ΔΟΚΙΜΗ: Ducati Scrambler Icon (2015-2018)

Το Scrambler της έριδος
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

20/9/2018

 

Το 2015 η Ducati μπήκε στο χορό των neoretro, δημιουργώντας μια ολόκληρη σειρά μοντέλων υπό την ονομασία Scrambler. Μάλιστα για να τονίσει ακόμα περισσότερο πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει αυτή την κατηγορία, παρουσίασε τα Scrambler ως ξεχωριστή μάρκα σε σχέση με την Ducati. Εμείς οδηγήσαμε πρώτα την έκδοση Scrambler κι αυτές είναι οι εντυπώσεις που μας είχε αφήσει τότε:  

Ελάχιστες είναι οι φορές που μια μοτοσυκλέτα διχάζει τόσο πολύ το κοινό. Στην προκειμένη περίπτωση του Ducati Scrambler έχουμε το εξής πεδίο διαφωνίας: πρόκειται για ένα  fashion icon ή για μια πραγματική μοτοσυκλετιστική αξία; Μην προσπαθήσετε να δώσετε την απάντηση με τη λογική του άσπρου-μαύρου. Εδώ το γκρι έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία κι από τις πενήντα αποχρώσεις του μαζί

Από τη μια μεριά, μέσα σε μια εβδομάδα ήταν δύσκολο να συντελεστεί στιλιστική μεταμόρφωση. Τα γένια δεν θα προλάβαιναν να μεγαλώσουν τόσο πολύ και η παρουσία φράντζας στη δική μου περίπτωση είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η γκαρνταρόμπα μου θα έχριζε ριζικής ανανέωσης και τα χίπστερ-στέκια μου είναι δυστυχώς άγνωστα.

Από την άλλη, γιατί θα έπρεπε κάποιος να ακολουθήσει της επιταγές του τμήματος μάρκετινγκ της Ducati για να οδηγήσει το Scrambler; Επειδή μια παρέα πέντε ατόμων συνέδεσε τη χίπστερ τάση με την αναβίωση του ιστορικού ονόματος στα διαφημιστικά φυλλάδια και στα βίντεο που συνοδεύουν την προώθηση του μοντέλου, θα πρέπει να ανήκει σ' αυτή την "κουλτούρα" για να το ευχαριστηθεί; Μήπως το Scrambler τείνει να γίνει δημοφιλές για τους λάθος λόγους κι όχι γι' αυτό που πραγματικά είναι; Και εν τέλει, τι είναι αυτό που ουσιαστικά μετράει σε μια τέτοια μοτοσυκλέτα; Το στιλ ή αυτό που προσφέρει; Αρνούμενος να φτιάξω ρεβέρ στα τζιν μου, να γεμίσω την ντουλάπα μου με καρό πουκάμισα και να μείνω αξύριστος, αποφάσισα να εξερευνήσω την δεύτερη πτυχή του προβληματισμού αναζητώντας την αλήθεια μέσα στις αερόψυκτες πιστονιές του δικύλινδρου "L", αντί στην δημιουργία ενός κατάλληλου image.

Φτιαγμένο να αρέσει

Το Scrambler είναι ένα ιστορικό όνομα για την Ducati, αντιπροσωπεύοντας μια ολόκληρη οικογένεια μοτοσυκλετών της δεκαετίας του '60 και το '70, φτιαγμένες κατόπιν ειδικής απαίτησης του τότε Αμερικανού dealer της φίρμας, προκειμένου να αντιμετωπίσει την επέλαση των αντίστοιχων βρετανικών χωματερών μοτοσυκλετών στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Σήμερα, η σχέση του σύγχρονου Scrambler με αυτήν την παράδοση είναι μόνο… το όνομα. Τώρα, έχουμε να κάνουμε με μια entry level μοτοσυκλέτα που με το άλλοθι της κληρονομιάς φιλοδοξεί να μεταφέρει μια "μυρωδιά" από Ducati στους αμύητους. Τυλιγμένο σε ένα νέο-ρετρο-χίπστερ περιτύλιγμα, προσφέρει τις βασικές αξίες που πρεσβεύει η ιταλική εταιρεία, ποντάροντας από τη μια μεριά στην απλότητα της κατασκευής και από την άλλη στην οικογενειακή ταυτότητα που φιλοδοξεί να δημιουργήσει η σειρά των Scrambler με όλη την προίκα που τη συνοδεύει.

Ο σχεδιασμός της μοτοσυκλέτας δανείζεται μεν στοιχεία από το παρελθόν, που πιο πολύ έχουν να κάνουν με την λιτότητα του εξοπλισμού, αλλά από την άλλη διαθέτει και τη σύγχρονη θεώρηση για το τι σημαίνει απλό και λιτό. Το Icon, που είναι η πιο βασική από τις τέσσερις εκδόσεις, διαθέτει και τις λιγότερες επεμβάσεις από το εργοστάσιο προσφέροντας μια αρκετά ικανοποιητική βάση για customizing. Οι χυτές αλουμινένιες ζάντες δεν είναι ίσως από τα στοιχεία που κρατούν δεσμούς με την παράδοση, ούτε και το ψαλίδι-μπανάνα που θυμίζει περισσότερο τα αντίστοιχα των Kawasaki ER-6. Το όμορφο και απλό σε σχεδιασμό ρεζερβουάρ είναι αυτό που ουσιαστικά διαμορφώνει και όλη τη μορφή του Scrambler, καθώς με την αντικατάσταση των δύο μεταλλικών καπακιών που έχει εκατέρωθεν (η Ducati προσφέρει πολλές επιλογές στο συγκεκριμένο θέμα) δίνει και διαφορετικό στιλ. Το πλαίσιο δεν είναι το κλασικό χωροδικτύωμα που γνωρίζουμε, αλλά μια πιο βασική έκφανση της συγκεκριμένης μεθόδου που χρησιμοποιεί τον αερόψυκτο V-2 ως ενεργό μέλος του. Το υπόλοιπο σύνολο ολοκληρώνεται από ένα μικροσκοπικό φτερό εμπρός, το τιμόνι, τη σέλα, την επίσης μικροσκοπική ουρά και τις αναρτήσεις. Διαθέτει δηλαδή τα απολύτως απαραίτητα δομικά στοιχεία που χρειάζεται για να χαρακτηρισθεί ως μοτοσυκλέτα. Δεν υπάρχει τίποτε περιττό επάνω του, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως αυτή του ψηφιακού οργάνου- μάλλον οι σχεδιαστές του Scrambler το έχουν παρακάνει. Μάλιστα, το συγκεκριμένο όργανο αποτελεί και μια από τις λίγες παραφωνίες, καθώς η επιλογή για μόνο ψηφιακές ενδείξεις (που οι μισές δεν είναι και ευανάγνωστες) καταγράφεται ως φάουλ, ενώ από την άλλη, o στρογγυλός προβολέας με τα led φώτα θέσης περιμετρικά δίνει έναν πόντο στην σχεδιαστική ομάδα του Scrambler.

Οι μικρές συνολικές διαστάσεις της μοτοσυκλέτας, συνηγορούν κι αυτές –όσο και αν ακούγεται παράξενο- στο να γυρίσουν τα βλέμματα πάνω της. Ήταν από τις λίγες φορές με μοτοσυκλέτα δοκιμής, που σχεδόν σε κάθε φανάρι σταματούσε κάποιος δίπλα μου να με ρωτήσει γι' αυτήν. Το Scrambler εντυπωσιάζει χωρίς να είναι εντυπωσιακό! Εμφανισιακά ξεχωρίζει γι' αυτήν ακριβώς τη απέριττη εμφάνιση που διαθέτει και ο ήχος που απελευθερώνει το κοντό τελικό που βγαίνει κάτω από τον κινητήρα στη δεξιά μεριά –άλλη μια σχεδιαστική γέφυρα… γκρεμισμένη με το παρελθόν- βοηθά στο να γυρίσουν και όσα κεφάλια αντιστέκονταν στην εικόνα του.

Μπρος στα κάλλη…

Το ποια θα είναι η αρχική εντύπωση που αποκομίζει κάποιος με το που θα βρεθεί πάνω στη σέλα του Scrambler, εξαρτάται και από το εμπειρικό υπόβαθρο που διαθέτει. Για παράδειγμα, οι μη έχοντες σημείο αναφοράς, οι αναβάτες δηλαδή της κατηγορίας "entry level-αρχάριος", θα σταθούν στην ευκολία με την οποία πατούν τα δύο πόδια σταθερά στο έδαφος και το μικρό βάρος που αντιλαμβάνεσαι αμέσως μόλις κλείσει το πλαϊνό σταντ. Οι πιο έμπειροι από την άλλη, θα ξεκινήσουν την κριτική με το πολύ ψηλό τιμόνι που ανεβάζει τους αγκώνες… στ' αυτιά. Η αλήθεια είναι ότι το χαμηλό ύψος σέλας και το φαρδύ και πολύ ψηλό τιμόνι, αρχικά ξενίζουν. Η επιλογή του χαμηλότερου τιμονιού της έκδοσης "Full Throttle" είναι σαφώς πιο ορθολογιστική και είναι απορίας άξιο γιατί δεν προτιμήθηκε σε όλες τις εκδόσεις του Scrambler.

Το μεγαλύτερο ύψος δεν συνεπάγεται και καλύτερο μοχλό, ούτε νομίζω ότι θα διευκολύνει περισσότερο όλους αυτούς που ονειρεύονται να το οδηγούν όρθιοι ντριφτάροντας στους χωματόδρομους. Ακόμη κι αν ήμασταν διατεθειμένοι να παραβλέψουμε σχεδιαστικά ατοπήματα για χάρη του στιλ, η αλήθεια είναι ότι και στιλιστικά το χαμηλότερο τιμόνι θα ήταν προτιμότερο. Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη διαμόρφωση της θέσης οδήγησης, τα μαρσπιέ τοποθετούν τα πόδια ψηλά και σχετικά πίσω, η σέλα σε βάζει "μέσα" στην μοτοσυκλέτα και το στενό ρεζερβουάρ επιτρέπει στα γόνατα να "εγκλωβίσουν" το Scrambler. Το αποτέλεσμα είναι ότι το δικύλινδρο της Ducati εκτελεί άμεσα τις εντολές του αναβάτη του και η παραμικρή μετατόπιση του βάρους του σημαίνει ταυτόχρονη αλλαγή της κατεύθυνσης. Το φαρδύ τιμόνι προσφέρει πολύ καλό έλεγχο, και μέσα στην κίνηση το Scrambler ελίσσεται με απίστευτη ευκολία και χάρη, ενώ και το μεγάλο κόψιμο του τιμονιού βοηθά τα μάλα στο ασφυκτικό περιβάλλον της πόλης.

Ο μπροστινός τροχός των 18'' σε συνδυασμό με το ελαστικό της Pirelli MT60RS (έστω και αν κατασκευάζεται στην Κίνα), εμπνέει σιγουριά και αφήνει αρκετά περιθώρια ασφαλείας σε γλιστερούς δρόμους και σαμαράκια που ξεφυτρώνουν στην μέση του πουθενά, με τα γλιστρήματα να αποτελούν άγνωστη έννοια για το Icon. Το θέμα όμως δημιουργείται όταν κληθεί να επέμβει και η μπροστινή ανάρτηση. Η λειτουργία του πιρουνιού των 41mm είναι λάθος, καθώς οι αποσβέσεις δεν λειτουργούν σωστά, με αποτέλεσμα να είναι μεν αρκετά σκληρό σε αίσθηση, αλλά από την άλλη να βυθίζεται χωρίς προοδευτικότητα –και χωρίς, πάντως, να τερματίζει- επηρεάζοντας την ισορροπία της μοτοσυκλέτας και αφαιρώντας πόντους από την άνεση. Είναι από τις πιο εμφανείς προσπάθειες να διατηρηθεί το κόστος χαμηλά, γεγονός που έχει αντίκτυπο και στην συμπεριφορά του. Όσο δεν υπάρχει κάτι που θα απαιτήσει το φιλτράρισμα του πιρουνιού, όλα βαίνουν καλώς και υποδειγματικά. Μόλις όμως παρουσιαστεί η ανάγκη για την συνδρομή του μπροστινού, τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Αντίστοιχα και το αμορτισέρ πίσω, το οποίο δεν συνδυάζεται με μοχλικό αλλά εδράζεται απευθείας στο ψαλίδι, δεν καταφέρνει να σώσει την κατάσταση αν και οι αποσβέσεις του είναι λίγο πιο σφιχτές σε σχέση με του μπροστινού. Η προοδευτικότητα είναι κι εδώ λέξη άγνωστη και η άνεση πάει περίπατο. Δυστυχώς σε αυτό δεν βοηθά και η μαλακή σέλα με το λίγο αφρώδες, καθώς μετά από μισή ώρα οδήγησης αισθάνεσαι ότι τα μαλακά σου μόρια έχουν πάρει το σχήμα του υποπλαισίου.

Ζωηρή… ηρεμία

Το "καλό χαρτί" όμως του Scrambler, είναι ο αερόψυκτος V-2 90° που έχει θητεύσει σε αρκετά μοντέλα της Ducati, με πιο πρόσφατα τα Monster 796 και Hypermotard 796 και πλέον αποτελεί τον "τελευταίο των Μοϊκανών" σε ό,τι αφορά τους αερόψυκτους κινητήρες για το ιταλικό εργοστάσιο. Βέβαια, ο συγκεκριμένος κινητήρας έχει δεχθεί σημαντικές αλλαγές προκειμένου να ταιριάξει με τον χαρακτήρα του Scrambler, όπως το διαφορετικό προφίλ εκκεντροφόρων και ένα σώμα ψεκασμού διαμέτρου 50mm, αντί για τα δύο των 45mm που είχαν τα Monster και Hypermotard. Ο λόγος είναι προφανής: η πιο ήπια απόδοση και η πιο φιλική προσωπικότητα, ιδιαίτερα για τους λιγότερο έμπειρους αναβάτες. Αυτό μεταφράζεται σε 12 άλογα που απέδρασαν από τον "στάβλο" και ένα χιλιογραμμόμετρο ροπής που χάθηκε στην πορεία, αλλά σε αντιστάθμισμα έχουμε πιο γραμμική απόδοση και προοδευτική παροχή της δύναμης. Χαμηλά το σκορτσάρισμα απουσιάζει, αλλά από την άλλη δεν πρόκειται για έναν κινητήρα με αγχολυτικές πιστονιές για ράθυμα cruising στην παραλιακή. Οι ήρεμες βόλτες θέλουν έναν πιο σβέλτο ρυθμό και ο κινητήρας θέλει στροφές για να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Στις μεσαίες και ψηλές στροφές η ροπή είναι ικανή να καταργήσει τις συχνές αλλαγές των ταχυτήτων, οι οποίες γίνονται θετικότατα χάρη στην πολύ καλή λειτουργία του κιβωτίου, αφού από τις 2.200 στροφές και πάνω υπάρχει περισσότερο από το 70% της ροπής διαθέσιμο, και το Scrambler αποκτά μια ροή που βοηθά και τις αναρτήσεις να λειτουργούν πιο ανθρώπινα. Το θετικό με το Scrambler είναι ότι αυτή την ροή, δεν χρειάζεται πολύ και ανοιχτό χώρο για να την εκμεταλλευτεί. Είτε είναι σε κάποιο στενό στροφιλίκι είτε η κίνηση μέσα στην πόλη το επιτρέπει, το δικύλινδρο της Ducati έχει τον συνδυασμό του σωστού ζυγίσματος και των γεμάτων μεσαίων στροφών –με την βοήθεια και των εξαιρετικών ελαστικών- για να προσφέρει απολαυστική οδήγηση… τουλάχιστον μέχρι να διαμαρτυρηθούν τα μαλακά μόρια.

Όταν όμως δεν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, τότε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος άλλες παράμετροι που βγαίνουν στην επιφάνεια και μπορεί να προβληματίσουν τον αναβάτη. Κατ' αρχήν, η απότομη λειτουργία του συμπλέκτη στις εκκινήσεις, δεν είναι αυτό ακριβώς που θα έψαχνε ένας λιγότερο έμπειρος αναβάτης, ενώ η θέση του λεβιέ του φρένου που αναγκάζει το δεξί πόδι σε μια περίεργη στάση-διάστρεμμα για να τον πατήσει σε συνδυασμό με την αρκετή θερμότητα που βγάζει ο κινητήρας, κάνουν επιτακτική την προστασία του αστραγάλου με μποτάκι, ακόμη και το καλοκαίρι. Το σημαντικότερο όμως είναι η σχετικά υψηλή κατανάλωση, καθώς η μέση τιμή της φτάνει τα 6,9 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, ενώ αν σας "γαργαλάει" ο δεξιός καρπός, τα 7,3lt/100km τα έχετε στο τσεπάκι. Αυτό είναι ένα θέμα που στις επερχόμενες τυχόν αλλαγές για να καλυφθούν οι προδιαγραφές Euro4 (τώρα καλύπτει τις Euro3, αλλά στο μέλλον ίσως θα πρέπει να περάσει στην υγρόψυξη), οι μηχανολόγοι της Ducati θα πρέπει να το κοιτάξουν με προσοχή.

Στιλ και άγιος ο Θεός

Παρά το lifestyle περιτύλιγμα και όλα τα ωραία που περιγράφουν τα διαφημιστικά φυλλάδια και βίντεο, το Scrambler είναι μια μοτοσυκλέτα καθαρά για αστική χρήση. Η προστασία από τον αέρα είναι ανύπαρκτη –αν και μέχρι τα 130 χιλιόμετρα την ώρα ο αέρας δεν αποτελεί πρόβλημα- για τουριστικές ανέσεις για μακρινές βόλτες και ταξίδια ούτε λόγος, ενώ η στιλιστική του άποψη δεν προσφέρει ούτε καν γαντζάκια για ιμάντες και χταπόδια για να μπορέσει να δεθεί ένας σάκος.

 

Το Scrambler είναι ταγμένο στην urban φιλοσοφία και εκεί είναι που παίζει εντός έδρας, άντε και στο κοντινό περιαστικό περιβάλλον προς αναζήτηση μιας απολαυστικής διαδρομής.

 

Μην σας μπερδέψει, επίσης, το όνομα του Scrambler, γιατί στο χώμα δεν πρόκειται να σας δώσει κανένα πλεονέκτημα απέναντι σε μια οποιαδήποτε street μοτοσυκλέτα. Τα περιθώρια που αφήνουν τα ελαστικά της Pirelli, καταργούνται από την αδυναμία των αναρτήσεων να ανταπεξέλθουν σε οτιδήποτε πιο απαιτητικό από την καλοστρωμένη άσφαλτο. Θα περάσει από παντού, αλλά μέχρι εκεί.

Από την άλλη, όταν δεν του ζητηθούν πράγματα παραπάνω από αυτά που μπορεί να προσφέρει, θα ανταμείψει τις ρεαλιστικές προσδοκίες του ιδιοκτήτη του με μια ομοιογενή συμπεριφορά. Οι λειτουργίες γίνονται απροβλημάτιστα, ο μαλακός συμπλέκτης δεν πρόκειται να δημιουργήσει πρόβλημα ποτέ, ομοίως τα χειριστήρια και οι διακόπτες δεν θα αποτελέσουν εστία κριτικής –πέρα από την ποιότητά του που θυμίζουν τους αντίστοιχους ξεπερασμένων των γιαπωνέζικων μοτοσυκλετών της δεκαετίας του '80- ενώ και τα φρένα του Scrambler αποδίδουν όπως πρέπει σε όλες τις συνθήκες. Προοδευτικό δάγκωμα και δυνατό φρενάρισμα, τα οποία μάλιστα πέτυχαν εξαιρετικές επιδόσεις στις αντίστοιχες μετρήσεις, παρά την σχετικά "άγαρμπη" λειτουργία του ABS στα οριακά φρεναρίσματα.

Το Scrambler της Ducati, λοιπόν, διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να αφήσει το στίγμα του, όχι για τους λάθος λόγους του lifestyle και της εικόνας, αλλά για αυτά που μπορεί να προσφέρει ως μοτοσυκλέτα.

 

Το μείζον θέμα αφορά την τιμή του, η οποία είναι τουλάχιστον 1.500 ευρώ υψηλότερη από αυτό που θα έπρεπε. Κοντά στα 9.050 ευρώ που κοστίζει η συγκεκριμένη έκδοση του Icon (το κόκκινο για κάποιο λόγο κοστίζει 150 ευρώ φθηνότερα) υπάρχουν πολλές μεγαλύτερες και με πιο ευρύ φάσμα δυνατοτήτων μοτοσυκλέτες, ενώ στην ίδια κατηγορία επιδόσεων, κυβισμού και χρήσης υπάρχουν προτάσεις κατά πολύ φθηνότερες. Στην περίπτωση του Scrambler (μάλιστα, οι υπόλοιπες εκδόσεις κοστίζουν 10.650 ευρώ) φαίνεται πως το ακριβότερό του "εξάρτημα", είναι το image…

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ        Ducati Scrambler Icon (Yellow)

Αντιπρόσωπος:

Kosmocar Α.Ε.

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2100

Ύψος (mm):

1150

Μεταξόνιο (mm):

1445

Ύψος σέλας (mm):

790

Ίχνος (mm):

112

Γωνία κάστερ (˚):

24

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

650

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

560

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

930

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

440

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

188

(χωρίς καύσιμο: 178,25)

Πίσω

51,4

Εμπρός

48,6

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

1%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο, σωληνωτό, χωροδικτύωμα

Πλάτος (mm):

845

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

186

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, αερόψυκτος, δικύλινδρος L, desmo με 2Β/Κ και 2ΕΕΚ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

88 x 66

Χωρητικότητα (cc):

803

Σχέση συμπίεσης:

11:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

75 / 8250

Ροπή (kg.m/rpm):

6,9 / 5750

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

93,4

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός με σώμα 50mm

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Ξηρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός πολύδισκος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Με γρανάζια / 1,850

Τελική μετάδοση / σχέση:

Με αλυσίδα / 3,066

 

Σχέσεις

1η

2,461

2α

1,666

3η

1,333

4η

1,130

5η

1,000

6η

0,923

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

2,0

16

0-100

4,6

72

0-150

10,2

272

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

km/h

0-400

13,2

162,4

0-1.000

25,6

177,2

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

5,4

175

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

4η

5η

6η

40-80

4,4/74

5,4/90

 

80-120

4,2/117

5,2/145

6,4/179

120-160

 

8,2/326

8,8/349

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

2,4

53

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

-

2,48

Πραγματικά

2,90

3,05

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Kayaba χωρίς μοχλικό

Διαδρομή (mm):

150

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

5,5 x 17''

Ελαστικό:

180/55 R17 Pirelli MT60RS

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 245mm με δαγκάνα ενός εμβόλου και ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ψηφιακό όργανο με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, ώρα, ολικό χιλιομετρητή, δύο μερικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία περιβάλλοντος, ABS και ενδεικτικές λυχνίες για κόφτη, νεκρά, φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, ρεζέρβα

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

150 / 41

Ρυθμίσεις:

-

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,00 x 18''

Ελαστικό:

110/80 R18 Pirelli MT60RS

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 330mm με ακτινική δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και ABS

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

61,6 / 8.400

Ροπή (kg.m/rpm):

5,5 / 7.400

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ

Κόφτης:

9.200

Μέγιστη ισχύς:

8.400

 

 

1η

78

2α

116

3η

144

4η

170

5η

193

6η

209

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

6,9

Ελάχιστη

6,3

Μέγιστη

7,5

Αυτονομία (km):

188,4

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

13 / -

         

 

Dunlop SportsmartTT: Από τον δρόμο στην πίστα [video]

Ένα ελαστικό για αλλεπάλληλα track day!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

3/4/2018

Το ολοκαίνουριο SportsmartTT της Dunlop, είναι ένα νέο ελαστικό σε μία κατηγορία που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, εκείνη που προσπαθεί να κάνει πιο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην πίστα και το δρόμο. Στην περίπτωσή του το άσπρο με το μαύρο, η πίστα με τον δρόμο, θέλουν να γίνουν απλές γραμμές στα άκρα και το ενδιάμεσο να βαφτεί ενιαίο γκρι… Αν οριοθετήσεις σωστά τις αποστάσεις σου, είναι εύκολη υπόθεση να φτιάξεις ένα ελαστικό που υπηρετεί και τους δύο ρόλους, κι ας μιλά το marketing για ένα θαύμα. Πια είναι αυτά τα όρια: Στην πίστα δεν πρόκειται ένα τέτοιο ελαστικό να κινείται σε αγωνιστικό ρυθμό, ενώ στο δρόμο δεν υπάρχει περίπτωση να είναι αξιόλογο όταν αρχίσει να βρέχει. Θα κόψεις ρυθμό συγκριτικά με τις δυνατότητες που έχει η sport touring κατηγορία –για παράδειγμα- που είναι το πιο κάτω σκαλί..

Στην περίπτωση του SportsmartTT βέβαια, ο καιρός μας έδωσε μία ευκαιρία για να δούμε αυτό ακριβώς, ένα μικρό θαύμα που ούτε το καλύτερο marketing δεν μπορούσε να περιγράψει! Φτάνει βέβαια να περιορίσεις το θαύμα σε συγκεκριμένα σαφή πλαίσια, και αυτό ακριβώς θα κάνουμε:

 

Ένα ελαστικό δρόμου που ζεσταίνεται ταχύτατα χωρίς όμως να έχει πυρίτιο ώστε να αντέχει στην πίστα! Ένας συνδυασμός εξαιρετικά δύσκολος, με πρόσθετο bonus: δουλεύει και στην βροχή...

Το οδηγήσαμε αποκλειστικά, μαζί με μία χούφτα ξένων δημοσιογράφων, σε μία μεγάλη ημέρα οδήγησης που είχε μπόλικη βροχή, κι ένα διάλλειμα τόσο όσο χρειαζόταν για να καταφέρουμε να βρούμε τα όρια. Η πρώτη εντύπωση είναι πολύ θετική και φαίνεται πως λένε αλήθεια για την εμπλοκή του αγωνιστικού τμήματος στην σύσταση της γόμας: Πες πως το απόσταγμα σοφίας από την αγωνιστική εμπειρία, γίνεται χειροπιαστό και το ρίχνεις σε ένα ποτήρι. Δίνοντας το ίδιο ποτήρι σε διάφορους κατασκευαστές σε όλο τον κόσμο, σε κάποιους δεν θα γεμίσει καθόλου και σε άλλους θα ξεχειλίσει, καθώς οι διαφορές είναι μεγάλες. Μιλώντας συγκεκριμένα για την Dunlop, κανείς δεν έχει αμφιβολία πως θα είναι από εκείνους που θα κάνουν το τραπέζι χάλια, γιατί θα είναι σαν να ρίχνεις έναν κουβά ολόκληρο, στο… υποτιθέμενο αυτό ποτήρι. Κι όμως, είναι δυνατόν και πάλι να σε φέρουν σε έκπληξη και να σου αλλάξουν τα δεδομένα, για την συγκεκριμένη κατηγορία ελαστικών. Μιλάμε για ακριβά ελαστικά δρόμου με δυνατότητες στην πίστα και μάλιστα στην Ελλάδα, που δεν ξέρει να αγοράζει τέτοια ελαστικά…

Το SportsmartTT είναι φτιαγμένο με γερή δόση εμπειρίας από το αγωνιστικό τμήμα, που έδωσε ένα ελαστικό δρόμου χωρίς καθόλου πυρίτιο, με ελάχιστη χάραξη που ζεσταίνεται εξαιρετικά γρήγορα ακόμα και στις μικρότερες διαστάσεις, αντέχει την μειωμένη πίεση και το πολύ γκάζι και στο τέλος το εμπρός ήταν τόσο καλό που από το 2018 η αγωνιστική σειρά θα έχει αλλαγές που θα βασίζονται στο SportsmartTT. Μιλάμε λοιπόν για ένα αντίστροφο δάνειο!

Οδήγησα αποκλειστικά από την Ελλάδα το νέο Dunlop SportsmartTT, σε μία γνώριμη πίστα που 15 μέρες πριν δοκιμάζαμε το νέο Michelin Road 5, ενώ όχι ιδιαίτερα πίσω στον χρόνο, δοκίμαζα την νέα τότε Ducati Supersport κατά την παγκόσμια παρουσίασή της, με ελαστικά της Pirelli. Υπήρχαν λοιπόν αρκετά δεδομένα στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου, για να γίνει πιο γρήγορα η κατηγοριοποίηση του ελαστικού, όμως ο καιρός θα έφερνε την ανακατάταξη στο πρόγραμμα και μαζί μία ευκαιρία για μία τεράστια αποκάλυψη.

Εκτός από τον καιρό, που οριακά μας άφησε να οδηγήσουμε χωρίς βροχή, ούτε οι αεροπορικές βοήθησαν... Καθυστερώντας τις βαλίτσες αναγκαστικά οδήγησα με δανεικό κράνος και φόρμα...

Από το προηγούμενο βράδυ που έχουμε φτάσει στην Σεβίλλη, ώστε να ξεκινήσουμε νωρίς την δοκιμή στην πίστα, ξέρουμε πως τα περιθώρια να γλιτώσουμε την βροχή είναι ελάχιστα. Κι αυτό είναι ένα ελαστικό με ελάχιστη χάραξη και γόμα που αντέχει τις υψηλές θερμοκρασίες, άρα εντελώς ακατάλληλο για γρήγορη οδήγηση στην βροχή. Θεωρητικά δηλαδή γιατί οδεύαμε προς πλήρη αλλαγή της νοοτροπίας.

Πράγματι το πρωί η πίστα είναι μία μικρή λίμνη και εσπευσμένα η Dunlop ενεργοποιεί το εναλλακτικό σχέδιο, που είναι να βγάλουμε τις μοτοσυκλέτες στον δρόμο, σε μία διαδρομή που επιλέχτηκε την τελευταία στιγμή: «Θα πάρουμε τον δρόμο που κάποιοι από εσάς ίσως να τον κάνατε πρόσφατα στην παρουσίαση της Michelin για το Road 5» μας λέει ο Dmitri, ο άνθρωπος της Dunlop που κρατά τα σκήπτρα της ομάδας. Αναγνωρίζοντας έτσι απερίφραστα, πως παρακολουθούν κάθε ανάσα του ανταγωνισμού, ακριβώς όπως κάνουν και οι υπόλοιποι άλλωστε…

Βγαίνουμε λοιπόν από την πίστα και κατευθυνόμαστε εν μέσω βροχής μέσα από την κοντινή πόλη, ψηλά στον γεμάτο στροφές επαρχιακό δρόμο εκεί που δεκαπέντε μέρες πριν, στρίβαμε σε έναν πολύ καλό ρυθμό πίσω από τον Γάλλο παλέμαρχο Dominique Sarron, αδερφό του Christian, με ιδανικές συνθήκες και πλούσιο ανεμπόδιστο ήλιο. Τώρα ο ρυθμός είναι πολύ χαμηλότερος, αποφεύγοντας τις μεγάλες κλίσεις, σηκώνοντας την μοτοσυκλέτα νωρίς και βγάζοντας περισσότερο το σώμα, ώστε να είναι σίγουρο πως μένουμε στο παχύ κομμάτι της χάραξης. Σταματάμε τρεις στροφές πριν από το σημείο που είχε τραβηχτεί αυτή η φωτογραφία με τα Michelin, για να επιστρέψουμε πίσω έχοντας μία καλή πρώτη εντύπωση για τις συνθήκες, και με σκοπό να προλάβουμε ένα μικρό παράθυρο χωρίς βροχή, ώστε να οδηγήσουμε τελικά και στην πίστα. Εκεί ήταν που ξεκινά μία συζήτηση με τους ανθρώπους της Dunlop, γιατί βάζοντας το χέρι στα ελαστικά και ιδιαίτερα στο εμπρός, βλέπουμε πως είναι αρκετά ζεστό.

Αν έχεις τρέξει αγώνα στην Ελλάδα, ξέρεις πως στην πολύ ζέστη, τα αγωνιστικά ελαστικά της Dunlop έχουν απίστευτο κράτημα και αντέχουν πάρα πολύ, στον κρύο καιρό όμως δεν λειτουργούν το ίδιο εξαιρετικά. Τώρα βλέπαμε ένα αρκετά σπορ ελαστικό να ζεσταίνεται με «την σκέψη» παρόλο που είναι φτιαγμένο από τους ίδιους που έχουν σχεδιάσει και την αγωνιστική σειρά! Ο πλοηγός μας στην επιστροφή θα είναι ένας από τους αναβάτες εξέλιξης ο οποίος δηλώνει ενθουσιασμένος από το κράτημα του ελαστικού στο βρεγμένο, με την προϋπόθεση πως ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις, διότι η χάραξή του είναι φτιαγμένη για την απορροή θερμότητας και για ασφάλεια στο βρεγμένο, όχι δηλαδή για να ξεκινήσεις το κυνηγητό υπό βροχή. Είμαστε αρκετοί δημοσιογράφοι που γνωριζόμαστε μεταξύ μας, όπως ο Alex από το γαλλικό motomag, ένας επίσης Γάλλος που εργάζεται για την Honda στην Γαλλία, αλλά αξιοποιεί το αγωνιστικό του παρελθόν για δοκιμές ελαστικών, και 2-3 ακόμη Γάλλοι και Γερμανοί, που ξέρουμε όλοι μας πώς οδηγεί ο ένας κι ο άλλος. Μέσα σε λίγα λεπτά λοιπόν γίνεται η συνεννόηση αποφασίζοντας να φύγουμε εμπρός μία μικρή ομάδα, σπάζοντας το γκρουπ σε εκείνους που θα έπαιρναν τον ρίσκο και σε εκείνους που θα οδηγούσαν όπως ανεβήκαμε, σβέλτα αλλά με περισσότερη ασφάλεια.

Ο πλοηγός έχει R1, ο Γάλλος πρώην αγωνιζόμενος S1000RR και με τον Alex έχουμε μείνει πιο πίσω με RnineT εκείνος και R1200RS εγώ, αρχίζοντας να κυνηγάμε τα superbike μπροστά. Σύντομα θα μείνουμε στον ίδιο ρυθμό μονάχα τρεις γιατί το RnineT είναι πολύ κουραστικό σε αυτή την ένταση, οδηγώντας δηλαδή υπό βροχή πολλές βαθμίδες πάνω από αυτό που θεωρείς ασφαλές, όταν αντικρύζεις το SportsmartTT με την λίγη χάραξη. Μόνο που σε κάθε στροφή ανακαλύπτεις πως το όριο που έχεις θέσει εσύ είναι πολύ πιο μακριά από το πραγματικό όριο του ελαστικού, καθώς στρίβει απότομα στο βρεγμένο χωρίς το παραμικρό γλίστρημα! Την τεχνική εξήγηση την ήξερα ήδη: Το μεγάλο μυστικό ήταν στην κατασκευή του σκελετού πρώτα και μετά στην ίδια την γόμα που καταφέρνει ταχεία επίτευξη της ιδανικής θερμοκρασίας άμεσα, ακόμα και στον κρύο καιρό και μέσα στην βροχή. Το εξαιρετικό είναι πως το καταφέρνει αυτό χωρίς πυρίτιο, το ιδανικό στοιχείο για ελαστικά δρόμου, αυτό που βάζει και η ίδια η Dunlop στα sportouring ελαστικά της! Το πυρίτιο όμως αυξάνει πολύ την θερμοκρασία και αποφεύγεται στους αγώνες, και το SportsmartTT έχει φτιαχτεί για να οδηγείς γρήγορα στην πίστα, εξερευνώντας τα όριά σου. Άρα δεν θα έπρεπε να έχει καθόλου πυρίτιο, όταν η χρήση του είναι μονόδρομος για τον δρόμο!

Συμβαίνει συχνά στις αποστολές εξωτερικού, και ιδιαίτερα στα ελαστικά τα τελευταία χρόνια που αλλάζουν με γεωμετρικό ρυθμό εξέλιξης, να οδηγούμε αναζητώντας τα όρια σε απόσταση αναπνοής από αναβάτες που γνωρίζουμε ελάχιστα και να χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε δεδομένα με τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο λάθους. Εκείνη την ημέρα ζούσαμε ένα από τα πιο δυνατά παραδείγματα, καθώς προσπερνώντας το αυτοκίνητο της Dunlop που προπορευόταν και με τον δικό τους πλοηγό πάντα μπροστά να δίνει τον ρυθμό, οδηγούσαμε στον βρεγμένο δρόμο πλαγιάζοντας οριακά. Το ρίσκο υπήρχε γιατί αν κάτι δεν πήγαινε ακριβώς όπως το έχεις υπολογίσει, το ελαστικό δεν έχει εκείνη την χάραξη που θα σε βοηθήσει να σηκώσεις την μοτοσυκλέτα και να την πλαγιάσεις περισσότερο, ή να παίξεις με την γραμμή σου. Εδώ λοιπόν βρίσκονται τα πλαίσια που λέγαμε στην αρχή του άρθρου, πως πρέπει να τοποθετηθούν αυστηρά γύρω από όσα περιγράφουμε. Διότι ναι, οδηγείς πολύ γρήγορα στο βρεγμένο, αλλά χωρίς περιθώριο λάθους.

Κι όμως κάθε φορά, σε κάθε στροφή, ανακάλυπτα ακόμα περισσότερη πρόσφυση ενώ το ελαστικό έδειχνε πως άνηκε στις περιπτώσεις που τον πρώτο λόγο έχει η χημεία και όχι η φυσική… «σας έβλεπα όταν περάσατε», είπε αργότερα ο Dmitri όταν σταματήσαμε να περιμένουμε το υπόλοιπο γκρουπ και μας έφτασε το αυτοκίνητο της Dunlop.. «σας είδα πώς περάσατε και δαγκώθηκα, ήθελα να βάλω τα κλάματα που δεν οδηγούσα σήμερα μαζί σας.» Ο Dmitri είναι απροσδιόριστης ηλικίας εξαιτίας φυσικής κατάστασης, τον υπολογίζω λίγο κάτω από τα 50 και πρόκειται για έναν εξαιρετικό αναβάτη. Αναγνώριζε εκείνη την στιγμή στην υπερκινητικότητα που μας είχε πιάσει, την αδρεναλίνη που εισπράττεις όταν οδηγείς ξέροντας πως το λάθος δεν πρόκειται να σου συγχωρεθεί. Μία δυναμική ισορροπία που εύχεσαι να μην ανατραπεί εις βάρος σου!

Το R1200RS εξαιτίας του μεγαλύτερου βάρους και των δυνατότερων φρένων που απαιτούσε για να ακολουθήσει τα superbike, είχε ένα αρκετά ζεστό εμπρός ελαστικό, την στιγμή που χρειαζόσουν θερμαινόμενα γκριπ για τα χέρια, τόσο κρύο είχε. Τα SportsmartTT στα superbike είχαν ζεσταθεί λιγότερο, όμως σε κάθε περίπτωση είχαμε μείνει όλοι μας έκπληκτοι, μαζί με τον αναβάτη εξέλιξης που οι αντιδράσεις του τροφοδοτούταν από τον δικό μας ενθουσιασμό! Κι όλα αυτά πριν ακόμα οδηγήσουμε στο στεγνό! Αν έχετε φτάσει ως αυτό το σημείο του κειμένου ως αναγνώστες, συγχαρητήρια και σε εσάς, καθώς ακολουθήσατε την εξιστόρηση για ένα σπορ ελαστικό που κανονικά δεν αξιοποιείς στην βροχή. Κι όμως, εδώ κρύβεται ένα καλό μάθημα για αργότερα, είναι η απόδειξη πως ο σωστός σκελετός και η πολύ ελεγχόμενη κινητικότητα πέλματος, μπορούν να φέρουν την γόμα σε θερμοκρασία λειτουργίας και να ενεργοποιήσουν τις ιδιαιτερότητες της χημικής της σύστασης. Όπως και στα αγωνιστικά ελαστικά, το SportsmartTT θερμαίνεται από μέσα προς τα έξω, βασικά αυτό γίνεται σε όλα, απλά μιλώντας για τα ελαστικά που χρησιμοποιείς καθημερινά, αρκετά έχουν τους λόγους τους να προσπαθούν να καταπολεμήσουν την αύξηση της θερμοκρασίας τους.

Το SportsmartTT είναι -θεωρώ- πιθανό να μην βγάζει πολλά χιλιόμετρα, αλλά όπως είπε και ο Dmitri: «τελικά αντέχει περισσότερο από όσο θα θέλαμε, βγάζει πολλά trackday και οι πελάτες δεν θα το αλλάζουν συχνά». Αυτό μένει να αποδειχτεί φυσικά, αλλά σίγουρα το SportsmartTT δεν πρόκειται να έχει την ίδια διάρκεια ζωής με ένα sport-touring ελαστικό, από την άλλη θα αντέχει πολλές επισκέψεις στην πίστα για track day, όπου θα το φουσκώνεις ξανά και θα επιστρέφεις στο σπίτι σου και στην καθημερινή οδήγηση την επόμενη ημέρα, έχοντας την προηγούμενη οδηγήσει γρήγορα για κάμποσους γύρους. Αυτό το συμπέρασμα βγήκε, μόλις πετύχαμε την πίστα να στεγνώνει...

Μπήκαμε για αρκετά εικοσάλεπτα στην πίστα ώστε να καταφέρουμε στο τέλος να έχουμε μία εικόνα της διάρκειας ζωής, ωστόσο ζήτησα να δω και τα ελαστικά της προηγούμενης ημέρας, που ήταν ολότελα στεγνή και οδηγούσαν διασκεδάζοντας οι αναβάτες εξέλιξης και οι άνθρωποι της εταιρίας. Η φθορά τους, γνωρίζοντας τον τρόπο οδήγησης, ήταν εξαιρετικά μικρή και μπορεί η οπτική παρατήρηση να ήταν το μόνο πειστήριο, αλλά είναι μία αρκετά καλή πρώτη εντύπωση. Κυρίως από την στιγμή που αρχίσαμε να οδηγούμε πίσω από τον David Checa, τον αδερφό του Carlos και παλαιότερο παγκόσμιο πρωταθλητή στο Endurance. [Δείτε το video στην αρχή του άρθρου] Σταδικά η πίστα στέγνωνε αφήνοντας γύρο με τον γύρο τον ρυθμό να ανέβει. Καμία «κούραση» από αύξηση θερμότητας, εκείνες τις «ραγάδες» που περιμένεις να δεις από ένα ελαστικό δρόμου που έχει δεχτεί την υψηλότερη δόση δύναμης από τα superbike με τα ηλεκτρονικά που σε κάνουν μάγκα και σε αφήνουν να χουφτώσεις το αρκουδόγκαζο τέρμα ενώ ξύνεις το γόνατό σου!

Η ανάλυση θα ακολουθήσει στο τεύχος Μαΐου για τις δυνατότητες του SportsmartTT στην πίστα, αλλά εκείνο που κάνει εντύπωση δοκιμάζοντάς το σε γνώριμες μοτοσυκλέτες, είναι πως μειώνει την «επιθυμία» της μοτοσυκλέτας να σηκωθεί στο δυνατό φρενάρισμα και απαιτεί εξαιρετικά λίγη δύναμη στο γυροσκοπικό φαινόμενο. Πάντα με δεδομένο πως είναι ένα ελαστικό δρόμου, χωρίς να το συγκρίνεις με τα αγωνιστικά ελαστικά, όπως τα GPRacer και Pro για παράδειγμα. Το μυστικό για το παραπάνω είναι στην κατασκευή του σκελετού και μετά στο προφίλ του ελαστικού. Έχει ανακαλυφθεί εδώ ένας νέος συνδυασμός που η Dunlop θα μεταφέρει στα εμπρός ελαστικά όλης της αγωνιστικής της σειράς μέσα στο 2018. Φυσικά δεν εννοεί πως θα είναι αυτούσια η μεταφορά αυτή, αλλά πως θα εφαρμόσει την πρακτική αυτή και στην σκληροπυρηνική της σειρά.

Το άλλο μεγάλο μυστικό του SportsmartTT, είναι το πολυμερές που αποτελεί την βάση για την σύσταση της γόμας κι ευθύνεται εκτός των άλλων και για την πρόσφυση που ανακαλύπτει το ελαστικό στην βροχή. Η αποβολή της πρόσθετης θερμότητας από την επιφάνειά του γίνεται αξιοποιώντας τις κατάλληλα σχεδιασμένες αυλακώσεις, κάτι που φυσικά ισχύει για όλα τα ελαστικά. Η χάραξη βοηθά την αποβολή θερμότητας σε όλα τα ελαστικά δρόμου, δεν υπάρχει καμία εφεύρεση εδώ, απλά ο σχεδιασμός στο SportsmartTT έχει γίνει με αρχικό γνώμονα την αποβολή της πρόσθετης θερμότητας, κι έπειτα την αποβολή του νερού. Για αυτό και εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο το γεγονός πως δουλεύει τόσο καλά και στην βροχή, πάντα εντός των πλαισίων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, πως δηλαδή ελαχιστοποιούνται τα περιθώρια διόρθωσης.

Η συγκεκριμένη πίστα δεν διαθέτει κερκίδες, δεν γίνονται αγώνες, αλλά χρησιμοποιείται όλο τον χρόνο ως πεδίο δοκιμών από αρκετές ομάδες, τόσο αυτοκινήτου όσο και μοτοσυκλετών, γιατί προσφέρει την δυνατότητα διαχωρισμού σε επιμέρους τμήματα. Η Dunlop είχε εξασφαλίσει μία ντουζίνα ολοκαίνουρια Kawasaki Z400 που είχαν μηδενικά χιλιόμετρα στο κοντέρ, κι έχοντας κόψει τις εσωτερικές στροφές μας προσέφερε την ίδια διαδρομή που λίγο πριν η Michelin χρησιμοποιούσε για δοκιμή στο βρεγμένο. Θα ξεκινούσαμε με νωπή πίστα, θα οδηγούσαμε στο στεγνό και θα καταλήγαμε στο βρεγμένο, σε μερικά εικοσάλεπτα που είναι από τα πιο διασκεδαστικά, σε μία σειρά ταξιδιών το τελευταίο διάστημα που περιλαμβάνουν μέχρι και την πίστα του Ascari! Κι όμως το Kawasaki Z400 ήταν ένα απίστευτο παιχνίδι και τα SportsmartΤΤ το έκαναν τόσο ασφαλές που μονάχα η έντονη βροχή ήταν ικανή να με κατεβάσει από την σέλα! Κερδίζοντας έτσι και την εμπειρία οδήγησης του νέου Z400, τα SportsmartTT έδειξαν πως καταφέρνουν να ζεσταθούν και στις μικρότερες διαστάσεις! Όλη η επιχειρηματολογία, η τεχνική ανάλυση των νέων SportsmartTT και κάθε προβληματισμός μας μαζί τους, θα ακολουθήσει στο τεύχος Μαΐου του MOTO!

Ένα νέο ελαστικό που έρχεται να συναντήσει τα θρυλικά Pirelli της κατηγορίας, και το επίσης εξαιρετικό Michelin αυξάνοντας κατακόρυφα τον ανταγωνισμό!

 

Ετικέτες