Honda CBR600 F & S (2000-2006): Αρχείο περιοδικού ΜΟΤΟ

Εγκεφαλική απλότητα
26/6/2019
Στο τεύχος του ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει την Παρασκευή 28 Ιουνίου, δημοσιεύουμε την παρουσίαση του supersport της Kawasaki ΖΧ-6R και με την ευκαιρία αυτή, αξίζει να θυμηθούμε πώς ήταν τα supersport στην απαρχή του 21ου αιώνα, το 2000. Η παρουσίαση του Honda CBR600 F & S είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της φιλοσφίας των supersport εκείνης της εποχής, όταν πήγαμε να το οδηγήσουμε στην ολοκαινούργια και άγνωστη -τότε- πίστα της Almeria. Τότε που τα βιράζ της ήταν ακόμη άβαφα (!), ενώ σήμερα αποτελεί πλέον μία από τις ιδανικότερες πίστες δοκιμών και παρουσιάσεων.
 
Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης

Εγκεφαλική απλότητα

Ο χρόνος στην Asaka, στο μέρος όπου στεγάζεται το R&D της Honda, κυλάει όπως στο Tennessee. Αφήνουν την ιδέα να ωριμάσει, κι αργά αλλά σταθερά προχωρούν στην εφαρμογή και στη βελτίωσή της. Μόνο που το ανταγωνιστικό περιβάλλον στα supersport 600 δεν είναι μια κάβα γεμάτη με μποτίλιες ουίσκι, αλλά μια τεχνολογική κούρσα στην οποία η Big-H έκανε αγώνα τακτικής. Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός ότι περίμενε τρία ολόκληρα χρόνια για να επιβεβαιώσει τα “κουτσομπολιά των διαδρόμων”, σχετικά με τον ψεκασμό που τελευταία στιγμή αφαιρέθηκε από την προίκα της F4

Ειρωνεία ή τακτική; Η Honda, για την οποία κυκλοφόρησαν οι φήμες για τον σχεδιασμό του πρώτου κινητήρα της κατηγορίας με ψεκασμό από την εποχή που ο πυρετός των supersport 600 χτύπησε κόκκινο, τον παρουσίασε τελικά τρία χρόνια αργότερα - κι αφού πλέον στο σκηνικό υπάρχουν τα TT 600 και GSX-R 600, των οποίων τα καρμπυρατέρ έχουν επίσης περάσει στην ιστορία. Βεβαίως όπως και στην τέχνη, έτσι και στην τεχνολογία δεν υπάρχει παρθενογένεση και πολλές φορές η ωριμότητα μιας ιδέας εκτιμάται και αποδίδει πολύ περισσότερο από την πρωτοτυπία και την επικαιρότητα που μπορεί να διαθέτει.

Hiroyuki Ito: Ο πατέρας του CBR 600. Ο κύριος Hiroyuki Ito, πρώην αγωνιζόμενος και τώρα αρχιμηναχικός στο R&D της Honda, συνέθεσε το παζλ της παράδοσης των CBR, της αγοραστικής τάσης και της φιλοσοφίας της Honda, καταλήγοντας στα καινούργια CBR 600 F & Sport. Άλλωστε η φιλοσοφία μας, λέει ότι η επιλογή της απλούστερης μεταξύ των λύσεων είναι αυτή που πάντα αντανακλούσε και αντανακλά την ιστορική πορεία της Honda.

Την αλήθεια της παραπάνω θεωρίας, κληθήκαμε να ανακαλύψουμε στα μέρη όπου ο Indiana Jones αναζητούσε την περιπέτεια, εκεί όπου ο Κόναν έσφαζε ορδές βαρβάρων, πάνω στους κάλυκες από το ρεβόλβερ του Κλιντ Ίστγουντ. Το “μικρό Χόλυγουντ”, όπως αποκαλείται η Almeria στην παραλία της Ανδαλουσίας, φιλοξένησε αυτή τη φορά μια διαφορετική υπερπαραγωγή, όχι κινηματογραφική. Σ’ ένα περιβάλλον... καρμπόν της Αριζόνα, με το μέσο όρο ύψους της χλωρίδας να μην ξεπερνά τους 50 πόντους, τίγκα στην έρημο και τα βράχια, δεν θα κάλπαζαν ορδές αλόγων μπροστά από τις κινηματογραφικές κάμερες, αλλά τελικιασμένα Honda CBR 600 F μπροστά από φωτογραφικούς φακούς.

Τα καλά παιδιά

Μπορεί η εισαγωγή των ανθρώπων της Honda για το νέο CBR 600F να ξεκινά με την φράση “Όχι πια το καλό παιδί”, αλλά ένας ψεκασμός και το επιθετικότερο ρύγχος δεν είναι ακριβώς αυτό που εννοούμε “αλλαγή προσωπικότητας”. Ανεβαίνοντας πάνω στην σέλα του CBR, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα με το “καλημέρα”. Αυτό που όλοι οι δημοσιογράφοι μουρμούρισαν μέσα από το κράνος καθισμένοι πάνω στα “F” για την πρώτη επαφή στον δρόμο, ήταν μια universal έκφραση, χιλιοειπωμένη μεν, αλλά πέρα για πέρα αληθινή: “Είναι Honda!”

Άλλωστε όπως φρόντισε να τονίσει, προλαβαίνοντας τις κακεντρεχείς σκέψεις, ο Ito-San, ο άνθρωπος που έχει την σχεδιαστική πατρότητα του νέου CBR: “Εμείς δεν επιθυμούσαμε θεαματικές αλλαγές. Αυτό που θέλαμε ήταν να συνδυάσουμε τη νέα, πιο επιθετική προσωπικότητα με την φιλικότητα που ανέκαθεν διέθετε η οικογένεια των CBR.” Εδώ που τα λέμε, πιο εύκολο θα ήταν να βγάλει στην παραγωγή η Harley τετρακύλινδρο supersport χιλιάρι, παρά να ξεφύγουν οι μηχανικοί της Honda από την συγκεκριμένη φιλοσοφία. Με λίγα λόγια, η Big-H ήθελε την αλλαγή, αλλά δεν ήθελε με τίποτε να “τρομάξει” το πιστό, σ’ αυτήν, κοινό.

 

Aπό τη θέση οδήγησης, τη λειτουργικότητα των χειριστηρίων, την απόσταση των κλιπόνς και των μαρσπιέ, μέχρι το κούμπωμα τον ποδιών γύρω από το ρεζερβουάρ και το εντελώς νέο πάνελ των οργάνων, τα πάντα είναι λουσμένα με το ποιοτικό άρωμα της Honda. Σμπαραλιάσανε τα νεύρα μας ψάχνοντας μέχρι να βρούμε κάτι που να δηλώνει βιασύνη ή προχειρότητα στην κατασκευή, αλλά μάταια. Τι διάολο, μοτοσυκλέτες προπαραγωγής κι ούτε η βάση της πινακίδας δεν ήταν αφινίριστη!

Πριν καν προλάβουμε να ξορκίσουμε τα δαιμόνια του μυαλού που έψαχναν από νωρίς εστίες κακού, για να βρούνε έστω και ένα ψεγάδι πάνω στην συμπεριφορά και στην απόδοση του CBR 600F, κρατούσαμε στα χέρια μας το road book και δεχόμασταν τις τελευταίες επεξηγήσεις στο briefing. “Καλό θα είναι να ακολουθήσετε την διαδρομή, καθώς έχουμε ειδοποιήσει την τροχαία και δεν πρόκειται να σας ενοχλήσει. Αν πάλι μπείτε μέσα σε κάποιο από τα χωριά της διαδρομής, προσπαθήστε να συμμορφωθείτε με τα όρια ταχύτητας. Αν τώρα δεν... τα καταφέρετε, οι κάτοικοι θα δείξουν κατανόηση.” Ωραία, γεύση από Ελλάδα, καθώς, εμμέσως πλην σαφώς, τα ινδιανιλίκια νομιμοποιήθηκαν από τους ανθρώπους της Honda Europe, ενώ το σκηνικό παρά το χρώμα της ερήμου παρέπεμπε στην ελληνική επαρχία. Ίσα για να νιώσουμε κι εμείς πιο άνετα κάνοντας την δουλειά μας.

Ένα σκαλί ψηλότερα

Η τετρακύλινδρη φιλαρμονική από τις 20 περίπου μοτοσυκλέτες που περίμεναν τους δημοσιογράφους ξεκίνησε εν χορώ, με το ντεμπούτο του αυτόματου συστήματος bypass στο CBR 600, το οποίο τροφοδοτεί με έξτρα αέρα τα σώματα του ψεκασμού για απροβλημάτιστη εκκίνηση. Ήδη από τα πρώτα μέτρα γίνεται αισθητή η εξαιρετικά ελαφριά αίσθηση του μπροστινού, σε σημείο μάλιστα που τα δαιμόνια τα οποία καραδοκούν, να κάνουν πάρτι φαντασιώνοντας ασάφειες και tank slapping, μόλις το CBR αρχίσει να τσακώνεται με τα σαμάρια της ασφάλτου. Οποία πλάνη όμως, με το πάρτι να μένει χωρίς αντικείμενο, καθώς η σταθερότητα του μπροστινού μπορεί να παρομοιαστεί μόνο με τη σιγουριά ράγας σιδηροδρόμου. Με όσα χιλιόμετρα κι αν περάσει πάνω από ανωμαλίες του οδοστρώματος, το CBR δεν πρόκειται να επιδοθεί ποτέ σε... αντίστοιχες ανωμαλίες. Ο λόγος κρύβεται στο εσωτερικό του χυτού τμήματος του λαιμού, το οποίο απέκτησε τρεις ενισχυτικές ράβδους. Οι δυνάμεις που περνούν από το πιρούνι αποσβένονται στο λαιμό, παρέχοντας μεν επαρκή πληροφόρηση στον αναβάτη, αλλά όχι ικανή για να επηρεάσει στο ελάχιστο την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας.

Η ακαριαία ανταπόκριση στις αντιδράσεις του αναβάτη, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα

Από τις πρώτες κιόλας εμπειρίες, το CBR αφήνει τις κακόβουλες προσδοκίες ανικανοποίητες, κάτι που καταφέρνει και το συνολικό στήσιμο της μοτοσυκλέτας. Παρά τη γενικότερη μαλακή αίσθηση των αναρτήσεων, το σύνολο είναι αρμονικά δεμένο και εμπνέει σιγουριά και ασφάλεια. Αυτό είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα - αλλά και μειονέκτημα για συγκεκριμένη μερίδα αναβατών. Το νέο CBR 600F είναι η μοτοσυκλέτα που θα προσφέρει σιγουριά και εμπιστοσύνη “καθαρίζοντας” στις δύσκολες καταστάσεις χωρίς να προκαλέσει τρόμο. Κρατά την επικίνδυνη για την ψυχική ηρεμία του αναβάτη πληροφόρηση μακριά, σε αντίθεση με άλλες μοτοσυκλέτες που θα καταφέρουν το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα, με περισσότερο όμως feedback και προβληματισμό του αναβάτη, που επικεντρώνεται στην συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας και λιγότερο στην οδήγηση. Αυτή η εγκεφαλική απλότητα του CBR, μπορεί να παρερμηνευτεί πολύ εύκολα ως έλλειψη συγκινήσεων. Η ανθρωποκεντρική όμως φιλοσοφία της Honda επιτάσσει ακριβώς αυτή την θεώρηση των πραγμάτων και προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται η μοτοσυκλέτα. Αυτό μάλιστα είναι και κάτι που κυριαρχεί πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι μηχανικοί της Honda επέλεξαν να αποδίδει τη δύναμή του ο κινητήρας. Χωρίς καμία διαφορά σε απόλυτα νούμερα επιδόσεων, σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο, η αναπόφευκτη σύγκριση των δύο κινητήρων δείχνει δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες.

Εκεί που στο “F4”, η απόδοση της δύναμης στην περιοχή μεταξύ 2.000 και 5.000 σ.α.λ. ήταν άσκηση υπομονής, στο νέο “F” οι παιδικές ασθένειες έχουν ξεπεραστεί και όχι μόνο υπάρχει σαφώς μεγαλύτερη παροχή ισχύος, αλλά κι ο ρυθμός με τον οποίο ανεβαίνουν οι στροφές είναι πολύ πιο ζωντανός. Με γνώμονα την γραμμικότητα και την προοδευτικότητα, ο ψεκασμός κάνει αισθητή τη διαφορά. Η απόκριση είναι αμεσότερη, αλλά όχι απότομη, πράγμα που σημαίνει ότι μόλις οι αντιδράσεις του αναβάτη προσαρμοστούν στα γρηγορότερα δεδομένα – κι αυτό γίνεται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα – το εύρος της δύναμης που μπορεί να εκμεταλλευτεί, προκύπτει πολύ μεγαλύτερο. Σ’ αυτό βέβαια συμβάλλει και η κατά δύο δόντια κοντύτερη σχέση τελικής μετάδοσης στο πίσω γρανάζι, καθώς η μέγιστη ιπποδύναμη αποδίδεται σε περισσότερες στροφές κι η αίσθηση της επιτάχυνσης θα μειωνόταν σημαντικά με τις υπάρχουσες σχέσεις. Ακόμη όμως και μ’ αυτόν τον συνδυασμό σχέσεων και απόδοσης της δύναμης, η ισχύς του CBR προσφέρει την τελευταία ρανίδα... ίππων στις 12.500 σ.α.λ. Από ‘κει και πάνω η δύναμη παίρνει την κατιούσα, μετατρέποντας το κράτημα του γκαζιού ανοιχτό σε απλό βασανιστήριο. Μάλιστα με την έκτη και τελευταία σχέση στο κιβώτιο, χάνει κάθε νόημα η διατήρηση της βελόνας του στροφόμετρου πάνω από τις 13.000 σ.α.λ. για πολλή ώρα, καθώς η προστασία από τον αέρα, σε ταχύτητες κοντά στην τελική του CBR, δεν επαρκεί για να κρατηθεί το κράνος σταθερό. Όσο σκυμμένος κι αν είναι ο αναβάτης με το κεφάλι πάνω από το ρεζερβουάρ, η μοναδική απόλαυση που θα κερδίσει θα είναι το ηχητικό εφέ του μανιασμένου ρουφήγματος αέρα από το μεγαλύτερο κατά 1,5 λίτρο φιλτροκούτι, το οποίο κατέλαβε τον χώρο που δημιουργήθηκε με την απομάκρυνση των καρμπυρατέρ.

...οι διαφορές δεν είναι θεαματικές αλλά είναι όσες χρειάζονται ώστε οι ενδιαφερόμενοι αναβάτες να βρουν μια έτοιμη και γερή βάση για μια αγωνιστική μοτοσυκλέτα με μικρό κόστος...

Η αγωνία για το άγνωστο

Στο πρόγραμμα της παρουσίασης το έγραφε ξεκάθαρα: “Η δοκιμή των CBR 600FS θα γίνει στο Circuito de velocidad de Almeria e Tabernas”. Μια πίστα εντελώς άγνωστη, χτισμένη μόλις πριν από ένα χρόνο στην Ανδαλουσία με... Αυστριακό ιδιοκτήτη! Ειδικά αυτό το τελευταίο “Tabernas” μας έκανε λίγο επιφυλακτικούς σχετικά με το τι θα συναντούσαμε. Το μυστήριο λύθηκε σ’ ένα εντελώς άγονο σκηνικό ερήμου, ανάμεσα σε ξερούς λόφους. Ένα ασφάλτινο φιδάκι μήκους 4,2 χιλιομέτρων έσπαγε την μονοτονία του χώματος, ενώ τα βιράζ ήταν άγνωστο είδος. Η χαριστική βολή ήρθε δια στόματος των ανθρώπων της Honda στη τελευταία ενημέρωση: “Η πίστα χρειάζεται προσοχή γιατί έχει τουλάχιστον τρία τυφλά σημεία και χασίματα. Ο Pere Riba – οδηγός της Honda στo παγκόσμιο πρωτάθλημα SS 600 – ο οποίος έχει προτείνει τις ρυθμίσεις των αναρτήσεων για την συγκεκριμένη πίστα, θα σας οδηγήσει για μερικούς γύρους μέχρι να δείτε τις γραμμές”. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν έπρεπε να τρομοκρατηθούμε τόσο. Έπρεπε να τρομοκρατηθούμε περισσότερο... Πέρα από τα χασίματα και την έλλειψη των βιράζ, πέρα από το ότι η παραμικρή απόκλιση του βλέμματος από τη σωστή γραμμή σήμαινε αυτομάτως έξοδο, είχαμε και τα χώματα στην άκρη της ασφάλτου να μας δυσκολεύουν τη ζωή σε όλο το μήκος της πίστας. Μοναδικός σύμμαχος σ’ αυτή την περιπέτεια, το CBR.

 Η πρώτη σημαντική διαφορά που γίνεται αντιληπτή από τους πρώτους αναγνωριστικούς γύρους, είναι η θετική αντίδραση κι η ευκολία που το “FS” αλλάζει κλίσεις άμεσα κι αποφασιστικά. Σε μια πίστα στην οποία σχεδόν για τέσσερα χιλιόμετρα βρίσκεσαι κρεμασμένος είτε από τη μία είτε από την άλλη μεριά της μοτοσυκλέτας, αυτή η ακαριαία ανταπόκριση στις αντιδράσεις του αναβάτη, αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα. Η διαφορά μάλιστα σε σχέση με την απλή έκδοση του “F”, όπου η προσπάθεια που καταβάλει ο αναβάτης για να πλασάρει τη μοτοσυκλέτα πριν την στροφή είναι αισθητά μεγαλύτερη, αποδίδεται στο ότι στη δοκιμή για το δρόμο τα ρεζερβουάρ ήταν γεμάτα με βενζίνη, ενώ στην πίστα το καύσιμο ήταν όσο έπρεπε για τα εικοσάλεπτα των δοκιμών. Μικρότερο βάρος, συγκεντρωμένο πιο χαμηλά και το CBR “χόρευε” στα αλλεπάλληλα σικέην με χαρακτηριστική άνεση.

Στα πολύ σφιχτά κομμάτια – στο 80% δηλαδή της πίστας – η σιγουριά του μπροστινού ήταν λυτρωτική. Σταθερό και ελαφρύ, αλλά χωρίς ασάφειες ή ταλαντώσεις που θα έκαναν τα κλιπόνς να χτυπήσουν το ρεζερβουάρ, το πιρούνι του “FS” ήταν η εγγύηση για γρήγορη και ασφαλή έξοδο. Ακόμη και στο σφιχτότερο εσάκι που έχω βρεθεί ποτέ, όπου η είσοδος προϋπέθετε φρένα υπό κλίση με σκασμένη τρίτη, κατέβασμα σε πρώτη και πλασάρισμα πάνω από σαμαράκια για την αριστερή, απότομο χαστούκι δεξιά και τέρμα γκάζι για τις δύο επόμενες δεξιές πριν τη μεγάλη ευθεία, το CBR δεν έβγαλε τον μπροστινό τροχό εκτός γραμμής ούτε μία φορά. Όσο ο καιρός, η διάθεση και τα λάστιχα ζεσταινόντουσαν, με ανάλογη αύξηση της πίεσης στο συγκεκριμένο κομμάτι, μόνο τότε το σχετικά μαλακό αμορτισέρ παρουσίασε ελαστικότητες και αισθητές μεν, αλλά ακίνδυνες πλαγιολισθήσεις του πίσω τροχού.

Μικρότερο βύθισμα, καλύτερη απόδοση;

Αυτή η εκ πρώτης όψεως ποντικοπαγίδα, με τις αμέτρητες στροφές – φάκες και τις υψομετρικές διαφορές, απαιτεί αρκετή δουλειά και εξοικείωση για να σου αποκαλύψει το μυστικό της. Η πίστα που θα μισούσαν οι τεμπέληδες και θα λάτρευαν αυτοί που “δουλεύουν” πάνω στη μοτοσυκλέτα, μεταμορφώνεται σ’ ένα απίστευτο λούνα παρκ μόλις ανακαλύψεις τη ροή της. Τεχνική μεν αλλά και γκαζερή, το να οδηγήσεις στρωτά και γρήγορα είναι θέμα γραμμών και εμπιστοσύνης στη μνήμη σου. Η λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα λέγεται “CBR 600FS”. Ο ρυθμός και ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η δύναμη, καταργούν το κιβώτιο σε μεγάλο μέρος της διαδρομής κι ο έλεγχος εναπόκειται στον δεξιό καρπό. Συνηθισμένοι από την απόδοση του “F” με την μικρή διάρκεια της δύναμης ψηλά, χρειάστηκε να περάσει λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσουμε την ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις.

Στα τεχνικά χαρακτηριστικά των δύο CBR, τρία είναι τα σημεία στα οποία εντοπίζονται οι σημαντικότερες διαφορές: Τα δύο ομόκεντρα ελατήρια των βαλβίδων του “FS” έναντι ενός του “F”, το μικρότερο βύθισμα των βαλβίδων του “FS” και η κατά ένα δόντι κοντύτερη τελική μετάδοση στο πίσω γρανάζι του Sport. Η συνεργασία αυτών των, φαινομενικά αδιάφορων μεταξύ τους λεπτομερειών, έχει σαν πρακτικό αποτέλεσμα το κράτημα του γκαζιού ανοιχτό για περισσότερη ώρα - και κατ’ επέκταση την σχέση στο κιβώτιο. Μειώνοντας το βύθισμα των βαλβίδων γίνεται μια μικρή θυσία της δύναμης στην μεσαία περιοχή στροφών, αλλά δίνεται η δυνατότητα να ανέβουν οι στροφές, καθώς η ορμή των βαλβίδων είναι μικρότερη, άρα μειώνεται η πιθανότητα για ανάδραση χτυπώντας πάνω στις έδρες τους.

Τα δύο ελατήρια με την διαφορετική ιδιοσυχνότητα εγγυώνται ότι το κλείσιμο των βαλβίδων θα γίνει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ενώ το ελαφρώς κοντύτερο γρανάζωμα ισοσταθμίζει την αίσθηση της επιτάχυνσης με την έλλειψη της δύναμης στην συγκεκριμένη περιοχή στροφών. Η ορθότητα της συγκεκριμένης επιλογής, επιβεβαιώθηκε στην μεγάλη ευθεία του “Circuito de Almeria”, όπου, στύβοντας το γκριπ του γκαζιού κρατώντας το μόνιμα στο στοπ, οι αλλαγές των ταχυτήτων δεν είχαν λόγο να γίνουν κάτω από τις 14.000 σ.α.λ., με την παροχή ισχύος να διατηρείται σταθερή κι επίπεδη μέχρι εκεί. Το συγκεκριμένο πλεονέκτημα μεταφράζεται σε πολύτιμα δευτερόλεπτα, κερδισμένα από λιγότερες αλλαγές ταχυτήτων. Σύμμαχος στην μάχη με τα δευτερόλεπτα είναι και τα απολύτως προοδευτικά και με αίσθηση φρένα του CBR. Η πληροφορία από τη μανέτα και τον λεβιέ είναι ακριβής κι η επικοινωνία του αναβάτη με τις δαγκάνες της Nissin γίνεται αμφίδρομα και αποτελεσματικά.

“Στόχος μας η απόλαυση του αναβάτη”

Το τέλος της δοκιμής των νέων CBR ακολούθησε καταιγισμός ερωτήσεων από τους Ιάπωνες και ευρωπαίους μηχανικούς σχετικά με τις παρατηρήσεις μας για τις μοτοσυκλέτες. Οι άνθρωποι της Honda κυνηγούσαν του δημοσιογράφους ακόμη και στις τουαλέτες με τα ερωτηματολόγια στο χέρι, ζητώντας την πρώτη εντύπωση για τα πάντα. Από την απόδοση και το στήσιμο, μέχρι τις χρωματικές επιλογές. Ο μόνος που δεν πολιορκούσε τους δημοσιογράφους, αλλά επεξεργαζόταν τις μοτοσυκλέτες που μόλις είχαν επιβιώσει από τα βασανιστήρια των δοκιμών, ήταν ο Hiroyuki Ito. Τα λάστιχα, οι αλυσίδες, οι αναρτήσεις, οι κινητήρες περνούσαν από τον έλεγχο του, γεμάτου αγωνία, βλέμματος του Ito-san.

Μπορεί και οι δύο εκδόσεις του CBR να είναι ακριβώς ίδιες ακόμη και χωρίς την περιβολή τους, αλλά το μαύρο χρώμα του πλαισίου του "S" προσθέτει σαφώς αγωνιστικές καταβολές και διαχωρίζει εμφανώς τη θέση του από το -"καλό παιδί"- F

Σε μια τέτοια στιγμή αδυναμίας, ο “πατέρας” των νέων CBR 600 F και Sport μας έλυσε μέρος του προβληματισμού που απασχολεί την πλειοψηφία του ειδικού τύπου παγκοσμίως: Γιατί η Honda κατασκεύασε δύο μοτοσυκλέτες που φαινομενικά είναι το ίδιο πράγμα; “Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσουμε ότι στόχος μας ήταν η ικανοποίηση του κοινού μας, κι αυτοί οι άνθρωποι είναι που ζητούσαν κάτι που θα είναι σαφώς αναβαθμισμένο, αλλά όχι μακριά από την παράδοση των CBR. Σαφώς και χρησιμοποιήσαμε σαν βάση το προηγούμενο μοντέλο, αλλά από κει και πέρα εργαστήκαμε πάνω στην κατεύθυνση της φιλικής προσωπικότητας. Σ’ ό,τι αφορά το Sport, οι διαφορές δεν είναι θεαματικές αλλά είναι όσες χρειάζονται ώστε οι ενδιαφερόμενοι αναβάτες να βρουν μια έτοιμη και γερή βάση για μια αγωνιστική μοτοσυκλέτα με μικρό κόστος. Όπως ακριβώς δηλαδή κινηθήκαμε με το VTR 1000 SP-1. Άλλωστε η φιλοσοφία μας λέει ότι η επιλογή της απλούστερης μεταξύ των λύσεων είναι αυτή που πάντα αντανακλούσε και αντανακλά την ιστορική πορεία της Honda.”

Το αγωνιστικό κιτ του νέου CBR, του οποίου η πώληση θ’ αρχίσει παράλληλα με την πώληση των CBR 600FS, περιλαμβάνει τα πάντα: Από εκκεντροφόρους και γρανάζια κιβωτίου, μέχρι διαφορετικό σώμα για τον ψεκασμό, άλλα ελατήρια βαλβίδων, ψυγείο και διαφορετική κεντρική μονάδα
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ            Honda CBR 600 F (Sport)            
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.065
Ύψος (mm):
1.135
Μεταξόνιο (mm):
1.390
Απόσταση από το έδαφος (mm):
135
Ύψος σέλας (mm):
810
Ίχνος (mm):
96
Γωνία κάστερ (˚):
24
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο δύο δοκών
Πλάτος (mm):
685
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
170 / -
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
18 / 3,5
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, τετρακύλινδρος εν σειρά με 2ΕΕΚ και 4 Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
67 x 42,5
Χωρητικότητα (cc):
599
Σχέση συμπίεσης:
12:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
110/12.500 (σ.σ. η πραγματική ιπποδύναμη που μετρήθηκε μεταγενέστερο άρθρο του ΜΟΤΟ 98,3/12.400)
Ροπή (kg.m/rpm):
6,6/ 10.500 (σ.σ. η πραγματική ροπή που μετρήθηκε μεταγενέστερο άρθρο του ΜΟΤΟ 6,1/9.900)
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
183,6
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικά ελεγχόμενος ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / 1,822
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / 2,813
 
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
1η
2,833
2α
2,062
3η
1,647
4η
1,421
5η
1,272
6η
1,173
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Μονό αμορτισέρ
Διαδρομή (mm):
120
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
17 x MT5,5
Ελαστικό:
180 / 55 – ZR17
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 220mm με δαγκάνα ενός εμβόλου
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Στροφόμετρο, ψηφιακές ενδείξεις ταχυμέτρου, μερικού και δύο ολικών χιλιομετρητών, ρολόι, στάθμη καυσίμου, θερμοκρασία ψυκτικού και ενδεικτικές λυχνίες για νεκρά/φλας/μεσαία και μεγάλη σκάλα φώτων/immobilizer
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
17 x MT3,5
Ελαστικό:
120 / 70 – ZR17
Πίεση:
 
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 296mm με δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων

 

Παρουσίαση Norton Manx R: Το προσωπικό σου Isle of Man! – Την οδηγούμε στην Σεβίλλη

Μια Superbike φτιαγμένη για τον δρόμο
Norton
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

1/9/2026

Μοτοσυκλέτα δήλωση, από εκείνες που δεν στοχεύουν να βγάλουν το κόστος εξέλιξης ή ακόμη και παραγωγής, βγαίνει μία κάθε δύο ή τρεις δεκαετίες. Το Manx R είναι το μοντέλο της δικής μας εποχής. Σύμφωνα με τους έως τώρα κύκλους της ιστορίας, θα ξανά δούμε κάτι τέτοιο από το 2045 και μετά!

Του Θάνου-Αμβροσιάδη Φελούκα
Φωτογραφίες: Norton

Το νέο πως έρχεται superbike από την Norton, ήταν το ανέκδοτο της προηγούμενης πενταετίας, όταν η εταιρεία διασώζονταν την Δευτέρα από πτώχευση και χρεωκοπούσε την Παρασκευή. Στο μεταξύ όμως είχαν ήδη δείξει ένα αστραφτερό V4 με φανταστικό ήχο που οι Άγγλοι αγωνιζόμενοι με τους οποίους είχα μιλήσει, ονειρεύονταν να το κάνουν βόλτα στους δρόμους του Isle of Man. Για αγώνα θα έβλεπαν. Κι έπειτα μία ημέρα η Norton σώζεται ξανά και αμέσως σταματά κάθε νέο, οποιαδήποτε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται στις εγκαταστάσεις που μοιάζουν όμως να βρίσκονται στο κόκκινο καθώς τα φορτηγά δεν σταματούν να μπαινοβγαίνουν. Για έξι ολόκληρα χρόνια η οικογένεια που διαχειρίζεται την TVS, χτίζει το μέλλον της Norton και ετοιμάζει την πρώτη της μεγάλη δήλωση, την υπέρλαμπρη συνέντευξη Τύπου που δεν θα έχει ούτε μία λέξη όμως, μονάχα μία μοτοσυκλέτα: Το Manx R είναι το Δελτίο Τύπου της Norton και μαζί το πρώτο βήμα στο χτίσιμο της εμπιστοσύνης στο όνομα που είχε χαθεί με τις προηγούμενες διακυμάνσεις.

Η οικογένεια της Norton έδωσε μία απλή, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά συμπυκνωμένη ως προς το νόημα εντολή στην νεοσύστατη ομάδα της Norton: «Φτιάξτε την μοτοσυκλέτα που θα καθορίσει την εταιρεία για τα επόμενα 50 χρόνια. Πατήστε πάνω στην ιστορία της μάρκας αλλά φέρτε μας το μέλλον, όχι άλλη ρετρολαγνεία, μόνο ουσία. Δεν υπάρχει κατεύθυνση ως προς τον κινητήρα, ούτε και budget συγκεκριμένο. Ξοδέψτε όσο χρειάζεται και σχεδιάστε την κατεύθυνση για να φέρετε το αποτέλεσμα αυτό». Όταν τους έδειξαν τα σχέδια για το νέο Manx R ο πατριάρχης της οικογένειας έδωσε αμέσως έγκριση, αλλά ζήτησε κάτι που θα τους παίδευε πολύ, ταυτόχρονα όμως θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα για την κατασκευή αυτής της μοτοσυκλέτας μιλώντας απευθείας στο υποσυνείδητο: «Πάρε όσο χρόνο χρειαστεί ώστε να μην φαίνεται εξωτερικά ούτε μία βίδα, ενώ το φαίρινγκ θα βγαίνει ευκολότερα από όλες τις superbike στον μισό χρόνο».

Norton

Η εντολή αυτή δόθηκε στον σχεδιαστή, τον Simon Skinner που προέρχεται από την Triumph, όμως την δουλειά αυτή έβγαλε ο σχεδιαστής των Yamaha MT-07 και της δεύτερης γενιάς του Tracer9, που άφησε το Μιλάνο, σχεδιαστικό κέντρο της Yamaha και κέντρο της αγωνιστικής ομάδας MotoGP και ζει πλέον στην Αγγλία. Συζητήσαμε για την τεράστια διαφορά που έχει η εργασία σε έναν τεράστιο όμιλο στραμμένο στην βιομηχανική εκτέλεση και τις πρακτικές κόστους που εφαρμόζει σε επίπεδο βίδας και επιλογής ροδέλας, κόντρα σε μία ομάδα-μπουτίκ που ψάχνει το εξεζητημένο. Ο άνθρωπος αυτός έχει εργαστεί πλέον και για τις δύο πλευρές του κατασκευαστικού τομέα, όπου ο σχεδιασμός στην μία περίπτωση ορίζεται από το κόστος και ψάχνει τρόπους να το ρίξει χαμηλότερα με συγκεκριμένη ανοχή στις θυσίες που απαιτεί αυτή η κίνηση. Απέναντι τώρα στο να ψάξει να βρει την πιο περίεργη λύση, όσο ακριβά και αν κοστίζει, όσο και αν επηρεάζει την γραμμή παραγωγής, απλά για να δείχνει πιο εξεζητημένο από κάθε τι εκεί έξω. Το δεύτερο σπανίζει και συνήθως δεν κρατά για πολύ, μερικές φορές ούτε για να βγει το μοντέλο σε παραγωγή, έχει πεθάνει πριν τα καταφέρει. Η TVS όμως έχει μόλις περάσει την Yamaha στην παγκόσμια κατάταξη μεγέθους κατασκευαστών και ρίχνει άπλετο χρήμα από εκατομμύρια πωλήσεις φθηνών μονοκύλινδρων της Ασίας και της Αφρικής, σε ένα εξεζητημένο V4, Made in UK.

Θα προσέξατε ίσως στην αρχή που τόνισα δύο φορές, πως είναι η οικογένεια της Norton εκείνη που όρισε την τύχη του Manx R, όχι η TVS και αυτό γιατί ασχολούνται προσωπικά με την δημιουργία του μοντέλου-δήλωση. Τέτοιες μοτοσυκλέτες, καταδικασμένες να μην βγάλουν ποτέ τα λεφτά τους, με μόνο στόχο την υστεροφημία του κατασκευαστή, έβγαιναν παλαιότερα αραιά και που και πλέον ποτέ. Σε επίπεδο βιοτεχνίας υπάρχουν και πρόσφατα παραδείγματα, αλλά σε αυτό το μέγεθος, με άνοιγμα αντιπροσωπειών σε όλο τον κόσμο και έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, το Manx R είναι το μόνο παράδειγμα της νέας χιλιετίας!

Norton

Μέχρι στιγμής έχουμε σχεδιαστές από μεγάλους κατασκευαστές, αρχιμηχανικός όμως είναι ένα εξίσου σημαντικό όνομα, ανάμεσα στα λίγα στελέχη που έχει η Ευρώπη στον τομέα αυτό, έναν άνθρωπο που τον έχουμε παρουσιάσει λίγα χρόνια πριν, τον δημιουργό του Superveloce, τον σχεδιαστή του Enduro Veloce της MV Agusta, τον Brian Gillen που και αυτός άφησε την Ιταλία. Αν υπάρχει μία χασούρα για την μοτοσυκλέτα στην Ευρώπη μεγαλύτερη από το πισωγύρισμα στην KTM, είναι η χαμένη ευκαιρία της MV Agusta και τα πολλά χρήματα των Αυστριακών που χάθηκαν εκεί. Η απόκτηση του Gillen είναι μία από τις πρώτες νίκες της Norton, έναντι του Ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Το ταλέντο ενός τέτοιου ανθρώπου σβήνει και τελικά χάνεται, όταν κάποιος του δίνει εντολές και δεν τον αφήνει να σκεφτεί, να παιδευτεί, να κάνει βήματα πίσω και μετά εμπρός σε άλλη κατεύθυνση. Η απόκτησή του είναι μόνο η μισή επένδυση, η υπόλοιπη αφορά την δημιουργία του περιβάλλοντος που μπορεί να εξυπηρετήσει αυτή την διαδικασία και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο Gillen έφυγε αμέσως μόλις ο Pierer πήρε την Mv Agusta.

Αρχίζουμε τώρα να σκιαγραφούμε τον περιβάλλον της γέννησης του Manx R, διότι χωρίς αυτή την γνώση, ο αναγνώστης δεν θα νιώσει ποτέ πώς είναι να οδηγείς ένα V4 φτιαγμένο για τον δρόμο, ανάμεσα στα υπόλοιπα πολύ καλά και πολύ εξελιγμένα, ευρωπαϊκά superbike. Το δαιδαλώδες λοιπόν σύστημα  της TVS δεν εμπλέκεται στην δημιουργία της Manx R, παρά μόνο η οικογένεια πάνω από τον κολοσσό αυτό, που βλέπει στο Manx R τον τρόπο που θα μείνει στην ιστορία της μοτοσυκλέτας: «Δεν ήμαστε αυτοί που έγιναν δισεκατομμυριούχοι με τα μονοκύλινδρα των 200 δολαρίων, αλλά οι άνθρωποι με την κατασκευαστική δεινότητα που γέννησε το Manx R».

Norton

Έδειχνα στον νεαρό σχεδιαστή σχόλια περί ομοιότητας του Manx R με την Ducati και τα έδιωξε με μία πολύ χαρακτηριστική ιταλική κίνηση που συνδυάζει τρία δάχτυλα σε κάθε χέρι, χαρακτηριστικό μειδίαμα με το στόμα και μία σειρά από όμοια φωνήεντα κολλημένα μέχρι να αδειάσει όλο το πνευμόνι. Μετά από αυτό μπόρεσε να πει πως προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο που δεν ασχολείται με το μοτοσυκλετιστικό σχέδιο, δηλαδή όλο τον πληθυσμό της Γης εκτός από μερικές χιλιάδες, που προσπαθεί να βρει μοτίβα και να αναγνωρίσει ομοιότητες. Στους προβολείς το βλέπει και ο ίδιος, υπό συγκεκριμένες γωνίες, διαφορετικά δεν υφίσταται κάτι τέτοιο. Εγώ θα πως ότι η σχέση με την Ducati είναι πιο βαθιά και αγγίζει πλέον το κατασκευαστικό κομμάτι, καθώς η Manx R είναι κατασκευασμένη στο ίδιο επίπεδο. Είναι βαρύγδουπο αλλά είναι η πραγματικότητα και μπορώ να το τεκμηριώσω, για αυτό και προβλέπω από τώρα, το τεράστιο πρόβλημα που θα υπάρχει μόλις έρθει το Atlas, ένα TVS με κουστούμι Norton. Είναι σαν η Ducati να στέλνει ένα σχέδιο για φαίρινγκ με την δική της φινέτσα στην QJMOTOR και να εισάγει έπειτα ένα κινέζικο συνονθύλευμα εξαρτημάτων που από μία ταχύτητα και πάνω δουλεύει ως μοτοσυκλέτα, αλλά σταματημένο δείχνει φανταστικό και άκρως Ιταλικό.

Είμαι πολύ συγκεκριμένος με τα παραδείγματα που φέρνω γιατί πρακτικά αυτό έκανε ο Gillen πριν φύγει από την MV Agusta και γιατί έτσι ακριβώς ήταν τα πρώτα QJMOTOR που εμείς μάθαμε ως Benelli. Είχε σχεδιάσει τον προπομπό του Enduro Veloce, το 9.5 και μαζί και το 5.5 που ήταν ένα QJMOTOR με άλλο μανδύα που θα κατασκευαζόταν στην ίδια γραμμή παραγωγής με τα Benelli. Δεν έγινε ποτέ αυτό για να δούμε αν θα μπορούσε να πετύχει, ενώ τα Benelli έκτοτε βελτιώθηκαν, όπως και η QJMOTOR, αλλά εξακολουθούν να μην είναι Ducati ή MV Agusta. Αντίστοιχα η Norton είναι αυτή την στιγμή κάτι πολύ πιο πάνω από την TVS και ας φτιάχνεται ο κινητήρας στην Ινδία. Ναι, έτσι ακριβώς, ο κινητήρας αυτός που ορισμένα εξαρτήματά του είναι Made in UK, κατασκευάζεται στην TVS αφήνοντας άναυδους του Γερμανούς της BMW που διατηρούν με την TVS μία γραμμή παραγωγής για το μικρότερο των GS, καθώς θεωρούσαν πως το επίπεδο αυτό απέχει μερικά χρόνια ακόμη. Κι όμως, βρίσκονται ήδη εκεί οι Ινδοί.

Norton

Η υπόλοιπη μοτοσυκλέτα φτιάχνεται στο νέο εργοστάσιο της Norton, ακόμη και κάποια από τα πλαστικά της απλής έκδοσης, και όλα τα ανθρακονήματα που έχει η ακριβή έκδοση που δοκιμάσαμε εμείς. Η επένδυση στο εργοστάσιο της Αγγλίας έχει φτάσει τα 250 εκατ. και συνεχίζει, δημιουργώντας την πλέον σύγχρονη γραμμή παραγωγής σε Ευρωπαϊκό έδαφος. Το πλαίσιο του Manx R, φτιάχνεται από πέντε διαφορετικά χυτά τμήματα τα οποία τοποθετούνται σε μία ρομποτική εργαλειομηχανή ταυτόχρονης συγκόλλησης. Ο συνηθισμένος τρόπος είναι να υπάρχουν διαφορετικοί σταθμοί εργασίας όπου μετά από κάθε κόλληση το πλαίσιο αφαιρείται και μεταφέρεται στην επόμενη. Αυτό όμως δημιουργεί ανοχές στην συναρμολόγηση, απειροελάχιστες από την αφαίρεση και εκ νέου ασφάλιση, όπως και από την μεταφορά, όλες εντός ποσοστού ανεκτού από την βιομηχανία. Ξέρετε ποιος άλλος κατασκευαστής έχει αντίστοιχη εργαλειομηχανή; Η Ducati φυσικά και αυτό είναι μόνο τμήμα της τεκμηρίωσης που ανέφερε νωρίτερα.

Η γραμμή παραγωγής της Norton έχει ζωντανή παρακολούθηση της ποιότητας καθώς τα εργαλεία είναι ψηφιακά και ενημερώνουν σε πραγματικό χρόνο ανά αριθμό πλαισίου, αν κάτι βιδώθηκε λιγότερο ή περισσότερο και σε πιο ακριβώς σημείο, μία ακόμη λεπτομέρεια που υπάρχει επίσης σε αρκετά εργοστάσια, όχι όμως σε όλα. Η συναρμογή του φαίρινγκ χωρίς τριγμούς, χωρίς κενά και χωρίς βίδες, φάνηκε για εμένα όταν ένας Πορτογάλος έριξε ένα από τα Manx R στην πρώτη αναστροφή που επιχείρησε. Το τιμόνι κόβει ελάχιστα και μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε αίσθηση το που τερματίζουν οι τινομόπλακες, ξαφνιάστηκε από τον μικρό κύκλο και έπεσε. Σηκώνοντας την μοτοσυκλέτα που είχε ξαπλώσει στο ανθρακόνημα, χρειάστηκε απλά ένα πάτημα με την παλάμη στο σημείο που δένει με την μάσκα και τέλος, μόνο η σπασμένη μανέτα συμπλέκτη, μαρτυρούσε την πτώση του Manx R! Για να καταλήξουν όμως στο να τα σχεδιάσουν όλα αυτά, κι ενώ εκσυγχρονιζόταν το εργοστάσιο που σημαίνει πως είχαν ένα κενό 1,5 έτους, ο Gillen και η ομάδα έπρεπε να ξεκινήσουν από κάπου.

Πως όμως πιάνεις κάτι με τόσο ιστορία για να στηριχθείς πάνω εκεί και να κάνεις το επόμενο βήμα; Έξω από το Birmingham υπάρχει το μεγαλύτερο μουσείο μοτοσυκλέτας, το έχω επισκεφθεί και σας το έχουμε παρουσιάσει αρκετές φορές. Σκέφτηκαν να ανέβουν σε όλες τις Norton, να τις διαλύσουν-μελετήσουν, μετά από άδεια με τον ιδιοκτήτη, όμως ήταν μέσα εκεί σε αυτό το μουσείο που χαράχτηκε η ταυτότητα. Κοιτώντας τις Norton δίπλα στις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της εποχής τους, δεν είδαν το ρετρό της υπόθεσης, αλλά αντίκρυσαν τα υπερσύγχρονα superbike των περασμένων ετών. Αν είχες γεννηθεί τότε, δεν έβλεπες τις Norton σαν κάτι με ρίζες στο παρελθόν, αλλά ως κάτι που ήρθε από το μέλλον και τις κοιτούσες με το αντίστοιχο δέος. Στο μεταξύ, στα μάτια του περισσότερου κόσμου μοιάζουν όλες οι μοτοσυκλέτες προ του ΄80 ίδιες μεταξύ τους και εξίσου παλιές. Το MOTO έχει περάσει από την μετέπειτα εποχή, όπου εξέταζε κανείς αν έχει σχάρα ή όχι ο εξοπλισμός μίας μοτοσυκλέτας, κοιτώντας τις φυσούνες στα καλάμια στο μεταξύ. Δεν ήταν ότι εμβάθυνε κανείς στην λεπτομέρεια περισσότερο, αλλά στο ότι είχε λιγότερα πράγματα να εξετάσει. Και εξετάζοντας τις Norton της εποχής, είδαν πως αντιπροσώπευαν το μέλλον όταν κυκλοφορούσαν στους δρόμους.

Εκεί μέσα στο μουσείο, ήταν που πήραν την απόφαση να φέρουν μία Superbike ξανά, μόνο που θα είναι έτοιμη, από το μέλλον! Τέτοιες έχουμε πολλές και ο Gillen τις ήξερε και πολύ καλά, για τον υπόλοιπο χρόνο η ομάδα έκανε μόνο εκδρομές μαζί με αναβάτες εξέλιξης με Panigale, RSV4 και S1000RR, οδηγώντας σε Mugello, Jerez, στο Μαύρο Δάσος της Γερμανίας, στο Le Mans και σε δρόμους της Ισπανίας. Όλες οι μοτοσυκλέτες ήταν καλωδιωμένες με αγωνιστικό σύστημα τηλεμετρίας συγκεντρώνοντας στο τέλος 218.000 χιλιόμετρα στις σέλες τους. Σε αυτό το διάστημα είδαν πως μόνο στο 1% του χρόνου βρισκόντουσαν πάνω από τις 8.000 στροφές και μόλις 4% πάνω από τις 7.000 στροφές. Τα μισά χιλιόμετρα από αυτές τις δύο εκατοντάδες χιλιάδες έγιναν από 4.000 έως 6.000 ενώ το 80% από 3.000 έως 7.000. Οπότε μία Superbike που θα αποδίδει στις μεσαίες στροφές θα μιλούσε απευθείας στην καρδιά του αναβάτη. Οι ταχύτεροι αναβάτες αυτών των δοκιμών έμεναν λίγη ώρα στο τέρμα γκάζι, το οποίο εκμεταλλευόντουσαν πλήρως μέσα στην πίστα και αυτό ήταν κοινό για τις τρεις μοτοσυκλέτες που η Norton δεν κατονομάζει, τους λέει ανταγωνιστής 1,2 και 3. Τους κατονομάζουμε εμείς όμως γιατί έχουμε πετύχει την ομάδα σε πίστα του εξωτερικού και έχουμε δει τις μοτοσυκλέτες που δοκίμαζαν, συλλέγοντας δεδομένα.

Norton

Η επιλογή του κινητήρα ήταν επίσης ανοικτή υπόθεση. Ναι είχαν μόλις τον V4 από την προηγούμενη χρεωκοπία, όμως ξεκινούσαν εκ νέου από την αρχή και καμία δέσμευση δεν υπήρχε. Το πρώτο που μελέτησαν ήταν η διάταξη. Έβαλαν στόχο να έχει εξαιρετικά μικρό μεταξόνιο και απόδοση πάνω από διακόσια άλογα, οπότε ήθελαν V4 αλλά όχι ενενήντα μοιρών γιατί ανοίγει πολύ το μεταξόνιο και δεν πετυχαίνει η συγκέντρωση μαζών στην οποία είχαν καταλήξει πως χρειάζονται, οδηγώντας τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές στους δρόμους. Τελικά οι 72ο μοίρες τους έδωσαν τις μικρότερες παραχωρήσεις από πλευράς χωροταξίας και σηκώνοντας τον κινητήρα σε πιο κατακόρυφη σχεδίαση, επανατοποθετώντας τον αντικραδασμικό άξονα σε άλλο σημείο και αντίστοιχα σχεδιάζοντας το κάρτερ και την κεφαλή, κατάφεραν να δώσουν το μικρότερο μεταξόνιο σε Superbike των 1200 κυβικών, αλλά ταυτόχρονα με μακρύ ψαλίδι. Αυτό δημιουργεί έναν πολύ ενδιαφέρον μοχλό όταν χρησιμοποιείς στην έξοδο την υψηλή αδράνεια του κινητήρα για να ρίξεις την μοτοσυκλέτα στο ξεκίνημα της επόμενης στροφής. Στόχος τους ήταν η υψηλή ευκολία, όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο για τον άπειρο αναβάτη. Απεναντίας ένας έμπειρος στην πίστα θα βρει στο Manx R ένα παιχνίδι με τεράστια δύναμη, όμως ας μην ξεχνάμε πως φτιάχτηκε για εκείνον που θέλει να κάνει βόλτες και πιο σπορ οδήγηση σε Track Day χωρίς ποτέ να τον ενδιαφέρουν οι αγώνες. Αυτός όμως, θα χρειαστεί προσαρμογή στην σέλα της, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα η διαχείριση αυτής της φοβερής ροπής σε μία τόσο μικρή μοτοσυκλέτα.Το καλό είναι πως μπορείς να την οδηγήσεις με χαμηλή ταχύτητα σε τουριστικό ρυθμό, παρά την τραχιά απόκριση που έχει το γκάζι.

Norton

Η μέγιστη ιπποδύναμη βρίσκεται στις 11.500, σχεδόν 2.000 στροφές κάτω από τους υπόλοιπους, όπως και η ροπή, το ίδιο νωρίτερα. Αν απέδιδε το γκάζι της στις 13.500 στροφές, τότε δεν θα είχε τραχιά απόδοση, όμως και πάλι είναι εξαιρετικά εύκολη η διαχείριση της δύναμης και ο έλεγχος της γκαζιέρας χωρίς αυτό να γίνεται πρόβλημα. Αυτό οφείλετε στην παράδοξη ανάφλεξη που δημιουργεί ένα κύμα, το ονομάζουν “phased pulse firing” και αν δεν το είχαν κάνει αυτό, τότε απλά η μοτοσυκλέτα θα κατέστρεφε το πίσω λάστιχο σε κάθε δεύτερη βόλτα, μπορεί και σε μία, μαζί με τα χέρια σου και τον αυχένα σου. Ο πρώτος κύλινδρος είναι ο πίσω όπου βάζουμε το 0 του κύκλου των 72ο με τον τρίτο και όχι τον δεύτερο κύλινδρο να έρχεται στις 180ο μοίρες. Όμως ο δεύτερος κύλινδρος δεν χτυπά στις 360ο όπως θα περίμενε κανείς αλλά περιμένει άλλες 72ο και έτσι η ανάφλεξη γίνεται στις 432ο συνολικής περιστροφής ή αν θέλετε 252ο μετά τον τρίτο κύλινδρο. Ο τέταρτος τώρα δεν περιμένει τόσο, αλλά έρχεται ξανά σε διάστημα 180ο από τον δεύτερο, συνολικά 612ο από την αρχή του κύκλου και αυτό αφήνει μόνο 108ο για τον πρώτο κύλινδρο. Μεταφέροντας την απόσταση και αλλάζοντας την σειρά, δημιουργούν μία κυματιστή απόδοση, αρκετά πιο ομαλή από άλλους V4 συνδυάζοντας με ένα λόγο γραναζώματος τελικής μετάδοσης πολύ ιδιαίτερο για Superbike, στο 2.41, όταν η πρώτη σχέση στο κιβώτιο έχει λόγο γραναζιών 2.60. Αν τώρα τα ηλεκτρονικά δεν είναι από μόνα τους εξελιγμένα σε άλλο επίπεδο, αντίστοιχο αυτών των επιλογών, τότε η μοτοσυκλέτα δεν θα μπορούσε να έχει την επιθυμητή φιλικότητα και να είναι ένα μέσο διασκέδασης όλες τις ώρες. Διότι δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί από την πλειοψηφία.

Η απάντηση δόθηκε από την Marzocchi που έφερε μία λύση από τα MotoGP απευθείας. Εκτός της IMU 6 αξόνων τα ηλεκτρονικά της Norton έχουν ένα αναλογικό ποτενσιόμετρο μέσα στο καλάμι και έτσι δεν χρειάζεται να μαντεύουν αν η μοτοσυκλέτα σουζάρει ή ανεβαίνει ανηφόρα. Μία μαντεψιά που με την IMU δεν είναι παραπάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, αρκετό όμως διάστημα στις ταχύτητες που μιλάμε, ιδιαίτερα όταν περνάς λακκούβες με 220-240 στο κοντέρ ή κρατάς το γκάζι ανοικτό με γεμάτη τετάρτη πάνω από κούρμπες του δρόμου που απογειώνουν τον εμπρός τροχό. Η διαφορά για εμένα φάνηκε απευθείας μέσα στην πίστα καθώς βρισκόμουν εκεί μόλις με δύο εβδομάδες διαφοράς από τον εξάωρο αγώνα με το νέο GSXR-R.

Διαφορετική χάραξη πίστας, καθώς το Monteblanco δίνει αυτή την δυνατότητα, αλλά ίδιες οι πίσω στροφές με την έντονη υψομετρική δεξιά που οδηγεί σε σούζα. Συγκριτικά παραμένει το GSXR-R πολύ πιο εύκολη μοτοσυκλέτα, όμως όταν συνηθίσεις την εκρηκτικότητα του Manx R, αντιλαμβάνεσαι πως απλώς πρόκειται για δύο διαφορετικά rollercoster. Εκεί που το GSXR-R σηκωνόταν προβλεπόμενα και αργά αλλά εύκολα σου έφευγε ψηλότερα από αυτό που θα ήθελες, το Manx R σηκώνεται πιο απότομα αλλά πολύ πιο προβλέψιμα. Το πιο εντυπωσιακό όμως, που δεν έχω πετύχει ποτέ σε άλλη μοτοσυκλέτα ήταν η αργή επαναφορά του εμπρός τροχού όσο ήταν στον αέρα. Δεν είχες το κρέμασμα που νιώθεις στο τιμόνι κάθε μοτοσυκλέτας που μόλις έχει σουζάρει δίνοντας την μέγιστη διαδρομή, αλλά μία αργή επαναφορά και μία μαγευτική προσγείωση στα μαλακά, χωρίς να έχεις προσπαθήσει να το γλυκάνεις με το γκάζι. Διότι στην πίσω μεριά της πίστας δεν έχεις αυτή την ευχέρεια, πρέπει να πέσεις στα φρένα για την αριστερή που ακολουθεί. Στον πρώτο γύρο μου φάνηκε πως ήταν ιδέα μου και χρειάστηκε τρεις ακόμη για να βεβαιωθώ πως η εμπρός ανάρτηση κάνει κάτι καινούριο και πως τα ηλεκτρονιά προσπαθούν να σε κάνουν να νιώσεις καλύτερα στην σούζα, αντί να την κόψουν και να σε προσγειώσουν σε κάτι που μπορούν να ελέγξουν καλύτερα. Ο Gilles με ευχαριστεί που συζητάμε κάτι που προσπάθησαν να πετύχουν και επιβεβαιώνει πως είναι από σχεδιασμό, είναι κάτι που πέτυχαν μετά από αρκετή προσπάθεια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσει κανείς για δεύτερη φορά πως μιλάμε για τις κάρμπον ζάντες που από μόνες τους αξίζουν όσο ένα Superbike και μαζί με τα υπόλοιπα ανθρακονήματα ανεβάζουν την τιμή κατά σχεδόν 50% από την έκδοση που έχει απλά τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις και σχεδόν 90% συγκριτικά με την βασική έκδοση, σε τιμές Αγγλίας που είναι και οι μόνες γνωστές αυτή την στιγμή. Με τις κανονικές ζάντες που και εγώ θα προτιμούσα για μοτοσυκλέτα που κινείται σε δρόμους γεμάτους λακκούβες, το φαινόμενο αυτό θα είναι μικρότερα, αλλά θα συνεχίσει να υπάρχει και να χαρακτηρίζει τις επικές σούζες ισχύος που σου προσφέρει αυτή η μοτοσυκλέτα όταν σερφάρει στο τσουνάμι ροπής που στέλνει στον πίσω τροχό, διότι απλό κύμα δεν είναι. Ο Gilles θέλει το όνομα της Norton να γίνει συνώνυμο της Ροπής από εδώ και πέρα και για μία μικρή μερίδα αγωνιζόμενων που το πήγαν στο Isle of Man για διασκέδαση και τελική έγκριση πριν την παραγωγή, ο χαρακτηρισμός αυτός ήδη ισχύει.

Norton

Στον επαρχιακό δρόμο είναι άλλωστε που το Manx R θα ξεδιπλώσει τις αρετές του. Στα είκοσι χρόνια της καριέρας μου εδώ, δεν έχω ξανά πάει ταχύτερα σε αποστολή μοτοσυκλέτας. Φταίει βέβαια που η Norton είχε προσλάβει την εταιρεία που εμπιστεύεται και η Triumph για τις παρουσιάσεις μοτοσυκλετών όπου ένας από τους τρεις πλοηγούς που έχουν είναι ξακουστός στον μικρόκοσμο, έχει μαζέψει κατά καιρούς διάφορα παράπονα από άλλους δημοσιογράφους για τον υψηλό ρυθμό που κρατά, παλαιός αγωνιζόμενος σε Tourist Trophy και προπονητής αναβατών για το BSB, ο Γκάμπι με χαιρέτισε πριν ξεκινήσουμε και με έβαλε στην πρώτη μοτοσυκλέτα πίσω του, γελώντας σαρδόνια. Κατάλαβα τι με περίμενε αλλά όχι σε αυτό τον βαθμό που ακολούθησε. Ξεφύγαμε από το υπόλοιπο γκρουπ και κάποια στιγμή τον άφησαν να ανοίξει και μπροστά καθώς ήταν μορφή αγώνα πλέον και όχι γρήγορη βόλτα. Μιλώντας με τους αντίστοιχους στην πρώτη σέλα, από τα υπόλοιπα γκρουπ μιας και γνωριζόμαστε μετά από τόσα χρόνια, είχαν την ίδια αντίδραση. Από ένα σημείο και μετά τον άφησαν διότι πήγαιναν ταχύτερα στην κλειστή διαδρομή, από ότι στην πίστα κάνοντας ένα κανονικό Isle of Man! Οι δυνατότητες αυτής της μοτοσυκλέτας ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, όχι λίγο αλλά πολύ. Ο ήχος της είναι φανταστικός γιατί φτιάχτηκε άλλωστε από τον άνθρωπο που έφερε την Superveloce στην Γη και καθότι πιο δύσκολο, μία αρκετά καλή δόση του ήχου αυτού έχει και η Enduro Veloce. Το ακούς να έρχεται σε επαρχιακό δρόμο από μακριά και είσαι ανάμεσα σε αυτοκίνητο Rally ή MotoGP μοτοσυκλέτα, ανάλογα τα πρανή και το ύψος τους, μπορεί και τα δύο μαζί!

Η τεράστια έγχρωμη οθόνη των 8 ιντσών, συγκριτικά με το μέγεθος της μοτοσυκλέτας, προσφέρει πλοήγηση και συνδέεται με το κινητό και αν δεν το κάνεις αυτό, αφήνει μεγάλο μαύρο κενό χωρίς πολλές ενδείξεις, στοιχείο πως μπορούσε να γίνει μικρότερη. Στο μεταξύ όλοι οι διακόπτες είναι μεταλλικοί, θέλοντας αυτή η αναβαθμισμένη αίσθηση και η διαφορά από κάθε τι άλλο να περνά μέσα από γάντι και να φτάνει στο χέρι σου. Τι θα γίνει, λέω στον Gilles, όταν θα πάρω ένα Manx R και θα το παρκάρω στο Ελληνικό καλοκαίρι δίπλα στο κύμα; Δεν θα γίνει τίποτα, απάντησε κατευθείαν. Το καλό με την TVS είναι πως ήθελαν να ξεχωρίσουν στην τοπική αγορά τους όχι ως οι φθηνότεροι, αλλά ως εκείνοι με την μεγαλύτερη αντοχή στον χρόνο. Έχουν ένα μηχάνημα πλύσης αλατιού και από εκεί περάσαμε και τους διακόπτες. Προσομοίωση 30 ετών έκθεσης μέσα σε 700 ώρες γιατί ανεβοκατεβάζουμε την θερμοκρασία πολύ γρήγορα στους 45ο κελσίου από πολύ χαμηλά, κρατώντας την υγρασία πολύ ψηλά με αλατισμένο νερό. Αν μπεις εκεί μέσα, βγαίνεις σταφίδα. Οι πλαστικοί διακόπτες έχουν χάσει το χρώμα τους στο μισό χρόνο, αυτοί εδώ έβγαλαν όλο τον κύκλο. Θα σας αφήσω με το εξής απλό ερώτημα: Πως θα μπει στο μέλλον δίπλα στο Manx R, ένα Norton φτιαγμένο απευθείας από την TVS;

Εξοπλισμός αναβάτη
Στολή: Bering
Κράνος: SHOEI
Μπότες: Sidi
Γάντια: Bering

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Μοντέλο:

Norton Manx R

 

Αντιπρόσωπος:

MUVUS AE

Τιμή:

Αναμένεται

Εγγύηση:

3 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

-

Ύψος (mm):

-

Μεταξόνιο (mm):

1.435

Απόσταση από το έδαφος (mm):

-

Ύψος σέλας (mm):

840

Ίχνος (mm):

94,5

Γωνία κάστερ (˚):

24,1

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Χυτό αλουμινίου περιμετρικό

Πλάτος (mm):

-

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

210 / 219

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος τετρακύλινδρος διάταξης V 72 μοιρών με 2ΕΕΚ, 4 β/κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

82 x 55,1

Χωρητικότητα (cc):

1200

Σχέση συμπίεσης:

14:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

206 / 11.500

Ροπή (kgm/rpm):

13,25 / 9.000

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

171,66

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

4-2-1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος με υποβοήθηση

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια / 1.6491

1η  Σχέση

2.60

2η Σχέση

2.06

3η Σχέση

1.70

4η Σχέση

1.48

5η Σχέση

1.35

6η Σχέση

1.26

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια / 2.41

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο πιρούνι Marzocchi

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120//45

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17” x 3.50”

Ελαστικό:

Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4 120/70 ZR17

ΦΡΕΝΟ

Διπλοί ημι-πλευστοί δίσκοι 320 mm με ακτινικές δαγκάνες Brembo Hypure και Bosch Cornering ABS EVO

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Marzocchi RSU

Διαδρομή (mm):

126

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17” x 6.00”

Ελαστικό:

Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4 200/55 ZR17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 245 mm με πλευστή δαγκάνα δύο εμβόλων Brembo και και Bosch Cornering ABS EVO

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Έγχρωμη TFT οθόνη 8 ιντσών με δυνατότητα συνδεσιμότητας και πλοήγησης, ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, ένδειξη επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, πίεσης ελαστικών, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα με δυνατότητα ρύθμισης καλωσορίσματος, Riding Modes, χαρτογραφήσεις κινητήρα, cornering cruise control, ρυθμιζόμενο traction control με cornering χαρακτηριστικά, ρυθμιζόμενο ABS με cornering χαρακτηριστικά, μεταλλικοί διακόπτες, ημι-ενεργητικές αναρτήσεις, καρμπον τροχοί, μπαταρία ιόντων λιθίου, αντικλεπτική παρακολουθήση θέσης μοτοσυκλέτας, keyless, hill hold, slide control.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

14 / -