευγενές άθλημα του καμακώματος. Έχει αρκετό χρόνο μέχρι να φανεί το Streetfighter S που θα χαλάσει όλη τη δουλειά.

Στο αντίποδα η Honda καλύπτει όλες τις λεπτομέρειες

 

Είναι απίστευτο και πραγματικά χρίζει διερεύνησης, αλλά οι γυναίκες, και μιλάμε για αυτές που δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο, δεν θα δουν τρεις μοτοσυκλέτες. Ακόμα καλύτερα δεν θα δώσουν καμία σημασία σε αυτά τα "πράγματα" που τους ενοχλούν πάνω στο πεζοδρόμιο μέχρι να εμφανιστεί το Streetfighter! Κανείς δεν μπορεί με σιγουριά πάντως να καταλήξει αν το Ducati ξεχωρίζει λόγο τιμής ή λόγο design, γιατί έχει και τα δύο σε πληθωρικό βαθμό. Προσθέστε την ανωτερότητα έναντι των άλλων γυμνών σε πίστα (και μόνο) και έχετε το λόγο ύπαρξης αυτής της μοτοσυκλέτας. Track days και οφθαλμόλουτρο!

Στη γρήγορη οδήγηση πάντως σε επαρχιακό δρόμο Triumph και Honda μάχονται στενά για την δεύτερη θέση. Η ανωτερότητα του Speed Triple έναντι του CB1000R είναι δεδομένη, απλώς η ψαλίδα μικραίνει ανάλογα με τις προτιμήσεις του αναβάτη. Σε όποιον αρέσουν οι βόλτες και δεν κυνηγά τα χρονόμετρα, ή τα χιλιόμετρα μέσα στις στροφές, θα εντυπωσιαστεί από το CB1000R και θα ζηλέψει τους χώρους και τον όγκο του Speed Triple. Όποιος όμως θέλει να οδηγεί γρήγορα θα λατρέψει την αγγλική μοτοσυκλέτα και την ακρίβεια που προσφέρει το εκπληκτικό πιρούνι της Showa μαζί με την στιβαρότητα του πλαισίου. Οι συχνές αλλαγές σχέσεων στο Triumph αποτελούν βέβαια ένα διπλωματικό θέμα ανάμεσα σε λεβιέ και παπούτσι. Αν και ο συμπλέκτης δεν είναι ιδιαίτερα σκληρός, εκτός και αν τον συγκρίνεις απευθείας με αυτόν του CB που είναι απαλός σαν μαργαρίνη, οι ταχύτητες κουμπώνουν ηχηρά και χρειάζονται δύναμη. Οι αλλαγές χωρίς τη χρήση συμπλέκτη είναι για το Honda μια φυσιολογική υπόθεση στο μαλακό και ακριβές κιβώτιο, όμως για το Triumph αυτό είναι μια πράξη σύντομου πολέμου σε τακτική Falkland και προβάλει σθεναρή αντίσταση. Η συζήτηση αυτή απλώς αφήνει απ’ έξω το Ducati που το μόνο που αντιπαθεί είναι οι αλλαγές έξω από την ωφέλιμη περιοχή του στροφόμετρου όπου παρουσιάζει έντονους κραδασμούς, ακούγεται η αλυσίδα, και γενικά τρέμει και σείεται συθέμελα μέσα σ’ ένα σωρό μηχανικούς θορύβους. Όσο το οδηγείς σε γρήγορο ρυθμό όλα συντονίζονται μαγικά μεταξύ τους και το Streetfighter S αρχίζει να δικαιολογεί το υπέρογκο ποσό που κοστίζει.

Η Triumph δεν ασχολείται ιδιαίτερα με την εμφάνιση του κινητήρα, τον αφήνει αυθεντικό...

 

Το traction control των Ιταλών είναι επίσης αυτής της λογικής. Στην περισσότερο παρεμβατική θέση κόβει πιο ομαλά την επιτάχυνση τη στιγμή που οκτώ θέσεις πιο πάνω μπορεί να αφήσει τον εμπρός τροχό να σηκωθεί αρκετά αλλά θα επέμβει πολύ πιο απότομα. Το χειρότερο με το traction control της έκδοσης S όμως είναι ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί ή ν’ απενεργοποιηθεί με τον κινητήρα σβηστό. Αν σε κάποιο φανάρι λοιπόν αποφασίσεις να χαρίσεις θέαμα θα πρέπει να ζητήσεις συγνώμη να σβήσεις και ν’ αρχίσεις να παίζεις με τους διακόπτες αριστερά με κάθε αλλαγή να απαιτεί παρατεταμένο πάτημα... εκνευριστικό.

Εκεί που το Ducati όμως μπορεί, όταν λύσει το θέμα του traction control, να σηκωθεί από το ρελαντί με ελάχιστη περιστροφή του γκαζιού, το CB1000R θα χρειαστεί καλό έλεγχο με το πίσω φρένο γιατί σηκώνεται απότομα σε πολλές στροφές, ενώ το Speed Triple θα ανταμείψει τον αναβάτη του με τις πιο απολαυστικές και ελεγχόμενες σούζες ισχύος. Οι αλλαγές στον κινητήρα του Triumph έφεραν την απαιτούμενη διάρκεια που έλειπε στο προηγούμενο μοντέλο με τις σχέσεις να είναι πλέον σωστά κλιμακωμένες. Οδηγώντας επιθετικά το Speed Triple ο αναβάτης είναι σε εγρήγορση και "ετοιμοπόλεμος", την ώρα που στο Ducati κερδίζει σε κάθε χιλιόμετρο άσπρες τρίχες και στο Honda παραμένει ξεκούραστος όσο ψηλά και αν στριφογυρίζει ο δρόμος. Το CB1000R είναι η μοτοσυκλέτα που μπορούν όλοι να την οδηγήσουν γρήγορα και αυτό δεν λέγεται υποτιμητικά, όπως δεν είναι και διαφήμιση να λες ότι το Ducati μπορεί να οδηγηθεί πραγματικά γρήγορα από μια χούφτα αναβατών στην Ελλάδα. Αν το βλέπετε έτσι τότε μακάρι ν’ ανήκετε σε αυτούς τους λίγους, διαφορετικά διαπράττετε το ίδιο λάθος με αυτό που λέγαμε στην αρχή. Οπαδοποίηση: "το υποστηρίζω γιατί είναι κόκκινο και Ιταλικό". Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, δεν χρειάζεται να είναι όλες οι γυμνές μοτοσυκλέτες δύστροπες και επικίνδυνες σε συνθήκες δημόσιου δρόμου, να μην συγχωρούν λάθη για να μπορούν να πλαγιάσουν σε μοίρες που είναι απαγορευτικές εκτός πίστας.

Ντάμα σπαθί

Η γεωμετρία και η απολυτότητα ξυραφιού που έχει το Streetfighter και ο τρόπος που τοποθετεί τον αναβάτη στη σέλα, ψηλά και πάνω στη μοτοσυκλέτα, είναι ιδανικές για όταν χρειάζεται να βγει το σώμα εκτός, και να πλαγιάσει απότομα η Ducati εναλλάσσοντας γρήγορα κλίσεις. Σε πόσους ελληνικούς δημόσιους δρόμους μπορεί να γίνει αυτό με μια σχετική ασφάλεια; Speed Triple και CB1000R είναι ιδανικότερες μοτοσυκλέτες για κάθε μέρα χωρίς να υστερούν σε επιδόσεις. Οι διαφορές ανάμεσα στις τρεις μόνο στην πίστα μπορούν να γίνουν αισθητές καθώς στο δρόμο τα νούμερα λένε διαφορετική αλήθεια. Κοιτάξτε τις μετρήσεις του Triumph, στα τετρακόσια μέτρα είναι μόλις οκτώ κλάσματα του δευτερολέπτου πιο αργό από το Ducati, ενώ στο πρώτο χιλιόμετρο Speed Triple και CB1000R θα είναι δίπλα-δίπλα, μόλις μισή μοτοσυκλέτα μήκος πίσω από το Streetfighter S. Αυτό που δεν μπορούν να φανερώσουν τα νούμερα είναι η αίσθηση που έχει το ιταλικό superbike, συγνώμη το streetfighter... Τελικά η αγγλική μοτοσυκλέτα έχει καταφέρει να συμπληρώσει το πιο ολοκληρωμένο πακέτο, δεν υστερεί σε επιδόσεις, έχει κορυφαία φρένα, παρόλο που το ABS της είναι χειρότερο από της Honda, και μπορεί να ταξιδέψει μέσα σε λογικά όρια. Ταυτόχρονα η CB1000R πρέπει να είναι αυτή τη στιγμή η ταχύτερη μοτοσυκλέτα όταν στη διαδρομή περιλαμβάνονται φανάρια, ελιγμοί ανάμεσα σε σταματημένα αυτοκίνητα και γενικά οτιδήποτε μπορεί να μπλοκάρει τους δρόμους μια πόλης. Οι naked έχουν πλέον εξελιχθεί και περάσει σε επόμενο στάδιο από εκείνων των custom streetfighter, προσφέροντας επιδόσεις, συγκίνηση και καθημερινή χρηστικότητα και το Speed Triple είναι αυτή τη στιγμή το καλύτερο παράδειγμα. Όμως στο περιοδικό όλοι μαλώναμε για τα κλειδιά της Ducati… Η εμφάνιση και ο χαρακτήρας είναι μεγάλος μαγνήτης και η μοτοσυκλέτα, είπαμε, παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με το συναίσθημα...

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Triumph Speed Triple 1050 ABS
Αντιπρόσωπος:
Ηλιοφίλ ΑΕΕ
Τιμή:
€13.790
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος
2.086mm
Ύψος
1.033mm
Μεταξόνιο
1.435mm
Απόσταση από το έδαφος
 
-mm
Ύψος σέλας
820mm
Ίχνος
90,9mm
Γωνία κάστερ
22,8°
Απόσταση σέλας - τιμονιού
730mm
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ
500mm
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού
900mm
Απόσταση πίσω σέλας -πίσω μαρσπιέ
480mm
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
221 kg
(χωρίς καύσιμο: 207,9 kg)
Πίσω
49,2%
Εμπρός
50,8%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
1,5%
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινίου, σωληνωτό περιμετρικό
Πλάτος (mm):
728
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/216
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, τρικύλινδρος σε σειρά, με 4 Β/Κ, 2 ΕΕΚ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
79x71,4
Χωρητικότητα (cc):
1.050
Σχέση συμπίεσης:
12:0,1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
135 / 9.400
Ροπή (kg.m/rpm):
11,6 / 7.550
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
136,3
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός Keihin
Σύστημα εξαγωγής:
3 σε 2 με καταλύτη
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,750
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα / 2,333
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
2,733 / 11
1,947 / 15
1,545 / 19
1,292 / 23
1,154 / 25
1,074 / 27
 
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ρύθμιση βαλβίδων (km):
12.000
Αλλαγή λαδιού (km):
Στα πρώτα 1.000 και κάθε 6.000
 
 
Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):
Τύπου φυσιγγίου / 12.000
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Km/h
Sec
Μέτρα
0-50
1,65
11,13
0-100
3,56
51,26
0-150
6,03
139,29
0-200
10,48
359,79
0-250
-
-
 
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Μέτρα
Sec
Km/h
0-400
11,19
202,50
0-1.000
20,81
234,79
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
80-140
2,56
77,93
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)
Km/h
6η
40-80
2,62 / 43,60
3,03 / 49,88
 
80-120
2,56 / 71,41
2,89 / 80,58
3,76 / 104,73
120-160
2,93 / 113,99
3,47 / 135,71
4,53 / 176,79
160-200
4,06 / 205,34
4,19 / 210,18
5,90 / 296,61
200-240
-
-
-
 
ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
120-40
2,28
51,28
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
1,6
Πραγματικά
1,69
1,79
 
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ με μοχλικό
Διαδρομή (mm):
134
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
5,5x17
Ελαστικό:
180/55-17 Metzeler Racetech interact
Πίεση:
38psi
ΦΡΕΝΟ
Αεριζόμενος δίσκος 220mm με δαγκάνα 2 εμβόλων
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ταχύμετρο, στροφόμετρο, ολικός και δύο μερικοί χιλιομετρητές, ρολόι, ψηφιακός δείκτης βενζίνης / ρεζέρβας, immobilizer
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή / Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5x17
Ελαστικό:
120/70-17 Metzeler Racetech interact
Πίεση:
36psi
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 320mm με ακτινικές δαγκάνες Brembo τεσσάρων εμβόλων
 
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
7,6
Ελάχιστη
6,2
Μέγιστη
9,6
Αυτονομία:
223
Αυτονομία ρεζέρβας:
45
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17,4/3,2
 
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ               HONDA CB 1000R ABS
Αντιπρόσωπος:
ΓΕΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (Μέλος του Ομίλου Σαρακάκη)
Τιμή:
€12.150
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.105
Ύψος (mm):
1.095
Μεταξόνιο (mm):
1.445
Απόσταση από το έδαφος (mm):
130
Ύψος σέλας (mm):
825
Ίχνος (mm):
99
Γωνία κάστερ (˚):
25
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
730
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
470
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
880
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
360
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
222kg
(χωρίς καύσιμο: 209,25)
Πίσω
51,3%
Εμπρός
48,7%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
0%
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Χυτό αλουμινένιο, μονής ραχοκοκαλιάς
Πλάτος (mm):
785
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/ 222 με ABS (217 χωρίς ABS)
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, τετρακύλινδρος σε σειρά με 4 Β/Κ και 2 ΕΕΚ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
75x56,5
Χωρητικότητα (cc):
998
Σχέση συμπίεσης:
11,2:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
125 / 10.000
Ροπή (kg.m/rpm):
10,2 / 8.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
125,2
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός με σώματα 36 χιλιοστών
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός, πολύδισκος, με υδραυλική οδήγηση
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,604
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα 530 / 2,750 (44/16)
 
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
1η
2,538 (33/13) / 10,6
2α
1,941 (33/17) / 134
3η
1,579 (30/19) / 17
4η
1,363 (30/22) / 20
5η
1,217 (28/23) / 22
6η
1,115 (29/26) / 24
 
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ρύθμιση βαλβίδων (km):
24.000
Αλλαγή λαδιού (km):
Στα πρώτα 1.000 και κάθε 6.000
Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):
3,6 / -
Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):
Τύπου φυσιγγίου / 12.000
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Km/h
Sec
Μέτρα
0-50
1,53
9,82
0-100
3,11
43,04
0-150
5,54
128,57
0-200
10,45
371,69
0-250
 
 
 
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Μέτρα
Sec
km/h
0-400
10,95
203,91
0-1.000
20,81
227,59
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
80-140
2,50
77,91
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)
Km/h
4η
5η
6η
40-80
2,83/47,25
3,51/57,85
-
80-120
26,3/73,11
3,45/95,74
3,80/104,93
120-160
2,60/101,06
3,54/138,17
3,81/147,97
160-200
3,61/181,90
3,88/195,17
4,22/211,92
 
ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
120-40
2,41
53,38
 
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
1,77
Πραγματικά
1,86
1,98
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Μονόμπρατσο ψαλίδι με μονό αμορτισέρ της Showa χωρίς μοχλικό
Διαδρομή (mm):
128
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
5,5 x 17’’
Ελαστικό:
180/55-17
Πίεση:
36psi
ΦΡΕΝΟ
Μονός δίσκος 256mm με δαγκάνα δυο εμβόλων και ABS
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ψηφιακό πάνελ με τρεις οθόνες για ταχύμετρο, στροφόμετρο, ολικό και δύο μερικούς χιλιομετρητές, immobilizer, δείκτη βενζίνης, θερμοκρασία νερού, ρολόι και ενδεικτικές λυχνίες νεκράς, μεγάλης σκάλας φώτων, φλας, ABS, τσεκ κινητήρα
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι της Showa, HMAS cartridge
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/ 43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης / επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 x 17’’
Ελαστικό:
120/70-17
Πίεση:
34psi
ΦΡΕΝΟ
Δυο δίσκοι 310 χιλιοστών με δαγκάνες Nissin τριών εμβόλων για την έκδοση ABS-CBS (ακτινικές δαγκάνες Tokico τεσσάρων εμβόλων για τη στάνταρ έκδοση)
 
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
7,1
Ελάχιστη
5,9
Μέγιστη
8,4
Αυτονομία μέγιστη (km):
201,1
Αυτονομία ρεζέρβας (km):
47,3
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17/4
 
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ               Ducati Streetfighter S
Αντιπρόσωπος:
Hellinmoto ΑΒΕΕΟ
Τιμή:
 €21.600
Εγγύηση:
2 χρόνια
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος
2.120mm
Ύψος
1.114
Μεταξόνιο
1.475mm
Απόσταση από το έδαφος
-
Ύψος σέλας
840mm
Ίχνος
-
Γωνία κάστερ
25,6°
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
700
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
500
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
900
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
500
 
ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ
197,5kg
(χωρίς καύσιμο: 185,1kg)
Πίσω
51,5%
Εμπρός
48,9%
Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:
+14,4%
 
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο (ALS450), χωροδικτύωμα σωληνωτής διατομής
Πλάτος (mm):
-
Βάρος κατασκευαστή, κενή (kg):
169 (167)
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, δικύλινδρος V90°, υγρόψυκτος με 4 Β/Κ, δεσμοδρομικός
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
 
104x64,7
Χωρητικότητα (cc):
1.099
Σχέση συμπίεσης:
12,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
155 / 9.500
Ροπή (kg.m/rpm):
11,7 / 9.500
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
139,8
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός Marelli (ελλειπτικής διατομής)
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1 σε 2 με καταλύτη και δυο αισθητήρες “λ”, με λαιμούς και τελικά από ανοξείδωτο ατσάλι (Euro 3)
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ με αντλία λαδιού
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Ξηρός, πολύδισκος, με υδραυλική τρόμπα
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Γρανάζια / 1,840
Τελική μετάδοση / σχέση:
Αλυσίδα / 2,533
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
1η
2,466/12
2α
1,764/15
3η
1,300/20
4η
1,090/24
5η
1,043/25
6η
0,880/29
 
ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Ρύθμιση βαλβίδων (km):
-
Αλλαγή λαδιού (km):
-
Ποσότητα λαδιού με/χωρίς φίλτρο (l):
-
Φίλτρο λαδιού / αλλαγή (km):
-
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Km/h
Sec
Μέτρα
0-50
1,75
11,62
0-100
3,67
51,93
0-150
6,04
136,31
0-200
9,58
311,82
0-250
 
 
 
ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ
Μέτρα
sec
km/h
0-400
11,11
214,43
0-1.000
20,45
241,36
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ
Km/h
sec
Μέτρα
80-140
2,57
79,08
 
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)
Km/h
6η
40-80
2,27/63,16
2,82/77,83
-
80-120
2,66/103,83
3,19/124,71
-
120-160
3,18/160
4,4/226,42
-
160-200
-
10,76/676,52
-
 
ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ
Km/h
Sec
Μέτρα
120-40
2,29
50,91
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
1,08
1,2
Πραγματικά
1,33
1,43
 
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
ΠΙΣΩ
ΤΥΠΟΣ
Ένα αμορτισέρ της Showa (Ohlins), μοχλικό
Διαδρομή (mm):
127
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Έξι ιντσών, Ducati design, δέκα μπράτσων από χυτό αλουμίνιο (Marchesini)
Ελαστικό:
190/55-17 Pirelli Diablo Corsa III
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 245mm με δαγκάνα δυο εμβόλων
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Oθόνη με στροφόμετρο, ταχύμετρο, ρολόι, πρόγραμμα προειδοποίησης service, λαμπάκι χαμηλής πίεσης και θερμοκρασίας λαδιού, δείκτη βενζίνης / ρεζέρβας, θερμοκρασίας λαδιού / νερού, λαμπάκι νεκράς / φλας, ένδειξη μέσης ωριαίας ταχύτητας, μέσης κατανάλωσης / trip ρεζέρβας, immobilizer και υποδοχή για το σύστημα DDA-Ducati Data Analyzer, σταμπιλιζατέρ (DTC- Ducati Traction Control).
 
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
ΕΜΠΡΟΣ
ΤΥΠΟΣ
Ανεστραμμένο πιρούνι Showa με επίστρωση TiO (Ohlins με επίστρωση TiN)
Διαδρομή / Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 ιντσών, Ducati design, δέκα μπράτσων από χυτό αλουμίνιο (Marchesini)
Ελαστικό:
120/70-17
ΦΡΕΝΟ
Δυο δίσκοι διαμέτρου 330mm με ακτινικές, τετραέμβολες, monobloc δαγκάνες της Brembo
 
ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ
 
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ
Κόφτης:
10.400
Μέγιστη ισχύς:
9.900
 
 
1η
109
2α
153
3η
207
4η
247
5η
258
6η
306
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
8
Ελάχιστη
7
Μέγιστη
10
Αυτονομία:
212
Αυτονομία ρεζέρβας:
37,5
Ρεζερβουάρ/ρεζέρβα (lt):
17/3

Ετικέτες