Το MOTO στις Σέρρες - Superbike & Gentlemen 2017!

Όνειρα με ανοικτά μάτια
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/9/2017

Προετοιμάζοντας το τεύχος της 1ης Σεπτεμβρίου, βρεθήκαμε μέσα στον Αύγουστο με δύο ολοκαίνουρια superbike που ήθελαν στρώσιμο, χάδια και φροντίδα για τα παιδικά τους βήματα δηλαδή, πριν συγκεντρώσουμε ανθρώπους και ελαστικά για να βρεθούμε όλοι μαζί στις Σέρρες για κάτι ανεπανάληπτο: Τρεις κορυφαίοι Έλληνες αναβάτες, που σε λίγες μέρες κονταροχτυπιούνται για το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας, θα συμβίωναν ειρηνικά και φιλικά, θα γινόμασταν μία παρέα με σκοπό να φέρουμε το πιο έγκυρο, το πιο δυνατό αποτέλεσμα: Την άποψή τους για ένα πολύ συγκεκριμένο τμήμα της ζωής αυτών των μοτοσυκλετών, εμπλουτίζοντας την δοκιμή του MOTO. Το πρώτο μεγάλο «μπάμ» έγινε αμέσως στα περίπτερα όλης της χώρας, με την δοκιμή του Suzuki GSXR1000R και χρόνο διαστημικό για μία ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα. Στο τεύχος που κυκλοφορεί μαθαίνετε όλες τις λεπτομέρειες κι έτσι διαβασμένοι, δεν θα έχετε απορίες για το μεγάλο συγκριτικό που θα ακολουθήσει: Honda CBR1000RR vs Suzuki GSXR1000R, μέσα από συνολικά πέντε αναβάτες, δύο από το περιοδικό και τρεις κορυφαίοι αγωνιζόμενοι!

Βέβαια στο ίδιο τεύχος θα προηγηθεί και η δοκιμή του CBR1000RR, η πιο πλήρης στην Ελλάδα, με ταξίδι και οδήγηση στο δρόμο, μετρήσεις επιδόσεων, δυναμομέτρηση στο ίδιο δυναμόμετρο που έχει μετρήσει όλα τα superbike, αλλά και ζύγισμα, κάτι πολύ σημαντικό σε κάθε μοτοσυκλέτα και πολλαπλάσια στην συγκεκριμένη περίπτωση. Γιατί η διαφορά τους στα κιλά είναι μεγάλη, το θέμα όμως για το αν περνάει αυτή η διαφορά από την ζυγαριά στο δρόμο και μετά στην πίστα είναι κάτι σύνθετο και θα αναλυθεί στην έντυπη έκδοση για να έχει την έκταση που του αξίζει.

Προετοιμάζοντας όμως ένα τέτοιου είδους συγκριτικό, που τοποθετείται μακριά από την σημερινή ελληνική πραγματικότητα, προέκυψαν πολλές παράλληλες ιστορίες. Στα 32 χρόνια της ιστορίας του, το MOTO έχει διοργανώσει πολλά συγκριτικά για superbikes, πολυπληθή με τεράστια συμμετοχή μοτοσυκλετών και αναβάτων, έχει μαζέψει λοιπόν πολλές ιστορίες, αυτή όμως είναι λίγο πιο διαφορετική. Γιατί πέρα από την διαχείριση μίας τόσο ακριβής διαδικασίας με τα σημερινά σφιχτά πλαίσια, είχαμε να φροντίσουμε και τρεις προσκεκλημένους, που είναι όλοι τους ανταγωνιστές. Αυτό που δεν περιμέναμε, ήταν να καταλήξουμε μία μεγάλη παρέα με πειράγματα, με αστεία που άφηναν ένα ηχηρό γέλιο, με μία συνεννόηση και έναν εσωτερικό κώδικα, σαν να είμασταν χρόνια φίλοι. Κι ήταν ίσως εξαιτίας αυτού του κλίματος, που πάντα βρισκόταν ένας εθελοντής μόλις εμφανιζόταν η παραμικρή δυσκολία!

Πώς είναι στην καθημερινότητά τους ο Παρασκευόπουλος Χάρης, ο Πίππος Λευτέρης και ο Συνιώρης Σάκης; Ποιος είναι εκείνος που λέει αστεία μέχρι να κλάψουν όλοι με μαύρο δάκρυ, ποιος είναι σοβαρός και λιγομίλητος, ποιος καταναλώνει χιλιάδες θερμίδες στο πρωινό και τις έχει κάψει όλες πριν ακόμα μπει στην πίστα;

Μετά από τρεις μέρες στις Σέρρες, εκατοντάδες γύρους μέσα στην πίστα, εκατοντάδες χιλιόμετρα στο δρόμο, λιωμένα ελαστικά, αεροπλάνα, βραστά αυγά, σουβλάκια άπαχα και μερικούς τόνους ανέκδοτα, γεμίσαμε γνώσεις για τα GSXR και CBR, περνώντας μερικές εκπληκτικές στιγμές. Ας δούμε όμως και την άλλη πλευρά των αναβατών ξεκινώντας με αλφαβητική σειρά:

 
Παρασκευόπουλος Χάρης

Είναι ο ίδιος μία κανονική μηχανή, ακούραστη και με… blueprints από κάποιο ελβετικό ωρολογοποιείο για να δουλεύει με τόση ακρίβεια. Ξεκινούσε την ημέρα του από τις 06:00 το πρωί με σκληρή γυμναστική, κατανάλωνε μερικές χιλιάδες θερμίδες και συνέχιζε μέχρι τις 09:00 κάνοντας γύρους στην πίστα με τα πόδια, πριν ακούραστος καβαλήσει τις μοτοσυκλέτες για να συνεχίσει οδηγώντας με αγωνιστικό ρυθμό. Έτοιμος να ψάξει ρυθμίσεις, να βοηθήσει σε διαδικασίες, γυρνούσε ασταμάτητα αφήνοντας κάθε φορά μερικά γραμμάρια μετάλλου στην πίστα, ξύνοντας ότι ήταν δυνατό να ξύσει…

 

Πίππος Λευτέρης

Ο άνθρωπος που μπορεί να ζωγραφίσει το χαμόγελο ακόμα και στο πιο σφιχτό πρόσωπο, έχει κάθε στιγμή την κατάλληλη ατάκα και μία αφοπλιστική ειλικρίνεια που στην πετά κατάμουτρα με μία γερή δόση χιούμορ, κι έτσι δέχεσαι να ακούσεις το οτιδήποτε και πάλι να σκας στο γέλιο. Μεγάλη εμπειρία στους αγώνες, χαρισματική προσωπικότητα, πολυτάλαντος και ειλικρινής, ο Λευτέρης θα γίνει η ψυχή της παρέας μέχρι τα αστεία να κοπούν και να μπει στην πίστα, ίσως το μοναδικό σημείο σε αυτό τον κόσμο που σταματά να κάνει πλάκα.

 

Συνιώρης Σάκης

Ο Έλληνας πολυπρωταθλητής που έχει ταυτίσει το όνομά του με τους αγώνες ταχύτητας, χωρίς να χρειάζεται συστάσεις. Υπολογίζει με ακρίβεια τα πάντα γύρω του και αποφεύγει το ρίσκο επιδεικνύοντας επαγγελματισμό και στοχεύοντας στο πρωτάθλημα με χαρακτηριστική ακρίβεια. Αλάνθαστος στην πίστα και απόλυτα ακριβής, δεν αφήνει περιθώρια για να χαθεί ο έλεγχος. Ανεξάρτητος και ταυτόχρονα μέρος της παρέας συνομιλώντας με όλους, από τους ανταγωνιστές του μέχρι όλους όσους ήρθαν για να παρακολουθήσουν, ήταν έτοιμος να μας δώσει την κριτική του σε κάθε στάδιο της δοκιμής, χωρίς περιστροφές.

 

Γιάννης Περιστεράς

Μαζί με τον Σάκη Συνιώρη και ως μέρος της αγωνιστικής του προετοιμασίας, ήταν στις Σέρρες μαζί μας ο Γιάννης Περιστεράς. Έτοιμος να ανέβει στις Superbike και να φύγει αν τον αφήναμε, πράγμα που δεν το κάναμε για δύο λόγους: ότι θα είχαμε να λογοδοτήσουμε αν συνέβαινε κάτι κι έπειτα επειδή θα γύριζε ταχύτερα από εμάς και θα μας ντρόπιαζε! Ο Γιάννης έχει όλο το μέλλον μπροστά του για μία πλούσια καριέρα, πράγμα που του το ευχόμαστε.

 

Δύο ιαπωνικές superbike μοτοσυκλέτες λοιπόν, με ισχυρούς χαρακτήρες, έρχονται αντιμέτωπες μεταξύ τους, στα χέρια αναβατών με εξίσου ισχυρές προσωπικότητες. Ο συνδυασμός ήταν εκρηκτικός και καταφέραμε να συνδυάσουμε όλα τα στάδια που απαιτεί μία τέτοια δοκιμή, με άφθονες ενδιάμεσες στιγμές, όπως η παρακάτω:

Ο Λευτέρης ανεβαίνει στην πίσω σέλα του GSXR, με τον Χάρη να οδηγεί, και μας κλείνει το μάτι: «θα δω καλύτερα τις γραμμές του τώρα», πριν το λουράκι του κράνους του κόψει την ανάσα γιατί ο Χάρης έχει ξεκινήσει σουζάροντας. Η πραγματικότητα εξελισσόταν διαφορετική για τον Λευτέρη, όταν αρχίσαμε να βλέπουμε πως ο Χάρης δεν είχε σκοπό να πάει πολύ χαλαρά και μετέτρεπε εκείνη την στιγμή το GSXR1000R σε μηχανάκι του Randy Mamola… Φτάνοντας στην ευθεία ακούμε το GSXR να επιταχύνει δυνατά και τον Λευτέρη να βγάζει κραυγές για όλο τον υπόλοιπο γύρο που –χαλαρά όπως μας είπε μετά ο Χάρης ότι πήγαινε- έγραψαν χρόνο σε χαμηλό 1:28 με τα ελαστικά που ήδη είχε η μοτοσυκλέτα. «Το παιδί είναι…. Εγώ δεν το ξανά κάνω αυτό» έλεγε ο Λευτέρης, με τον Χάρη να σκάει ένα χαμόγελο και να ζητά τον επόμενο εθελοντή για να ξύσουν μαζί, μόλις σφίξουν αναρτήσεις. Κανείς δεν βρέθηκε πρόθυμος, προς μεγάλη απογοήτευση του Χάρη…

Η διαδικασία της δοκιμής, όπου πέντε αναβάτες πρέπει να οδηγήσουν δύο μοτοσυκλέτες ο καθένας και να έχουν μία σειρά από φωτογραφίες και με τις δύο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια χρόνου. Δοκιμή των μοτοσυκλετών με τα δικά τους ελαστικά, των ηλεκτρονικών και των ρυθμίσεών τους μαζί με την πολύπλοκη φωτογράφιση, καταναλώνουν πλήρως μία ημέρα. Αργά το βράδυ έπρεπε να αλλάξουμε ελαστικά για να είναι έτοιμες οι superbike για την επόμενη μεγάλη μέρα, που η επίσημη χρονομέτρηση της πίστας και το κυνήγι του χρονόμετρου μας περίμενε για να ολοκληρωθεί η δοκιμή, αφού πρώτα ρυθμίζαμε ξανά αναρτήσεις. Το βράδυ θα γίνουμε μία μεγάλη παρέα, θα καταλήξουμε στην επιλογή ταβέρνας στο κέντρο των Σερρών και αφού μοιραστούμε ιστορίες και πεθάνουμε στα γέλια με τις ατάκες του Λευτέρη, θα γυρίσουμε όλοι μαζί στο ξενοδοχείο.. ή μάλλον όχι όλοι, γιατί ο Χάρης επιλέγει να συνεχίσει την γυμναστική με περπάτημα μέχρι το ξενοδοχείο που είναι ψηλά, έξω από την πόλη, και που το χαρακτηρίζει πολύ χαλαρό για βράδυ…

Τα ολοκαίνουρια slick ελαστικά της Dunlop θερμαίνονται στις κουβέρτες νωρίς το πρωί, όσο ξεκινούν οι διαδικασίες για την χρονομέτρηση με το επίσημο σύστημα χρονομέτρησης της πίστας, την συνέχιση της φωτογράφισης και την ολοκλήρωση της δοκιμής. Μέχρι να μπούμε σε van, φορτηγά και αεροπλάνα για να επιστρέψουμε πίσω, έχουμε περάσει τρεις μέρες με πολύ οδήγηση και πολύ γέλιο, σαν μία μεγάλη παρέα, με πολλές σημειώσεις και πλούσια καταγεγραμμένη εμπειρία οδήγησης στην πίστα των Σερρών με τις δύο ολοκαίνουριες ιαπωνικές superbike. Για τα ελληνικά δεδομένα ήταν επιτυχία που καταφέραμε να συγκεντρώσουμε αυτές τις δύο μοτοσυκλέτες και φυσικά συγχαρητήρια αξίζουν και στις αντιπροσωπείες που ανταποκρίθηκαν. Άλλη μία επιτυχία ενάντια στην εποχή, όπως το αντίστοιχο Track Day Dreams που αποτελούσε παγκόσμια πρωτοτυπία στις μέρες του. Ευελπιστούμε όμως στο κοντινό μέλλον να έχουμε την ευκαιρία για ένα συγκεντρωτικό συγκριτικό τεστ όλων των superbike!

Είχαμε σημαντική βοήθεια για να τα καταφέρουμε και σε αυτό βέβαια: Η Dunlop μας παρείχε slick ελαστικά για να τα δοκιμάσουμε αλλά και για να βοηθήσει στο συγκριτικό μας, ώστε οι μοτοσυκλέτες να συγκριθούν με τα ίδια ελαστικά. Το κατάστημα MOTO SPORT ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - BMW MOTOSERVICE μας βοήθησε δυναμικά στην πίστα και στις διαδικασίες της δοκιμής, η εταιρία Moto Kafetzis – Serres έκανε υπερωρίες για να μας αλλάξει ελαστικά και να ελέγξει τις μοτοσυκλέτες μετά από μία τέτοια βαριά ημέρα οδήγησης, και φυσικά η εταιρία Peristeras Tyres ανέλαβε την προμήθεια ελαστικών, την αλλαγή τους στην Αθήνα και μας παρείχε και πρόσθετα ζευγάρια για ασφάλεια. Η δουλειά μας έγινε πολύ καλύτερη με την βοήθειά τους και τους ευχαριστούμε θερμά.

Πιο θερμά από όλους βέβαια πρέπει να ευχαριστήσουμε τους τρεις Έλληνες αναβάτες για τον χρόνο που επένδυσαν, την παρέα που προσέφεραν και την διάθεση να συμμετέχουν σε μία δοκιμή που έχει πολύ κούραση και απαιτεί πολύ δουλειά. Παρασκευόπουλος Χάρης -Πίππος Λευτέρης - Συνιώρης Σάκης, σας ευχαριστούμε και ανανεώνουμε για το επόμενο τεύχος με ένα συγκριτικό που θα κάνει νέο μεγάλο πάταγο!

 

Ξέρετε μία από τις πλευρές του Πανελληνίου Πρωταθλήματος Ταχύτητας, είναι ένα κλειστό περιβάλλον με αγωνιζόμενους που κάνουν μία υπερπροσπάθεια να συγκεντρώσουν τους απαραίτητους πόρους, μηχανικοί που προσπαθούν να κάνουν θαύματα με μικρά έξοδα, εταιρίες που επενδύουν μεγάλα ποσά με μικρό αριθμητικό αντίκρισμα και μία μικρή στρατιά από ανθρώπινους δορυφόρους και μετεωρίτες που είτε βοηθούν αρκετά, είτε δημιουργούν προβλήματα, είτε και τα δύο. Συχνά όχι από πρόθεση, αλλά από παρεξήγηση κι αυτό το πράγμα στον συγκεκριμένο χώρο -η παρεξήγηση- είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Φανταστείτε ότι μόλις άρχισε να ακούγεται τι πάει να κάνει το MOTO, άρχισαν και τα πρώτα τηλέφωνα. Θέλετε από ζήλια, θέλετε από αθώο αστείο που παρεξηγήθηκε, οι αναβάτες που θα είχαμε μαζί μας, άκουγαν σχόλια όπως, «το MOTO έπρεπε να πάρει μόνο εσένα», «οι άλλοι είναι χειρότεροι μην τους κάνεις παρέα» κτλ.. Υπήρχαν προβλήματα με χορηγούς και εταιρίες για τις κοινές φωτογραφίες και ένα σωρό υπέροχα και μικρά προβληματάκια που μας έκαναν να γελάμε λίγο, ακούγοντας τι τους έλεγε ο ένας κι ο άλλος. Για αυτό αξίζει να εστιάσουμε για λίγο στην ιστορία όπως την ζήσαμε, γιατί δεν είναι όλα μίζερα, ή δεν χρειάζεται να είναι. Μπορούμε αν θέλουμε να γυρίσουμε το πρίσμα και να τα δούμε όλα λίγο πιο σκοτεινά, να δούμε την αρνητική πλευρά ανθρώπων, να εστιάσουμε στην μικρή ή μεγάλη ιστορία τους, όμως αυτό είναι το συνηθισμένο στην Ελλάδα σε μία χώρα που αναδεικνύει το άσχημο για να μειώσει προσωπικότητες και προσπάθειες. Εμείς ζώντας τρεις μέρες σαν παρέα με τρεις από τους κορυφαίους Έλληνες αναβάτες, έχουμε μονάχα καλά λόγια να πούμε και θα ανανεώσουμε το ραντεβού, σκοπεύοντας μάλιστα να γίνει ακόμα πιο μεγάλο την επόμενη φορά, ακόμα πιο μακριά από τα ελληνικά δεδομένα!

ΔΟΚΙΜΗ: Ducati Scrambler Icon (2015-2018)

Το Scrambler της έριδος
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

20/9/2018

 

Το 2015 η Ducati μπήκε στο χορό των neoretro, δημιουργώντας μια ολόκληρη σειρά μοντέλων υπό την ονομασία Scrambler. Μάλιστα για να τονίσει ακόμα περισσότερο πόσο σοβαρά αντιμετωπίζει αυτή την κατηγορία, παρουσίασε τα Scrambler ως ξεχωριστή μάρκα σε σχέση με την Ducati. Εμείς οδηγήσαμε πρώτα την έκδοση Scrambler κι αυτές είναι οι εντυπώσεις που μας είχε αφήσει τότε:  

Ελάχιστες είναι οι φορές που μια μοτοσυκλέτα διχάζει τόσο πολύ το κοινό. Στην προκειμένη περίπτωση του Ducati Scrambler έχουμε το εξής πεδίο διαφωνίας: πρόκειται για ένα  fashion icon ή για μια πραγματική μοτοσυκλετιστική αξία; Μην προσπαθήσετε να δώσετε την απάντηση με τη λογική του άσπρου-μαύρου. Εδώ το γκρι έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία κι από τις πενήντα αποχρώσεις του μαζί

Από τη μια μεριά, μέσα σε μια εβδομάδα ήταν δύσκολο να συντελεστεί στιλιστική μεταμόρφωση. Τα γένια δεν θα προλάβαιναν να μεγαλώσουν τόσο πολύ και η παρουσία φράντζας στη δική μου περίπτωση είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Η γκαρνταρόμπα μου θα έχριζε ριζικής ανανέωσης και τα χίπστερ-στέκια μου είναι δυστυχώς άγνωστα.

Από την άλλη, γιατί θα έπρεπε κάποιος να ακολουθήσει της επιταγές του τμήματος μάρκετινγκ της Ducati για να οδηγήσει το Scrambler; Επειδή μια παρέα πέντε ατόμων συνέδεσε τη χίπστερ τάση με την αναβίωση του ιστορικού ονόματος στα διαφημιστικά φυλλάδια και στα βίντεο που συνοδεύουν την προώθηση του μοντέλου, θα πρέπει να ανήκει σ' αυτή την "κουλτούρα" για να το ευχαριστηθεί; Μήπως το Scrambler τείνει να γίνει δημοφιλές για τους λάθος λόγους κι όχι γι' αυτό που πραγματικά είναι; Και εν τέλει, τι είναι αυτό που ουσιαστικά μετράει σε μια τέτοια μοτοσυκλέτα; Το στιλ ή αυτό που προσφέρει; Αρνούμενος να φτιάξω ρεβέρ στα τζιν μου, να γεμίσω την ντουλάπα μου με καρό πουκάμισα και να μείνω αξύριστος, αποφάσισα να εξερευνήσω την δεύτερη πτυχή του προβληματισμού αναζητώντας την αλήθεια μέσα στις αερόψυκτες πιστονιές του δικύλινδρου "L", αντί στην δημιουργία ενός κατάλληλου image.

Φτιαγμένο να αρέσει

Το Scrambler είναι ένα ιστορικό όνομα για την Ducati, αντιπροσωπεύοντας μια ολόκληρη οικογένεια μοτοσυκλετών της δεκαετίας του '60 και το '70, φτιαγμένες κατόπιν ειδικής απαίτησης του τότε Αμερικανού dealer της φίρμας, προκειμένου να αντιμετωπίσει την επέλαση των αντίστοιχων βρετανικών χωματερών μοτοσυκλετών στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Σήμερα, η σχέση του σύγχρονου Scrambler με αυτήν την παράδοση είναι μόνο… το όνομα. Τώρα, έχουμε να κάνουμε με μια entry level μοτοσυκλέτα που με το άλλοθι της κληρονομιάς φιλοδοξεί να μεταφέρει μια "μυρωδιά" από Ducati στους αμύητους. Τυλιγμένο σε ένα νέο-ρετρο-χίπστερ περιτύλιγμα, προσφέρει τις βασικές αξίες που πρεσβεύει η ιταλική εταιρεία, ποντάροντας από τη μια μεριά στην απλότητα της κατασκευής και από την άλλη στην οικογενειακή ταυτότητα που φιλοδοξεί να δημιουργήσει η σειρά των Scrambler με όλη την προίκα που τη συνοδεύει.

Ο σχεδιασμός της μοτοσυκλέτας δανείζεται μεν στοιχεία από το παρελθόν, που πιο πολύ έχουν να κάνουν με την λιτότητα του εξοπλισμού, αλλά από την άλλη διαθέτει και τη σύγχρονη θεώρηση για το τι σημαίνει απλό και λιτό. Το Icon, που είναι η πιο βασική από τις τέσσερις εκδόσεις, διαθέτει και τις λιγότερες επεμβάσεις από το εργοστάσιο προσφέροντας μια αρκετά ικανοποιητική βάση για customizing. Οι χυτές αλουμινένιες ζάντες δεν είναι ίσως από τα στοιχεία που κρατούν δεσμούς με την παράδοση, ούτε και το ψαλίδι-μπανάνα που θυμίζει περισσότερο τα αντίστοιχα των Kawasaki ER-6. Το όμορφο και απλό σε σχεδιασμό ρεζερβουάρ είναι αυτό που ουσιαστικά διαμορφώνει και όλη τη μορφή του Scrambler, καθώς με την αντικατάσταση των δύο μεταλλικών καπακιών που έχει εκατέρωθεν (η Ducati προσφέρει πολλές επιλογές στο συγκεκριμένο θέμα) δίνει και διαφορετικό στιλ. Το πλαίσιο δεν είναι το κλασικό χωροδικτύωμα που γνωρίζουμε, αλλά μια πιο βασική έκφανση της συγκεκριμένης μεθόδου που χρησιμοποιεί τον αερόψυκτο V-2 ως ενεργό μέλος του. Το υπόλοιπο σύνολο ολοκληρώνεται από ένα μικροσκοπικό φτερό εμπρός, το τιμόνι, τη σέλα, την επίσης μικροσκοπική ουρά και τις αναρτήσεις. Διαθέτει δηλαδή τα απολύτως απαραίτητα δομικά στοιχεία που χρειάζεται για να χαρακτηρισθεί ως μοτοσυκλέτα. Δεν υπάρχει τίποτε περιττό επάνω του, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως αυτή του ψηφιακού οργάνου- μάλλον οι σχεδιαστές του Scrambler το έχουν παρακάνει. Μάλιστα, το συγκεκριμένο όργανο αποτελεί και μια από τις λίγες παραφωνίες, καθώς η επιλογή για μόνο ψηφιακές ενδείξεις (που οι μισές δεν είναι και ευανάγνωστες) καταγράφεται ως φάουλ, ενώ από την άλλη, o στρογγυλός προβολέας με τα led φώτα θέσης περιμετρικά δίνει έναν πόντο στην σχεδιαστική ομάδα του Scrambler.

Οι μικρές συνολικές διαστάσεις της μοτοσυκλέτας, συνηγορούν κι αυτές –όσο και αν ακούγεται παράξενο- στο να γυρίσουν τα βλέμματα πάνω της. Ήταν από τις λίγες φορές με μοτοσυκλέτα δοκιμής, που σχεδόν σε κάθε φανάρι σταματούσε κάποιος δίπλα μου να με ρωτήσει γι' αυτήν. Το Scrambler εντυπωσιάζει χωρίς να είναι εντυπωσιακό! Εμφανισιακά ξεχωρίζει γι' αυτήν ακριβώς τη απέριττη εμφάνιση που διαθέτει και ο ήχος που απελευθερώνει το κοντό τελικό που βγαίνει κάτω από τον κινητήρα στη δεξιά μεριά –άλλη μια σχεδιαστική γέφυρα… γκρεμισμένη με το παρελθόν- βοηθά στο να γυρίσουν και όσα κεφάλια αντιστέκονταν στην εικόνα του.

Μπρος στα κάλλη…

Το ποια θα είναι η αρχική εντύπωση που αποκομίζει κάποιος με το που θα βρεθεί πάνω στη σέλα του Scrambler, εξαρτάται και από το εμπειρικό υπόβαθρο που διαθέτει. Για παράδειγμα, οι μη έχοντες σημείο αναφοράς, οι αναβάτες δηλαδή της κατηγορίας "entry level-αρχάριος", θα σταθούν στην ευκολία με την οποία πατούν τα δύο πόδια σταθερά στο έδαφος και το μικρό βάρος που αντιλαμβάνεσαι αμέσως μόλις κλείσει το πλαϊνό σταντ. Οι πιο έμπειροι από την άλλη, θα ξεκινήσουν την κριτική με το πολύ ψηλό τιμόνι που ανεβάζει τους αγκώνες… στ' αυτιά. Η αλήθεια είναι ότι το χαμηλό ύψος σέλας και το φαρδύ και πολύ ψηλό τιμόνι, αρχικά ξενίζουν. Η επιλογή του χαμηλότερου τιμονιού της έκδοσης "Full Throttle" είναι σαφώς πιο ορθολογιστική και είναι απορίας άξιο γιατί δεν προτιμήθηκε σε όλες τις εκδόσεις του Scrambler.

Το μεγαλύτερο ύψος δεν συνεπάγεται και καλύτερο μοχλό, ούτε νομίζω ότι θα διευκολύνει περισσότερο όλους αυτούς που ονειρεύονται να το οδηγούν όρθιοι ντριφτάροντας στους χωματόδρομους. Ακόμη κι αν ήμασταν διατεθειμένοι να παραβλέψουμε σχεδιαστικά ατοπήματα για χάρη του στιλ, η αλήθεια είναι ότι και στιλιστικά το χαμηλότερο τιμόνι θα ήταν προτιμότερο. Σε ό,τι αφορά την υπόλοιπη διαμόρφωση της θέσης οδήγησης, τα μαρσπιέ τοποθετούν τα πόδια ψηλά και σχετικά πίσω, η σέλα σε βάζει "μέσα" στην μοτοσυκλέτα και το στενό ρεζερβουάρ επιτρέπει στα γόνατα να "εγκλωβίσουν" το Scrambler. Το αποτέλεσμα είναι ότι το δικύλινδρο της Ducati εκτελεί άμεσα τις εντολές του αναβάτη του και η παραμικρή μετατόπιση του βάρους του σημαίνει ταυτόχρονη αλλαγή της κατεύθυνσης. Το φαρδύ τιμόνι προσφέρει πολύ καλό έλεγχο, και μέσα στην κίνηση το Scrambler ελίσσεται με απίστευτη ευκολία και χάρη, ενώ και το μεγάλο κόψιμο του τιμονιού βοηθά τα μάλα στο ασφυκτικό περιβάλλον της πόλης.

Ο μπροστινός τροχός των 18'' σε συνδυασμό με το ελαστικό της Pirelli MT60RS (έστω και αν κατασκευάζεται στην Κίνα), εμπνέει σιγουριά και αφήνει αρκετά περιθώρια ασφαλείας σε γλιστερούς δρόμους και σαμαράκια που ξεφυτρώνουν στην μέση του πουθενά, με τα γλιστρήματα να αποτελούν άγνωστη έννοια για το Icon. Το θέμα όμως δημιουργείται όταν κληθεί να επέμβει και η μπροστινή ανάρτηση. Η λειτουργία του πιρουνιού των 41mm είναι λάθος, καθώς οι αποσβέσεις δεν λειτουργούν σωστά, με αποτέλεσμα να είναι μεν αρκετά σκληρό σε αίσθηση, αλλά από την άλλη να βυθίζεται χωρίς προοδευτικότητα –και χωρίς, πάντως, να τερματίζει- επηρεάζοντας την ισορροπία της μοτοσυκλέτας και αφαιρώντας πόντους από την άνεση. Είναι από τις πιο εμφανείς προσπάθειες να διατηρηθεί το κόστος χαμηλά, γεγονός που έχει αντίκτυπο και στην συμπεριφορά του. Όσο δεν υπάρχει κάτι που θα απαιτήσει το φιλτράρισμα του πιρουνιού, όλα βαίνουν καλώς και υποδειγματικά. Μόλις όμως παρουσιαστεί η ανάγκη για την συνδρομή του μπροστινού, τα πράγματα γίνονται δύσκολα…

Αντίστοιχα και το αμορτισέρ πίσω, το οποίο δεν συνδυάζεται με μοχλικό αλλά εδράζεται απευθείας στο ψαλίδι, δεν καταφέρνει να σώσει την κατάσταση αν και οι αποσβέσεις του είναι λίγο πιο σφιχτές σε σχέση με του μπροστινού. Η προοδευτικότητα είναι κι εδώ λέξη άγνωστη και η άνεση πάει περίπατο. Δυστυχώς σε αυτό δεν βοηθά και η μαλακή σέλα με το λίγο αφρώδες, καθώς μετά από μισή ώρα οδήγησης αισθάνεσαι ότι τα μαλακά σου μόρια έχουν πάρει το σχήμα του υποπλαισίου.

Ζωηρή… ηρεμία

Το "καλό χαρτί" όμως του Scrambler, είναι ο αερόψυκτος V-2 90° που έχει θητεύσει σε αρκετά μοντέλα της Ducati, με πιο πρόσφατα τα Monster 796 και Hypermotard 796 και πλέον αποτελεί τον "τελευταίο των Μοϊκανών" σε ό,τι αφορά τους αερόψυκτους κινητήρες για το ιταλικό εργοστάσιο. Βέβαια, ο συγκεκριμένος κινητήρας έχει δεχθεί σημαντικές αλλαγές προκειμένου να ταιριάξει με τον χαρακτήρα του Scrambler, όπως το διαφορετικό προφίλ εκκεντροφόρων και ένα σώμα ψεκασμού διαμέτρου 50mm, αντί για τα δύο των 45mm που είχαν τα Monster και Hypermotard. Ο λόγος είναι προφανής: η πιο ήπια απόδοση και η πιο φιλική προσωπικότητα, ιδιαίτερα για τους λιγότερο έμπειρους αναβάτες. Αυτό μεταφράζεται σε 12 άλογα που απέδρασαν από τον "στάβλο" και ένα χιλιογραμμόμετρο ροπής που χάθηκε στην πορεία, αλλά σε αντιστάθμισμα έχουμε πιο γραμμική απόδοση και προοδευτική παροχή της δύναμης. Χαμηλά το σκορτσάρισμα απουσιάζει, αλλά από την άλλη δεν πρόκειται για έναν κινητήρα με αγχολυτικές πιστονιές για ράθυμα cruising στην παραλιακή. Οι ήρεμες βόλτες θέλουν έναν πιο σβέλτο ρυθμό και ο κινητήρας θέλει στροφές για να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Στις μεσαίες και ψηλές στροφές η ροπή είναι ικανή να καταργήσει τις συχνές αλλαγές των ταχυτήτων, οι οποίες γίνονται θετικότατα χάρη στην πολύ καλή λειτουργία του κιβωτίου, αφού από τις 2.200 στροφές και πάνω υπάρχει περισσότερο από το 70% της ροπής διαθέσιμο, και το Scrambler αποκτά μια ροή που βοηθά και τις αναρτήσεις να λειτουργούν πιο ανθρώπινα. Το θετικό με το Scrambler είναι ότι αυτή την ροή, δεν χρειάζεται πολύ και ανοιχτό χώρο για να την εκμεταλλευτεί. Είτε είναι σε κάποιο στενό στροφιλίκι είτε η κίνηση μέσα στην πόλη το επιτρέπει, το δικύλινδρο της Ducati έχει τον συνδυασμό του σωστού ζυγίσματος και των γεμάτων μεσαίων στροφών –με την βοήθεια και των εξαιρετικών ελαστικών- για να προσφέρει απολαυστική οδήγηση… τουλάχιστον μέχρι να διαμαρτυρηθούν τα μαλακά μόρια.

Όταν όμως δεν υπάρχουν αυτές οι συνθήκες, τότε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος άλλες παράμετροι που βγαίνουν στην επιφάνεια και μπορεί να προβληματίσουν τον αναβάτη. Κατ' αρχήν, η απότομη λειτουργία του συμπλέκτη στις εκκινήσεις, δεν είναι αυτό ακριβώς που θα έψαχνε ένας λιγότερο έμπειρος αναβάτης, ενώ η θέση του λεβιέ του φρένου που αναγκάζει το δεξί πόδι σε μια περίεργη στάση-διάστρεμμα για να τον πατήσει σε συνδυασμό με την αρκετή θερμότητα που βγάζει ο κινητήρας, κάνουν επιτακτική την προστασία του αστραγάλου με μποτάκι, ακόμη και το καλοκαίρι. Το σημαντικότερο όμως είναι η σχετικά υψηλή κατανάλωση, καθώς η μέση τιμή της φτάνει τα 6,9 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, ενώ αν σας "γαργαλάει" ο δεξιός καρπός, τα 7,3lt/100km τα έχετε στο τσεπάκι. Αυτό είναι ένα θέμα που στις επερχόμενες τυχόν αλλαγές για να καλυφθούν οι προδιαγραφές Euro4 (τώρα καλύπτει τις Euro3, αλλά στο μέλλον ίσως θα πρέπει να περάσει στην υγρόψυξη), οι μηχανολόγοι της Ducati θα πρέπει να το κοιτάξουν με προσοχή.

Στιλ και άγιος ο Θεός

Παρά το lifestyle περιτύλιγμα και όλα τα ωραία που περιγράφουν τα διαφημιστικά φυλλάδια και βίντεο, το Scrambler είναι μια μοτοσυκλέτα καθαρά για αστική χρήση. Η προστασία από τον αέρα είναι ανύπαρκτη –αν και μέχρι τα 130 χιλιόμετρα την ώρα ο αέρας δεν αποτελεί πρόβλημα- για τουριστικές ανέσεις για μακρινές βόλτες και ταξίδια ούτε λόγος, ενώ η στιλιστική του άποψη δεν προσφέρει ούτε καν γαντζάκια για ιμάντες και χταπόδια για να μπορέσει να δεθεί ένας σάκος.

 

Το Scrambler είναι ταγμένο στην urban φιλοσοφία και εκεί είναι που παίζει εντός έδρας, άντε και στο κοντινό περιαστικό περιβάλλον προς αναζήτηση μιας απολαυστικής διαδρομής.

 

Μην σας μπερδέψει, επίσης, το όνομα του Scrambler, γιατί στο χώμα δεν πρόκειται να σας δώσει κανένα πλεονέκτημα απέναντι σε μια οποιαδήποτε street μοτοσυκλέτα. Τα περιθώρια που αφήνουν τα ελαστικά της Pirelli, καταργούνται από την αδυναμία των αναρτήσεων να ανταπεξέλθουν σε οτιδήποτε πιο απαιτητικό από την καλοστρωμένη άσφαλτο. Θα περάσει από παντού, αλλά μέχρι εκεί.

Από την άλλη, όταν δεν του ζητηθούν πράγματα παραπάνω από αυτά που μπορεί να προσφέρει, θα ανταμείψει τις ρεαλιστικές προσδοκίες του ιδιοκτήτη του με μια ομοιογενή συμπεριφορά. Οι λειτουργίες γίνονται απροβλημάτιστα, ο μαλακός συμπλέκτης δεν πρόκειται να δημιουργήσει πρόβλημα ποτέ, ομοίως τα χειριστήρια και οι διακόπτες δεν θα αποτελέσουν εστία κριτικής –πέρα από την ποιότητά του που θυμίζουν τους αντίστοιχους ξεπερασμένων των γιαπωνέζικων μοτοσυκλετών της δεκαετίας του '80- ενώ και τα φρένα του Scrambler αποδίδουν όπως πρέπει σε όλες τις συνθήκες. Προοδευτικό δάγκωμα και δυνατό φρενάρισμα, τα οποία μάλιστα πέτυχαν εξαιρετικές επιδόσεις στις αντίστοιχες μετρήσεις, παρά την σχετικά "άγαρμπη" λειτουργία του ABS στα οριακά φρεναρίσματα.

Το Scrambler της Ducati, λοιπόν, διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να αφήσει το στίγμα του, όχι για τους λάθος λόγους του lifestyle και της εικόνας, αλλά για αυτά που μπορεί να προσφέρει ως μοτοσυκλέτα.

 

Το μείζον θέμα αφορά την τιμή του, η οποία είναι τουλάχιστον 1.500 ευρώ υψηλότερη από αυτό που θα έπρεπε. Κοντά στα 9.050 ευρώ που κοστίζει η συγκεκριμένη έκδοση του Icon (το κόκκινο για κάποιο λόγο κοστίζει 150 ευρώ φθηνότερα) υπάρχουν πολλές μεγαλύτερες και με πιο ευρύ φάσμα δυνατοτήτων μοτοσυκλέτες, ενώ στην ίδια κατηγορία επιδόσεων, κυβισμού και χρήσης υπάρχουν προτάσεις κατά πολύ φθηνότερες. Στην περίπτωση του Scrambler (μάλιστα, οι υπόλοιπες εκδόσεις κοστίζουν 10.650 ευρώ) φαίνεται πως το ακριβότερό του "εξάρτημα", είναι το image…

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ        Ducati Scrambler Icon (Yellow)

Αντιπρόσωπος:

Kosmocar Α.Ε.

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2100

Ύψος (mm):

1150

Μεταξόνιο (mm):

1445

Ύψος σέλας (mm):

790

Ίχνος (mm):

112

Γωνία κάστερ (˚):

24

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

650

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

560

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

930

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

440

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

188

(χωρίς καύσιμο: 178,25)

Πίσω

51,4

Εμπρός

48,6

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

1%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο, σωληνωτό, χωροδικτύωμα

Πλάτος (mm):

845

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

186

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, αερόψυκτος, δικύλινδρος L, desmo με 2Β/Κ και 2ΕΕΚ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

88 x 66

Χωρητικότητα (cc):

803

Σχέση συμπίεσης:

11:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

75 / 8250

Ροπή (kg.m/rpm):

6,9 / 5750

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

93,4

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός με σώμα 50mm

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Ξηρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός πολύδισκος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Με γρανάζια / 1,850

Τελική μετάδοση / σχέση:

Με αλυσίδα / 3,066

 

Σχέσεις

1η

2,461

2α

1,666

3η

1,333

4η

1,130

5η

1,000

6η

0,923

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Km/h

Sec

Μέτρα

0-50

2,0

16

0-100

4,6

72

0-150

10,2

272

 

ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΣΤΑΣΗ

Μέτρα

Sec

km/h

0-400

13,2

162,4

0-1.000

25,6

177,2

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

80-140

5,4

175

 

ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ (sec/μέτρα)

Km/h

4η

5η

6η

40-80

4,4/74

5,4/90

 

80-120

4,2/117

5,2/145

6,4/179

120-160

 

8,2/326

8,8/349

 

ΦΡΕΝΑΡΙΣΜΑ

Km/h

Sec

Μέτρα

120-40

2,4

53

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

-

2,48

Πραγματικά

2,90

3,05

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Kayaba χωρίς μοχλικό

Διαδρομή (mm):

150

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

5,5 x 17''

Ελαστικό:

180/55 R17 Pirelli MT60RS

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 245mm με δαγκάνα ενός εμβόλου και ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Ψηφιακό όργανο με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές, ώρα, ολικό χιλιομετρητή, δύο μερικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία περιβάλλοντος, ABS και ενδεικτικές λυχνίες για κόφτη, νεκρά, φλας, μεγάλη σκάλα φώτων, ρεζέρβα

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

150 / 41

Ρυθμίσεις:

-

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,00 x 18''

Ελαστικό:

110/80 R18 Pirelli MT60RS

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 330mm με ακτινική δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και ABS

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

61,6 / 8.400

Ροπή (kg.m/rpm):

5,5 / 7.400

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΑΝΑ ΣΧΕΣΗ

Κόφτης:

9.200

Μέγιστη ισχύς:

8.400

 

 

1η

78

2α

116

3η

144

4η

170

5η

193

6η

209

 

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

6,9

Ελάχιστη

6,3

Μέγιστη

7,5

Αυτονομία (km):

188,4

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

13 / -