Οδηγούμε τα Piaggio Medley 125/150 2020: Ακριβώς ό,τι έπρεπε!

Κράτησαν την ουσία και άλλαξαν αυτά που έπρεπε
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

12/2/2020

Στην Γένοβα βρεθήκαμε χθες, για την δημοσιογραφική παρουσίαση του καινούριου Piaggio Medley 125 και 150. Αν δεν έχετε πάει ποτέ Γένοβα, βάλτε την οπωσδήποτε στην λίστα σας, αλλά μην πάτε με αεροπλάνο. Είναι από τις περιοχές που αξίζει να την οδηγήσεις με μοτοσυκλέτα, καθώς έχει τεράστια έκταση και όλη η μαγεία βρίσκεται στις διαδρομές έξω από το κέντρο της πόλης και το εμπορικό λιμάνι. Εκεί δηλαδή που περιηγηθήκαμε οδηγώντας το νέο Medley, τόσο στην έκδοση με τον κινητήρα iGet στα 125 κυβικά, όσο και με τα 150 κυβικά. Στη μαρκετινίστικη διάλεκτο, το συγκεκριμένο scooter θεωρείται ως μικρομεσαίο premium μοντέλο. Στη διάλεκτο των κανονικών ανθρώπων, είναι από τα scooter που πληρώνεις 200-400 ευρώ περισσότερα από το αντίστοιχο φτηνότερο της κατηγορίας του και ως αντάλλαγμα παίρνεις ένα σωστά σχεδιασμένο δίκυκλο, με ποιοτικά υλικά, πλήρη εξοπλισμό άνεσης και σύγχρονη τεχνολογία.

Αυτή είναι η σωστή περιγραφή για το Medley και δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο πολύ. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, έχει πουλήσει περισσότερα από 3500 κομμάτια στην Ελλάδα, κάνοντας την χώρα μας την τρίτη μεγαλύτερη αγορά της Ευρώπης για το Medley, μετά την Ιταλία και την Γαλλία. Γιατί; Πρώτο και κύριο, διότι είναι ένα από τα πιο καλοσχεδιασμένα scooter που έχουν φτιαχτεί ποτέ. Δεν μιλάμε με κριτήριο την εμφάνιση, που λίγο πολύ μοιάζει με μικρό αδερφάκι του Beverly. Μιλάμε για την πρακτική και χρηστική πλευρά, δηλαδή τους βασικούς λόγους που αγοράζεις scooter. Είναι από τα ελάχιστα scooter που έχει τόσο μεγάλο αποθηκευτικό χώρο κάτω από τη σέλα. Όχι μόνο σε αυτή την κατηγορία κυβισμού και εξωτερικού μεγέθους, αλλά γενικώς! Ούτε τα μισά 300-400cc της αγοράς δεν έχουν τόσο χώρο κι ας είναι πολύ πιο ογκώδη. Χωράει άνετα δύο full face κράνη και την ίδια ώρα πατάς γερά με τα δύο πόδια στο έδαφος, χάρη στην έξυπνη σχεδίαση της σέλας.

Για το 2020 έχει νέο κάλυμμα με χρωματιστή ραφή που του δίνει ακόμα περισσότερη αίσθηση πολυτέλειας και μια μικρή αλλαγή στο σχήμα και τον τύπο του αφρώδες προς όφελος της άνεσης. Χωράει άνετα δύο άτομα χωρίς να νοιώθουν στριμωγμένα και τα νέα αναδιπλώμενα μαρσπιέ συνεπιβάτη έχουν αντιολισθητική επιφάνεια. Το πόσο έξυπνη και προσεγμένη στη λεπτομέρεια είναι η σχεδίαση του Medley φαίνεται και από το γεγονός πως ενώ έχει μεγάλο ρεζερβουάρ 7 λίτρων (εξασφαλίζει εύκολα μέση αυτονομία μεταξύ 180-220 χιλιομέτρων) τοποθετημένο στο πάτωμα, την ίδια ώρα δεν υπάρχει ογκώδες κεντρικό τούνελ, οπότε το καβαλάς περνώντας εύκολα το πόδι σου ανάμεσα στο τιμόνι και τη σέλα, ενώ μπορείς να κρεμάσεις μια μεγάλη τσάντα από τον σωστά τοποθετημένο κρίκο. Γενικά οι μεταφορικές ικανότητες του Medley είναι κορυφαίες και οι χώροι που προσφέρει δεν τους βρίσκεις εύκολα σε αυτού του μεγέθους τα scooter. Όλα αυτά όμως τα είχε και το προηγούμενο μοντέλο.

Να θυμίσουμε πως ο iGet είχε από την αρχή σύστημα start/stop, δηλαδή δεν έχει μίζα με κόμπλερ, αλλά η γεννήτρια είναι ταυτόχρονα και μίζα. Απείρως πιο αξιόπιστο σύστημα εκκίνησης σε βάθος χρόνου, έστω και αν η οικονομία που προσφέρει είναι αμελητέα σε αυτά τα κυβικά και χρειάζεται ειδική μπαταρία, που είναι λίγο ακριβότερη από τις συμβατικές. Τι καινούριο λοιπόν πρόσθεσαν για το 2020; Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να κάνουν τον κινητήρα Euro4. Για να το πετύχουν αυτό, άλλαξαν εντελώς την κεφαλή (έχει νέους εκκεντροφόρους και αυλούς εισαγωγής), μεγάλωσαν τον όγκο στο φιλτροκούτι και στο τελικό της εξάτμισης και έβαλαν ένα νέο έμβολο.

Ουσιαστικά βελτίωσαν την ροή του αέρα προς και από τον θάλαμο καύσης. Το νέο έμβολο είναι ισχυρότερο, διότι ο κινητήρας πλέον ανεβάζει 1000 στροφές περισσότερες. Με όλα αυτά, πέρασαν τις προδιαγραφές Euro4 και ταυτόχρονα κέρδισαν μερικά αλογάκια, αφού πλέον το 125 έχει 14,75hp στις 9.000 στροφές και το 150 (155,2cc για την ακρίβεια) έχει 16,22hp στις 8.750 στροφές. Δυστυχώς η τελική ταχύτητα (99km/h πραγματικά για το 125 και 115km/h για το 150) παραμένει ίδια, καθώς είναι θέμα έγκρισης τύπου και γενικά τα scooter των 125 κυβικών έχουν ρυθμισμένο το CVT για να μην ξεπερνούν τα 99km/h πραγματικά (στο κοντέρ δείχνουν παραπάνω). Έτσι το 150 είναι σαφώς η έκδοση που συμφέρει για όσους δεν έχουν πρόβλημα με το δίπλωμα. Πέρα από τις αισθητά καλύτερες επιδόσεις, το 150 είναι βέβαιο πως σε πραγματικές συνθήκες θα καίει και λιγότερη βενζίνη. Η άλλη αλλαγή που φέρνει το μοντέλο του 2020 είναι η διαφοροποίηση στον εξοπλισμό μεταξύ Medley και Medley S. Το S θα έχει στάνταρ στην ελληνική αγορά Bluetooth με δυνατότητα χειρισμού smartphone από το τιμόνι, κάτι που θα είναι έξτρα στην βασική έκδοση. Επίσης στο S οι δίσκοι των φρένων έχουν σχήμα “μαργαρίτα” με χρυσές δαγκάνες, οι νέες ζάντες είναι μαύρες και αντί για χρώμιο όλες οι λεπτομέρειες είναι σε κόκκινο χρώμα, όπως κόκκινα είναι και τα δύο πίσω αμορτισέρ. Όλες οι εκδόσεις έχουν θύρα USB στο ντουλαπάκι, LED φώτα εμπρός-πίσω, το νέο ψηφιακό πίνακα οργάνων LCD και τρεις επιλογές χρωμάτων η κάθε μία.

Όπως πάντα, αναλυτικά την κριτική μας για κάθε σημείο του νέου Medley θα έχετε την δυνατότητα να διαβάσετε σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ.

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                  Piaggio Medley 125 (150) ABS   
Αντιπρόσωπος:
Piaggio Hellas A.E.
Τιμή:
3.050€ (125) / 3.150€ (150)
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.395
Απόσταση από το έδαφος (mm):
 
Ύψος σέλας (mm):
799
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό
Πλάτος (mm):
 
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
136/-
Ρεζερβουάρ/ρεζέρβα (l):
7/1,5
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος μονοκύλινδρος με 1ΕΕΚ και τέσσερις βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
52 x 58,7 (58 x 58,7)
Χωρητικότητα (cc):
124,7 (155,2)
Σχέση συμπίεσης:
-
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
14,75/9.000 (16,22/8.750)
Ροπή (kg.m/rpm):
1,2/6.500 (1,5/6.500)
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
117,6 (104,6)
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
1 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα (start/stop)
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Αυτόματος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Διαρκώς μεταβαλλόμενη CVT
Τελική μετάδοση / σχέση:
Διαρκώς μεταβαλλόμενη/Ιμάντας
 
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Δύο αμoρτισέρ
Διαδρομή (mm):
76
Ρυθμίσεις:
Καμία
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 x 14
Ελαστικό:
120/70-14
ΦΡΕΝΟ
Δισκόφρενο 240mm με δικάναλο ABS Bosch
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Οθόνη LCD με πλήρεις ενδείξεις και Bluetooth (στάνταρ στην έκδοση S), κεντρικό και πλάγιο σταντ, σχάρα, φώτα LED εμπρός-πίσω
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι
Ρυθμίσεις:
Καμία
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3 x 16
Ελαστικό:
100/80-16
ΦΡΕΝΟ
Δισκόφρενο 260mm με δικάναλο ABS Bosch
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
2,9 (κατασκευαστή)
Μέγιστη
 
Αυτονομία (km):
289
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
7
 
 
 
 


 

              

      

SUZUKI GSX1300R HAYABUSA: ‘Ετσι έγινε θρύλος στην Ελλάδα

Η μοτοσυκλέτα-σταθμός στην ιστορία της Suzuki μέσα από τις σελίδες του ΜΟΤΟ
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

16/11/2020

Σήμερα, το όνομα “Hayabusa” δεν χρειάζεται συστάσεις. Λίγο-πολύ όλοι έχουν μια σαφή εικόνα για τί είδους μοτοσυκλέτα είναι και ποιες είναι οι ικανότητές της. Όμως πίσω στο 1999 ήταν “απλώς” ένα καινούριο μοντέλο της Suzuki στην μεγάλη κατηγορία των Sport –touring που κανείς μας δεν είχε την παραμικρή ιδέα πως πρόκειται να ανατρέψει τα δεδομένα της κατηγορίας. Σε λίγες εβδομάδες η Suzuki θα παρουσιάζει μετά από πολλά χρόνια τον αντικαταστάτη του σημερινού μοντέλου κι αυτό μας έδωσε την ιδέα να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο και να θυμηθούμε μαζί το πρώτο γιγαντιαίο τεστ της Hayabusa του ΜΟΤΟ. Όπως έχουμε γράψει από το 2019 ακόμη, αποφεύγουμε να ανακοινώνουμε κάθε 2-3 μήνες πως έρχεται το νέο μοντέλο, όπως βλέπουμε αλλού να συμβαίνει. Από την πρώτη στιγμή είπαμε πότε θα έρθει το νέο Hayabusa κι όλα συνηγορούν πως από τότε είμαστε σωστοί... Ευκαιρία για ένα αφιέρωμα λοιπόν με λεπτομέρειες και αριθμούς σαν αυτά που δεν υπάρχουν πολλά εκεί έξω. Ένα πολυήμερο τεστ, με δοκιμασίες σε κάθε είδους δρόμο, που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ σε μοτοσυκλέτα αυτού του είδους και αποτέλεσε την αρχή της λαμπρής ιστορίας της Hayabusa στην Ελλάδα. Σε αυτό το flash-back θα ξεφυλλίσουμε μαζί το τεύχος 218 και θα δούμε τι κάναμε και πως ζήσαμε οι συντάκτες του ΜΟΤΟ την άφιξη της Hayabusa στη χώρα μας.

 

Πρώτο ραντεβού στις Σέρρες!

Το τρίπτυχο Hayabusa-MOTO-Πίστα ήταν εκείνο που σημάδεψε την ιστορία αυτή της μοτοσυκλέτας περισσότερο και την διαφοροποίησε από τα υπόλοιπα Supersport της εποχής. Το πρώτο ραντεβού μας μαζί της ήταν στην πίστα των Σερρών και αυτό από μόνο του αποτελεί “δημοσιογραφική ανωμαλία” για δοκιμή sport-touring μοτοσυκλέτας. Όμως η ελληνική αντιπροσωπεία είχε αποφασίσει να κάνει εκεί την δημοσιογραφική παρουσίαση και όπως αποδείχτηκε δεν ήταν καθόλου κακή επιλογή. Άλλωστε το Hayabusa ανήκει στην οικογένεια των GSX-R! Απλώς είναι 1300 και λιιιίγο παχουλό.

Τα κιλά και η “περιφέρεια μέσης” ήταν τα δύο στοιχεία που έβαζαν περιορισμό στην οδήγηση μέσα στην πίστα των Σερρών, πιέζοντας τα φρένα και τις αναρτήσεις. Τα περιθώρια κλίσης ήταν μια χαρά για μοτοσυκλέτα του είδους, όμως οι ικανότητες του πλαισίου και του κινητήρα της Hayabusa τα έκαναν να φαίνονται λίγα. Το φαίρινγκ, οι εξατμίσεις και το σταντ γδερνόντουσαν σε κάθε στροφή. Αυτό δεν ήταν πρόβλημα για τον αναβάτη. Το πρόβλημά ήταν πως το Hayabusa είχε όντως γονίδια GSX-R και σου έδειχνε πως αν σηκώσεις τις εξατμίσεις και σκληρύνεις τις αναρτήσεις για να μην “βουλιάζει” μέσα στη στροφή, μπορεί να πάει πολύ γρήγορα ακόμα και μέσα σε αυτή την τεχνική πίστα. Το πόσο “GSX-R” ήταν το πλαίσιο της Hayabusa φάνηκε μερικούς μήνες μετά, όταν ταξιδέψαμε στο Nurburgring και στα χέρια του Άλκη Συνιώρη έκανε σε χρόνο 8 λεπτά και 20 δευτερόλεπτα τον γύρο (Bridge To Gate) στην θρυλική “Πράσινη Κόλαση” πηγαίνοντας τρενάκι μαζί με την R1 του Γερμανού εκπαιδευτή!

Μάλιστα η συγκεκριμένη μαύρη Hayabusa ήταν η ίδια που είχαμε στις Σέρρες και είχαμε “ξεσκίσει” στα τεστ επί μήνες οι Έλληνες δημοσιογράφοι, αποδεικνύοντας πως εκτός από επιδόσεις, ο κινητήρας της είχε “αντισώματα” στους κανίβαλους!   

Πρώτη στους αριθμούς

 

Τα όργανα μετρήσεων και το δυναμόμετρο του ΜΟΤΟ δεν είχαν δείξει ποτέ πριν τόσο μεγάλους αριθμούς στη ζωή τους. Τα εργοστάσια πάντα φουσκώνουν του αριθμούς στα τεχνικά χαρακτηριστικά που δημοσίευαν, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ιπποδυνάμεις και το βάρος. Ως αποτέλεσμα, όσα περιοδικά κάνουμε μετρήσεις επιδόσεων, πολλές φορές βλέπουμε μεγάλες αποκλείσεις. Έως τον Ιούνιο του 1999 που βγήκε στα περίπτερα το τεύχος 218 με το πρώτο τεστ του Hayabusa δεν υπήρχε μοτοσυκλέτα παραγωγής που να είχε δείξει πάνω από 140 ίππους στον τροχό και να είχε ξεπεράσει τα 290km/h στο όργανο μετρήσεων του περιοδικού.

Το Honda CBR1100XX Blackbird Fi είχε πάρει την σκυτάλη των επιδόσεων από το γερασμένο Kawasaki ZZ-R 1200, έχοντας 142,1 ίππους στον τροχό και 294km/h τελικής ταχύτητας. Η Honda είχε επιτύχει τελική 300km/h στην οβάλ πίστα του Nardo της Ιταλίας, όμως η μοτοσυκλέτα εκείνη δεν είχε καθρέπτες και η Dainese είχε σχεδιάσει ειδική φόρμα και κράνος για την μικρόσωμη αναβάτρια Yuko, την Ιαπωνίδα συντάκτρια που είχαμε συνεργασία και εμείς στο ΜΟΤΟ. Όταν λοιπόν ήρθε το Hayabusa γράφοντας 157,6 ίππους στο δυναμόμετρο και 308km/h πραγματικής τελικής, έπεσαν τα σαγόνια όλων στο πάτωμα! Η Suzuki ποτέ δεν είχε τη φήμη πως φτιάχνει τις δυνατότερες και γρηγορότερες μοτοσυκλέτες στην ευθεία. Γι΄αυτό και η Hayabusa σόκαρε τόσο πολύ τους μοτοσυκλετιστές εκείνη την εποχή. Η σύγκριση των μετρήσεων επιδόσεων μεταξύ Hayabusa και Blackbird δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο, το άλμα απόδοσης και την αλλαγή σελίδας που έκανε η Suzuki εκείνη την εποχή.  

 

 Στα χαρτιά υπήρχαν και πριν μοτοσυκλέτες που έλεγαν πως βγάζουν 150 ίππους όμως η Hayabusa ήταν η πρώτη που τους έδειξε πάνω στο δυναμόμετρο και μάλιστα είχε 15 άλογα παραπάνω από το Blackbird Fi

Οι επιταχύνσεις από στάση ήταν καταιγιστικές και ακόμα και σήμερα προκαλούν τον θαυμασμό. Λόγω του μακρύ μεταξονίου, του χαμηλού κέντρου βάρους και του απίστευτα ανθεκτικού συμπλέκτη, τα 0-400μ ήρθαν σε 9,72 δευτερόλεπτα και έπιανε τα 200km/h σε μόλις 7,02 δευτερόλεπτα

Το 1999 η τελική ταχύτητα είχε την δική της βαρύτητα στις συζητήσεις των μοτοσυκλετιστών. Σε πολλά κοντέρ υπήρχε ο μαγικός αριθμός 300km/h όμως μόνο η Hayabusa τα έπιανε στην πραγματικότητα

Τα κυβικά και βήχας δεν κρύβονται. Οδηγώντας την Hayabusa ήταν εύκολο να καταλάβεις πως είχε πολύ ροπή σε όλο το φάσμα των στροφών, παρά την ευστροφία του κινητήρα. Οι μετρήσεις των ρεπρίζ επιβεβαίωσαν την ανωτερότητά του και σε αυτόν τον τομέα