Παρουσίαση Norton Manx R: Το προσωπικό σου Isle of Man! – Την οδηγούμε στην Σεβίλλη

Μια Superbike φτιαγμένη για τον δρόμο
Norton
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

1/9/2026

Μοτοσυκλέτα δήλωση, από εκείνες που δεν στοχεύουν να βγάλουν το κόστος εξέλιξης ή ακόμη και παραγωγής, βγαίνει μία κάθε δύο ή τρεις δεκαετίες. Το Manx R είναι το μοντέλο της δικής μας εποχής. Σύμφωνα με τους έως τώρα κύκλους της ιστορίας, θα ξανά δούμε κάτι τέτοιο από το 2045 και μετά!

Του Θάνου-Αμβροσιάδη Φελούκα
Φωτογραφίες: Norton

Το νέο πως έρχεται superbike από την Norton, ήταν το ανέκδοτο της προηγούμενης πενταετίας, όταν η εταιρεία διασώζονταν την Δευτέρα από πτώχευση και χρεωκοπούσε την Παρασκευή. Στο μεταξύ όμως είχαν ήδη δείξει ένα αστραφτερό V4 με φανταστικό ήχο που οι Άγγλοι αγωνιζόμενοι με τους οποίους είχα μιλήσει, ονειρεύονταν να το κάνουν βόλτα στους δρόμους του Isle of Man. Για αγώνα θα έβλεπαν. Κι έπειτα μία ημέρα η Norton σώζεται ξανά και αμέσως σταματά κάθε νέο, οποιαδήποτε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται στις εγκαταστάσεις που μοιάζουν όμως να βρίσκονται στο κόκκινο καθώς τα φορτηγά δεν σταματούν να μπαινοβγαίνουν. Για έξι ολόκληρα χρόνια η οικογένεια που διαχειρίζεται την TVS, χτίζει το μέλλον της Norton και ετοιμάζει την πρώτη της μεγάλη δήλωση, την υπέρλαμπρη συνέντευξη Τύπου που δεν θα έχει ούτε μία λέξη όμως, μονάχα μία μοτοσυκλέτα: Το Manx R είναι το Δελτίο Τύπου της Norton και μαζί το πρώτο βήμα στο χτίσιμο της εμπιστοσύνης στο όνομα που είχε χαθεί με τις προηγούμενες διακυμάνσεις.

Η οικογένεια της Norton έδωσε μία απλή, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά συμπυκνωμένη ως προς το νόημα εντολή στην νεοσύστατη ομάδα της Norton: «Φτιάξτε την μοτοσυκλέτα που θα καθορίσει την εταιρεία για τα επόμενα 50 χρόνια. Πατήστε πάνω στην ιστορία της μάρκας αλλά φέρτε μας το μέλλον, όχι άλλη ρετρολαγνεία, μόνο ουσία. Δεν υπάρχει κατεύθυνση ως προς τον κινητήρα, ούτε και budget συγκεκριμένο. Ξοδέψτε όσο χρειάζεται και σχεδιάστε την κατεύθυνση για να φέρετε το αποτέλεσμα αυτό». Όταν τους έδειξαν τα σχέδια για το νέο Manx R ο πατριάρχης της οικογένειας έδωσε αμέσως έγκριση, αλλά ζήτησε κάτι που θα τους παίδευε πολύ, ταυτόχρονα όμως θα έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα για την κατασκευή αυτής της μοτοσυκλέτας μιλώντας απευθείας στο υποσυνείδητο: «Πάρε όσο χρόνο χρειαστεί ώστε να μην φαίνεται εξωτερικά ούτε μία βίδα, ενώ το φαίρινγκ θα βγαίνει ευκολότερα από όλες τις superbike στον μισό χρόνο».

Norton

Η εντολή αυτή δόθηκε στον σχεδιαστή, τον Simon Skinner που προέρχεται από την Triumph, όμως την δουλειά αυτή έβγαλε ο σχεδιαστής των Yamaha MT-07 και της δεύτερης γενιάς του Tracer9, που άφησε το Μιλάνο, σχεδιαστικό κέντρο της Yamaha και κέντρο της αγωνιστικής ομάδας MotoGP και ζει πλέον στην Αγγλία. Συζητήσαμε για την τεράστια διαφορά που έχει η εργασία σε έναν τεράστιο όμιλο στραμμένο στην βιομηχανική εκτέλεση και τις πρακτικές κόστους που εφαρμόζει σε επίπεδο βίδας και επιλογής ροδέλας, κόντρα σε μία ομάδα-μπουτίκ που ψάχνει το εξεζητημένο. Ο άνθρωπος αυτός έχει εργαστεί πλέον και για τις δύο πλευρές του κατασκευαστικού τομέα, όπου ο σχεδιασμός στην μία περίπτωση ορίζεται από το κόστος και ψάχνει τρόπους να το ρίξει χαμηλότερα με συγκεκριμένη ανοχή στις θυσίες που απαιτεί αυτή η κίνηση. Απέναντι τώρα στο να ψάξει να βρει την πιο περίεργη λύση, όσο ακριβά και αν κοστίζει, όσο και αν επηρεάζει την γραμμή παραγωγής, απλά για να δείχνει πιο εξεζητημένο από κάθε τι εκεί έξω. Το δεύτερο σπανίζει και συνήθως δεν κρατά για πολύ, μερικές φορές ούτε για να βγει το μοντέλο σε παραγωγή, έχει πεθάνει πριν τα καταφέρει. Η TVS όμως έχει μόλις περάσει την Yamaha στην παγκόσμια κατάταξη μεγέθους κατασκευαστών και ρίχνει άπλετο χρήμα από εκατομμύρια πωλήσεις φθηνών μονοκύλινδρων της Ασίας και της Αφρικής, σε ένα εξεζητημένο V4, Made in UK.

Θα προσέξατε ίσως στην αρχή που τόνισα δύο φορές, πως είναι η οικογένεια της Norton εκείνη που όρισε την τύχη του Manx R, όχι η TVS και αυτό γιατί ασχολούνται προσωπικά με την δημιουργία του μοντέλου-δήλωση. Τέτοιες μοτοσυκλέτες, καταδικασμένες να μην βγάλουν ποτέ τα λεφτά τους, με μόνο στόχο την υστεροφημία του κατασκευαστή, έβγαιναν παλαιότερα αραιά και που και πλέον ποτέ. Σε επίπεδο βιοτεχνίας υπάρχουν και πρόσφατα παραδείγματα, αλλά σε αυτό το μέγεθος, με άνοιγμα αντιπροσωπειών σε όλο τον κόσμο και έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, το Manx R είναι το μόνο παράδειγμα της νέας χιλιετίας!

Norton

Μέχρι στιγμής έχουμε σχεδιαστές από μεγάλους κατασκευαστές, αρχιμηχανικός όμως είναι ένα εξίσου σημαντικό όνομα, ανάμεσα στα λίγα στελέχη που έχει η Ευρώπη στον τομέα αυτό, έναν άνθρωπο που τον έχουμε παρουσιάσει λίγα χρόνια πριν, τον δημιουργό του Superveloce, τον σχεδιαστή του Enduro Veloce της MV Agusta, τον Brian Gillen που και αυτός άφησε την Ιταλία. Αν υπάρχει μία χασούρα για την μοτοσυκλέτα στην Ευρώπη μεγαλύτερη από το πισωγύρισμα στην KTM, είναι η χαμένη ευκαιρία της MV Agusta και τα πολλά χρήματα των Αυστριακών που χάθηκαν εκεί. Η απόκτηση του Gillen είναι μία από τις πρώτες νίκες της Norton, έναντι του Ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Το ταλέντο ενός τέτοιου ανθρώπου σβήνει και τελικά χάνεται, όταν κάποιος του δίνει εντολές και δεν τον αφήνει να σκεφτεί, να παιδευτεί, να κάνει βήματα πίσω και μετά εμπρός σε άλλη κατεύθυνση. Η απόκτησή του είναι μόνο η μισή επένδυση, η υπόλοιπη αφορά την δημιουργία του περιβάλλοντος που μπορεί να εξυπηρετήσει αυτή την διαδικασία και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο Gillen έφυγε αμέσως μόλις ο Pierer πήρε την Mv Agusta.

Αρχίζουμε τώρα να σκιαγραφούμε τον περιβάλλον της γέννησης του Manx R, διότι χωρίς αυτή την γνώση, ο αναγνώστης δεν θα νιώσει ποτέ πώς είναι να οδηγείς ένα V4 φτιαγμένο για τον δρόμο, ανάμεσα στα υπόλοιπα πολύ καλά και πολύ εξελιγμένα, ευρωπαϊκά superbike. Το δαιδαλώδες λοιπόν σύστημα  της TVS δεν εμπλέκεται στην δημιουργία της Manx R, παρά μόνο η οικογένεια πάνω από τον κολοσσό αυτό, που βλέπει στο Manx R τον τρόπο που θα μείνει στην ιστορία της μοτοσυκλέτας: «Δεν ήμαστε αυτοί που έγιναν δισεκατομμυριούχοι με τα μονοκύλινδρα των 200 δολαρίων, αλλά οι άνθρωποι με την κατασκευαστική δεινότητα που γέννησε το Manx R».

Norton

Έδειχνα στον νεαρό σχεδιαστή σχόλια περί ομοιότητας του Manx R με την Ducati και τα έδιωξε με μία πολύ χαρακτηριστική ιταλική κίνηση που συνδυάζει τρία δάχτυλα σε κάθε χέρι, χαρακτηριστικό μειδίαμα με το στόμα και μία σειρά από όμοια φωνήεντα κολλημένα μέχρι να αδειάσει όλο το πνευμόνι. Μετά από αυτό μπόρεσε να πει πως προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο που δεν ασχολείται με το μοτοσυκλετιστικό σχέδιο, δηλαδή όλο τον πληθυσμό της Γης εκτός από μερικές χιλιάδες, που προσπαθεί να βρει μοτίβα και να αναγνωρίσει ομοιότητες. Στους προβολείς το βλέπει και ο ίδιος, υπό συγκεκριμένες γωνίες, διαφορετικά δεν υφίσταται κάτι τέτοιο. Εγώ θα πως ότι η σχέση με την Ducati είναι πιο βαθιά και αγγίζει πλέον το κατασκευαστικό κομμάτι, καθώς η Manx R είναι κατασκευασμένη στο ίδιο επίπεδο. Είναι βαρύγδουπο αλλά είναι η πραγματικότητα και μπορώ να το τεκμηριώσω, για αυτό και προβλέπω από τώρα, το τεράστιο πρόβλημα που θα υπάρχει μόλις έρθει το Atlas, ένα TVS με κουστούμι Norton. Είναι σαν η Ducati να στέλνει ένα σχέδιο για φαίρινγκ με την δική της φινέτσα στην QJMOTOR και να εισάγει έπειτα ένα κινέζικο συνονθύλευμα εξαρτημάτων που από μία ταχύτητα και πάνω δουλεύει ως μοτοσυκλέτα, αλλά σταματημένο δείχνει φανταστικό και άκρως Ιταλικό.

Είμαι πολύ συγκεκριμένος με τα παραδείγματα που φέρνω γιατί πρακτικά αυτό έκανε ο Gillen πριν φύγει από την MV Agusta και γιατί έτσι ακριβώς ήταν τα πρώτα QJMOTOR που εμείς μάθαμε ως Benelli. Είχε σχεδιάσει τον προπομπό του Enduro Veloce, το 9.5 και μαζί και το 5.5 που ήταν ένα QJMOTOR με άλλο μανδύα που θα κατασκευαζόταν στην ίδια γραμμή παραγωγής με τα Benelli. Δεν έγινε ποτέ αυτό για να δούμε αν θα μπορούσε να πετύχει, ενώ τα Benelli έκτοτε βελτιώθηκαν, όπως και η QJMOTOR, αλλά εξακολουθούν να μην είναι Ducati ή MV Agusta. Αντίστοιχα η Norton είναι αυτή την στιγμή κάτι πολύ πιο πάνω από την TVS και ας φτιάχνεται ο κινητήρας στην Ινδία. Ναι, έτσι ακριβώς, ο κινητήρας αυτός που ορισμένα εξαρτήματά του είναι Made in UK, κατασκευάζεται στην TVS αφήνοντας άναυδους του Γερμανούς της BMW που διατηρούν με την TVS μία γραμμή παραγωγής για το μικρότερο των GS, καθώς θεωρούσαν πως το επίπεδο αυτό απέχει μερικά χρόνια ακόμη. Κι όμως, βρίσκονται ήδη εκεί οι Ινδοί.

Norton

Η υπόλοιπη μοτοσυκλέτα φτιάχνεται στο νέο εργοστάσιο της Norton, ακόμη και κάποια από τα πλαστικά της απλής έκδοσης, και όλα τα ανθρακονήματα που έχει η ακριβή έκδοση που δοκιμάσαμε εμείς. Η επένδυση στο εργοστάσιο της Αγγλίας έχει φτάσει τα 250 εκατ. και συνεχίζει, δημιουργώντας την πλέον σύγχρονη γραμμή παραγωγής σε Ευρωπαϊκό έδαφος. Το πλαίσιο του Manx R, φτιάχνεται από πέντε διαφορετικά χυτά τμήματα τα οποία τοποθετούνται σε μία ρομποτική εργαλειομηχανή ταυτόχρονης συγκόλλησης. Ο συνηθισμένος τρόπος είναι να υπάρχουν διαφορετικοί σταθμοί εργασίας όπου μετά από κάθε κόλληση το πλαίσιο αφαιρείται και μεταφέρεται στην επόμενη. Αυτό όμως δημιουργεί ανοχές στην συναρμολόγηση, απειροελάχιστες από την αφαίρεση και εκ νέου ασφάλιση, όπως και από την μεταφορά, όλες εντός ποσοστού ανεκτού από την βιομηχανία. Ξέρετε ποιος άλλος κατασκευαστής έχει αντίστοιχη εργαλειομηχανή; Η Ducati φυσικά και αυτό είναι μόνο τμήμα της τεκμηρίωσης που ανέφερε νωρίτερα.

Η γραμμή παραγωγής της Norton έχει ζωντανή παρακολούθηση της ποιότητας καθώς τα εργαλεία είναι ψηφιακά και ενημερώνουν σε πραγματικό χρόνο ανά αριθμό πλαισίου, αν κάτι βιδώθηκε λιγότερο ή περισσότερο και σε πιο ακριβώς σημείο, μία ακόμη λεπτομέρεια που υπάρχει επίσης σε αρκετά εργοστάσια, όχι όμως σε όλα. Η συναρμογή του φαίρινγκ χωρίς τριγμούς, χωρίς κενά και χωρίς βίδες, φάνηκε για εμένα όταν ένας Πορτογάλος έριξε ένα από τα Manx R στην πρώτη αναστροφή που επιχείρησε. Το τιμόνι κόβει ελάχιστα και μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε αίσθηση το που τερματίζουν οι τινομόπλακες, ξαφνιάστηκε από τον μικρό κύκλο και έπεσε. Σηκώνοντας την μοτοσυκλέτα που είχε ξαπλώσει στο ανθρακόνημα, χρειάστηκε απλά ένα πάτημα με την παλάμη στο σημείο που δένει με την μάσκα και τέλος, μόνο η σπασμένη μανέτα συμπλέκτη, μαρτυρούσε την πτώση του Manx R! Για να καταλήξουν όμως στο να τα σχεδιάσουν όλα αυτά, κι ενώ εκσυγχρονιζόταν το εργοστάσιο που σημαίνει πως είχαν ένα κενό 1,5 έτους, ο Gillen και η ομάδα έπρεπε να ξεκινήσουν από κάπου.

Πως όμως πιάνεις κάτι με τόσο ιστορία για να στηριχθείς πάνω εκεί και να κάνεις το επόμενο βήμα; Έξω από το Birmingham υπάρχει το μεγαλύτερο μουσείο μοτοσυκλέτας, το έχω επισκεφθεί και σας το έχουμε παρουσιάσει αρκετές φορές. Σκέφτηκαν να ανέβουν σε όλες τις Norton, να τις διαλύσουν-μελετήσουν, μετά από άδεια με τον ιδιοκτήτη, όμως ήταν μέσα εκεί σε αυτό το μουσείο που χαράχτηκε η ταυτότητα. Κοιτώντας τις Norton δίπλα στις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της εποχής τους, δεν είδαν το ρετρό της υπόθεσης, αλλά αντίκρυσαν τα υπερσύγχρονα superbike των περασμένων ετών. Αν είχες γεννηθεί τότε, δεν έβλεπες τις Norton σαν κάτι με ρίζες στο παρελθόν, αλλά ως κάτι που ήρθε από το μέλλον και τις κοιτούσες με το αντίστοιχο δέος. Στο μεταξύ, στα μάτια του περισσότερου κόσμου μοιάζουν όλες οι μοτοσυκλέτες προ του ΄80 ίδιες μεταξύ τους και εξίσου παλιές. Το MOTO έχει περάσει από την μετέπειτα εποχή, όπου εξέταζε κανείς αν έχει σχάρα ή όχι ο εξοπλισμός μίας μοτοσυκλέτας, κοιτώντας τις φυσούνες στα καλάμια στο μεταξύ. Δεν ήταν ότι εμβάθυνε κανείς στην λεπτομέρεια περισσότερο, αλλά στο ότι είχε λιγότερα πράγματα να εξετάσει. Και εξετάζοντας τις Norton της εποχής, είδαν πως αντιπροσώπευαν το μέλλον όταν κυκλοφορούσαν στους δρόμους.

Εκεί μέσα στο μουσείο, ήταν που πήραν την απόφαση να φέρουν μία Superbike ξανά, μόνο που θα είναι έτοιμη, από το μέλλον! Τέτοιες έχουμε πολλές και ο Gillen τις ήξερε και πολύ καλά, για τον υπόλοιπο χρόνο η ομάδα έκανε μόνο εκδρομές μαζί με αναβάτες εξέλιξης με Panigale, RSV4 και S1000RR, οδηγώντας σε Mugello, Jerez, στο Μαύρο Δάσος της Γερμανίας, στο Le Mans και σε δρόμους της Ισπανίας. Όλες οι μοτοσυκλέτες ήταν καλωδιωμένες με αγωνιστικό σύστημα τηλεμετρίας συγκεντρώνοντας στο τέλος 218.000 χιλιόμετρα στις σέλες τους. Σε αυτό το διάστημα είδαν πως μόνο στο 1% του χρόνου βρισκόντουσαν πάνω από τις 8.000 στροφές και μόλις 4% πάνω από τις 7.000 στροφές. Τα μισά χιλιόμετρα από αυτές τις δύο εκατοντάδες χιλιάδες έγιναν από 4.000 έως 6.000 ενώ το 80% από 3.000 έως 7.000. Οπότε μία Superbike που θα αποδίδει στις μεσαίες στροφές θα μιλούσε απευθείας στην καρδιά του αναβάτη. Οι ταχύτεροι αναβάτες αυτών των δοκιμών έμεναν λίγη ώρα στο τέρμα γκάζι, το οποίο εκμεταλλευόντουσαν πλήρως μέσα στην πίστα και αυτό ήταν κοινό για τις τρεις μοτοσυκλέτες που η Norton δεν κατονομάζει, τους λέει ανταγωνιστής 1,2 και 3. Τους κατονομάζουμε εμείς όμως γιατί έχουμε πετύχει την ομάδα σε πίστα του εξωτερικού και έχουμε δει τις μοτοσυκλέτες που δοκίμαζαν, συλλέγοντας δεδομένα.

Norton

Η επιλογή του κινητήρα ήταν επίσης ανοικτή υπόθεση. Ναι είχαν μόλις τον V4 από την προηγούμενη χρεωκοπία, όμως ξεκινούσαν εκ νέου από την αρχή και καμία δέσμευση δεν υπήρχε. Το πρώτο που μελέτησαν ήταν η διάταξη. Έβαλαν στόχο να έχει εξαιρετικά μικρό μεταξόνιο και απόδοση πάνω από διακόσια άλογα, οπότε ήθελαν V4 αλλά όχι ενενήντα μοιρών γιατί ανοίγει πολύ το μεταξόνιο και δεν πετυχαίνει η συγκέντρωση μαζών στην οποία είχαν καταλήξει πως χρειάζονται, οδηγώντας τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές στους δρόμους. Τελικά οι 72ο μοίρες τους έδωσαν τις μικρότερες παραχωρήσεις από πλευράς χωροταξίας και σηκώνοντας τον κινητήρα σε πιο κατακόρυφη σχεδίαση, επανατοποθετώντας τον αντικραδασμικό άξονα σε άλλο σημείο και αντίστοιχα σχεδιάζοντας το κάρτερ και την κεφαλή, κατάφεραν να δώσουν το μικρότερο μεταξόνιο σε Superbike των 1200 κυβικών, αλλά ταυτόχρονα με μακρύ ψαλίδι. Αυτό δημιουργεί έναν πολύ ενδιαφέρον μοχλό όταν χρησιμοποιείς στην έξοδο την υψηλή αδράνεια του κινητήρα για να ρίξεις την μοτοσυκλέτα στο ξεκίνημα της επόμενης στροφής. Στόχος τους ήταν η υψηλή ευκολία, όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο για τον άπειρο αναβάτη. Απεναντίας ένας έμπειρος στην πίστα θα βρει στο Manx R ένα παιχνίδι με τεράστια δύναμη, όμως ας μην ξεχνάμε πως φτιάχτηκε για εκείνον που θέλει να κάνει βόλτες και πιο σπορ οδήγηση σε Track Day χωρίς ποτέ να τον ενδιαφέρουν οι αγώνες. Αυτός όμως, θα χρειαστεί προσαρμογή στην σέλα της, δεν πρόκειται να είναι εύκολο πράγμα η διαχείριση αυτής της φοβερής ροπής σε μία τόσο μικρή μοτοσυκλέτα.Το καλό είναι πως μπορείς να την οδηγήσεις με χαμηλή ταχύτητα σε τουριστικό ρυθμό, παρά την τραχιά απόκριση που έχει το γκάζι.

Norton

Η μέγιστη ιπποδύναμη βρίσκεται στις 11.500, σχεδόν 2.000 στροφές κάτω από τους υπόλοιπους, όπως και η ροπή, το ίδιο νωρίτερα. Αν απέδιδε το γκάζι της στις 13.500 στροφές, τότε δεν θα είχε τραχιά απόδοση, όμως και πάλι είναι εξαιρετικά εύκολη η διαχείριση της δύναμης και ο έλεγχος της γκαζιέρας χωρίς αυτό να γίνεται πρόβλημα. Αυτό οφείλετε στην παράδοξη ανάφλεξη που δημιουργεί ένα κύμα, το ονομάζουν “phased pulse firing” και αν δεν το είχαν κάνει αυτό, τότε απλά η μοτοσυκλέτα θα κατέστρεφε το πίσω λάστιχο σε κάθε δεύτερη βόλτα, μπορεί και σε μία, μαζί με τα χέρια σου και τον αυχένα σου. Ο πρώτος κύλινδρος είναι ο πίσω όπου βάζουμε το 0 του κύκλου των 72ο με τον τρίτο και όχι τον δεύτερο κύλινδρο να έρχεται στις 180ο μοίρες. Όμως ο δεύτερος κύλινδρος δεν χτυπά στις 360ο όπως θα περίμενε κανείς αλλά περιμένει άλλες 72ο και έτσι η ανάφλεξη γίνεται στις 432ο συνολικής περιστροφής ή αν θέλετε 252ο μετά τον τρίτο κύλινδρο. Ο τέταρτος τώρα δεν περιμένει τόσο, αλλά έρχεται ξανά σε διάστημα 180ο από τον δεύτερο, συνολικά 612ο από την αρχή του κύκλου και αυτό αφήνει μόνο 108ο για τον πρώτο κύλινδρο. Μεταφέροντας την απόσταση και αλλάζοντας την σειρά, δημιουργούν μία κυματιστή απόδοση, αρκετά πιο ομαλή από άλλους V4 συνδυάζοντας με ένα λόγο γραναζώματος τελικής μετάδοσης πολύ ιδιαίτερο για Superbike, στο 2.41, όταν η πρώτη σχέση στο κιβώτιο έχει λόγο γραναζιών 2.60. Αν τώρα τα ηλεκτρονικά δεν είναι από μόνα τους εξελιγμένα σε άλλο επίπεδο, αντίστοιχο αυτών των επιλογών, τότε η μοτοσυκλέτα δεν θα μπορούσε να έχει την επιθυμητή φιλικότητα και να είναι ένα μέσο διασκέδασης όλες τις ώρες. Διότι δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί από την πλειοψηφία.

Η απάντηση δόθηκε από την Marzocchi που έφερε μία λύση από τα MotoGP απευθείας. Εκτός της IMU 6 αξόνων τα ηλεκτρονικά της Norton έχουν ένα αναλογικό ποτενσιόμετρο μέσα στο καλάμι και έτσι δεν χρειάζεται να μαντεύουν αν η μοτοσυκλέτα σουζάρει ή ανεβαίνει ανηφόρα. Μία μαντεψιά που με την IMU δεν είναι παραπάνω από μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου, αρκετό όμως διάστημα στις ταχύτητες που μιλάμε, ιδιαίτερα όταν περνάς λακκούβες με 220-240 στο κοντέρ ή κρατάς το γκάζι ανοικτό με γεμάτη τετάρτη πάνω από κούρμπες του δρόμου που απογειώνουν τον εμπρός τροχό. Η διαφορά για εμένα φάνηκε απευθείας μέσα στην πίστα καθώς βρισκόμουν εκεί μόλις με δύο εβδομάδες διαφοράς από τον εξάωρο αγώνα με το νέο GSXR-R.

Διαφορετική χάραξη πίστας, καθώς το Monteblanco δίνει αυτή την δυνατότητα, αλλά ίδιες οι πίσω στροφές με την έντονη υψομετρική δεξιά που οδηγεί σε σούζα. Συγκριτικά παραμένει το GSXR-R πολύ πιο εύκολη μοτοσυκλέτα, όμως όταν συνηθίσεις την εκρηκτικότητα του Manx R, αντιλαμβάνεσαι πως απλώς πρόκειται για δύο διαφορετικά rollercoster. Εκεί που το GSXR-R σηκωνόταν προβλεπόμενα και αργά αλλά εύκολα σου έφευγε ψηλότερα από αυτό που θα ήθελες, το Manx R σηκώνεται πιο απότομα αλλά πολύ πιο προβλέψιμα. Το πιο εντυπωσιακό όμως, που δεν έχω πετύχει ποτέ σε άλλη μοτοσυκλέτα ήταν η αργή επαναφορά του εμπρός τροχού όσο ήταν στον αέρα. Δεν είχες το κρέμασμα που νιώθεις στο τιμόνι κάθε μοτοσυκλέτας που μόλις έχει σουζάρει δίνοντας την μέγιστη διαδρομή, αλλά μία αργή επαναφορά και μία μαγευτική προσγείωση στα μαλακά, χωρίς να έχεις προσπαθήσει να το γλυκάνεις με το γκάζι. Διότι στην πίσω μεριά της πίστας δεν έχεις αυτή την ευχέρεια, πρέπει να πέσεις στα φρένα για την αριστερή που ακολουθεί. Στον πρώτο γύρο μου φάνηκε πως ήταν ιδέα μου και χρειάστηκε τρεις ακόμη για να βεβαιωθώ πως η εμπρός ανάρτηση κάνει κάτι καινούριο και πως τα ηλεκτρονιά προσπαθούν να σε κάνουν να νιώσεις καλύτερα στην σούζα, αντί να την κόψουν και να σε προσγειώσουν σε κάτι που μπορούν να ελέγξουν καλύτερα. Ο Gilles με ευχαριστεί που συζητάμε κάτι που προσπάθησαν να πετύχουν και επιβεβαιώνει πως είναι από σχεδιασμό, είναι κάτι που πέτυχαν μετά από αρκετή προσπάθεια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσει κανείς για δεύτερη φορά πως μιλάμε για τις κάρμπον ζάντες που από μόνες τους αξίζουν όσο ένα Superbike και μαζί με τα υπόλοιπα ανθρακονήματα ανεβάζουν την τιμή κατά σχεδόν 50% από την έκδοση που έχει απλά τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις και σχεδόν 90% συγκριτικά με την βασική έκδοση, σε τιμές Αγγλίας που είναι και οι μόνες γνωστές αυτή την στιγμή. Με τις κανονικές ζάντες που και εγώ θα προτιμούσα για μοτοσυκλέτα που κινείται σε δρόμους γεμάτους λακκούβες, το φαινόμενο αυτό θα είναι μικρότερα, αλλά θα συνεχίσει να υπάρχει και να χαρακτηρίζει τις επικές σούζες ισχύος που σου προσφέρει αυτή η μοτοσυκλέτα όταν σερφάρει στο τσουνάμι ροπής που στέλνει στον πίσω τροχό, διότι απλό κύμα δεν είναι. Ο Gilles θέλει το όνομα της Norton να γίνει συνώνυμο της Ροπής από εδώ και πέρα και για μία μικρή μερίδα αγωνιζόμενων που το πήγαν στο Isle of Man για διασκέδαση και τελική έγκριση πριν την παραγωγή, ο χαρακτηρισμός αυτός ήδη ισχύει.

Norton

Στον επαρχιακό δρόμο είναι άλλωστε που το Manx R θα ξεδιπλώσει τις αρετές του. Στα είκοσι χρόνια της καριέρας μου εδώ, δεν έχω ξανά πάει ταχύτερα σε αποστολή μοτοσυκλέτας. Φταίει βέβαια που η Norton είχε προσλάβει την εταιρεία που εμπιστεύεται και η Triumph για τις παρουσιάσεις μοτοσυκλετών όπου ένας από τους τρεις πλοηγούς που έχουν είναι ξακουστός στον μικρόκοσμο, έχει μαζέψει κατά καιρούς διάφορα παράπονα από άλλους δημοσιογράφους για τον υψηλό ρυθμό που κρατά, παλαιός αγωνιζόμενος σε Tourist Trophy και προπονητής αναβατών για το BSB, ο Γκάμπι με χαιρέτισε πριν ξεκινήσουμε και με έβαλε στην πρώτη μοτοσυκλέτα πίσω του, γελώντας σαρδόνια. Κατάλαβα τι με περίμενε αλλά όχι σε αυτό τον βαθμό που ακολούθησε. Ξεφύγαμε από το υπόλοιπο γκρουπ και κάποια στιγμή τον άφησαν να ανοίξει και μπροστά καθώς ήταν μορφή αγώνα πλέον και όχι γρήγορη βόλτα. Μιλώντας με τους αντίστοιχους στην πρώτη σέλα, από τα υπόλοιπα γκρουπ μιας και γνωριζόμαστε μετά από τόσα χρόνια, είχαν την ίδια αντίδραση. Από ένα σημείο και μετά τον άφησαν διότι πήγαιναν ταχύτερα στην κλειστή διαδρομή, από ότι στην πίστα κάνοντας ένα κανονικό Isle of Man! Οι δυνατότητες αυτής της μοτοσυκλέτας ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, όχι λίγο αλλά πολύ. Ο ήχος της είναι φανταστικός γιατί φτιάχτηκε άλλωστε από τον άνθρωπο που έφερε την Superveloce στην Γη και καθότι πιο δύσκολο, μία αρκετά καλή δόση του ήχου αυτού έχει και η Enduro Veloce. Το ακούς να έρχεται σε επαρχιακό δρόμο από μακριά και είσαι ανάμεσα σε αυτοκίνητο Rally ή MotoGP μοτοσυκλέτα, ανάλογα τα πρανή και το ύψος τους, μπορεί και τα δύο μαζί!

Η τεράστια έγχρωμη οθόνη των 8 ιντσών, συγκριτικά με το μέγεθος της μοτοσυκλέτας, προσφέρει πλοήγηση και συνδέεται με το κινητό και αν δεν το κάνεις αυτό, αφήνει μεγάλο μαύρο κενό χωρίς πολλές ενδείξεις, στοιχείο πως μπορούσε να γίνει μικρότερη. Στο μεταξύ όλοι οι διακόπτες είναι μεταλλικοί, θέλοντας αυτή η αναβαθμισμένη αίσθηση και η διαφορά από κάθε τι άλλο να περνά μέσα από γάντι και να φτάνει στο χέρι σου. Τι θα γίνει, λέω στον Gilles, όταν θα πάρω ένα Manx R και θα το παρκάρω στο Ελληνικό καλοκαίρι δίπλα στο κύμα; Δεν θα γίνει τίποτα, απάντησε κατευθείαν. Το καλό με την TVS είναι πως ήθελαν να ξεχωρίσουν στην τοπική αγορά τους όχι ως οι φθηνότεροι, αλλά ως εκείνοι με την μεγαλύτερη αντοχή στον χρόνο. Έχουν ένα μηχάνημα πλύσης αλατιού και από εκεί περάσαμε και τους διακόπτες. Προσομοίωση 30 ετών έκθεσης μέσα σε 700 ώρες γιατί ανεβοκατεβάζουμε την θερμοκρασία πολύ γρήγορα στους 45ο κελσίου από πολύ χαμηλά, κρατώντας την υγρασία πολύ ψηλά με αλατισμένο νερό. Αν μπεις εκεί μέσα, βγαίνεις σταφίδα. Οι πλαστικοί διακόπτες έχουν χάσει το χρώμα τους στο μισό χρόνο, αυτοί εδώ έβγαλαν όλο τον κύκλο. Θα σας αφήσω με το εξής απλό ερώτημα: Πως θα μπει στο μέλλον δίπλα στο Manx R, ένα Norton φτιαγμένο απευθείας από την TVS;

Εξοπλισμός αναβάτη
Στολή: Bering
Κράνος: SHOEI
Μπότες: Sidi
Γάντια: Bering

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Μοντέλο:

Norton Manx R

 

Αντιπρόσωπος:

MUVUS AE

Τιμή:

Αναμένεται

Εγγύηση:

3 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

-

Ύψος (mm):

-

Μεταξόνιο (mm):

1.435

Απόσταση από το έδαφος (mm):

-

Ύψος σέλας (mm):

840

Ίχνος (mm):

94,5

Γωνία κάστερ (˚):

24,1

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Χυτό αλουμινίου περιμετρικό

Πλάτος (mm):

-

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

210 / 219

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος τετρακύλινδρος διάταξης V 72 μοιρών με 2ΕΕΚ, 4 β/κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

82 x 55,1

Χωρητικότητα (cc):

1200

Σχέση συμπίεσης:

14:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

206 / 11.500

Ροπή (kgm/rpm):

13,25 / 9.000

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

171,66

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

4-2-1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος με υποβοήθηση

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια / 1.6491

1η  Σχέση

2.60

2η Σχέση

2.06

3η Σχέση

1.70

4η Σχέση

1.48

5η Σχέση

1.35

6η Σχέση

1.26

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια / 2.41

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο πιρούνι Marzocchi

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120//45

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17” x 3.50”

Ελαστικό:

Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4 120/70 ZR17

ΦΡΕΝΟ

Διπλοί ημι-πλευστοί δίσκοι 320 mm με ακτινικές δαγκάνες Brembo Hypure και Bosch Cornering ABS EVO

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Marzocchi RSU

Διαδρομή (mm):

126

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

Χυτή αλουμινίου 17” x 6.00”

Ελαστικό:

Pirelli Diablo Supercorsa SP-V4 200/55 ZR17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 245 mm με πλευστή δαγκάνα δύο εμβόλων Brembo και και Bosch Cornering ABS EVO

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Έγχρωμη TFT οθόνη 8 ιντσών με δυνατότητα συνδεσιμότητας και πλοήγησης, ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, ένδειξη επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, πίεσης ελαστικών, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα με δυνατότητα ρύθμισης καλωσορίσματος, Riding Modes, χαρτογραφήσεις κινητήρα, cornering cruise control, ρυθμιζόμενο traction control με cornering χαρακτηριστικά, ρυθμιζόμενο ABS με cornering χαρακτηριστικά, μεταλλικοί διακόπτες, ημι-ενεργητικές αναρτήσεις, καρμπον τροχοί, μπαταρία ιόντων λιθίου, αντικλεπτική παρακολουθήση θέσης μοτοσυκλέτας, keyless, hill hold, slide control.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

14 / -

       

 

 

BMW Motorrad Boxer Days 2025: Οδηγήσαμε ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ - R 1300 R, R 1300 RT και R 12 G/S

Σε μία παρουσίαση - ωδή στον κινητήρα boxer
BMW
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

19/8/2025

Ήμασταν οι μοναδικοί Έλληνες που βρεθήκαμε στο σπίτι της BMW στη Βαυαρία, για την πρώτη μας επαφή με τα νέα R 1300 R, R 1300 RT και R 12 GS, τα οποία ολοκληρώνουν με τον ερχομό τους την γκάμα boxer μοτοσυκλετών της εταιρείας.

Ακόμη και αν αφήσεις έξω τα αυτοκίνητα και κοιτάξεις μόνο την εταιρεία των δύο τροχών η Bayerische Motoren Werke είναι από εκείνες που ξεχωρίζουν στον τομέα των κινητήρων, ειδικά τα τελευταία χρόνια, με απόδειξη τόσο τον εν σειρά εξακύλινδρο των 1.600 κ.εκ. που βρίσκεται ακόμη στην παραγωγή όσο και τον “πασπαρτού” 1.000άρη 4κύλινδρο που εντυπωσιάζει με την απόδοσή του από την πιο αδύναμη -αν μπορεί να το πει κανείς αυτό- έως και την ισχυρότερη έκδοσή του. Ωστόσο αφού μιλάμε μόνο για τις μοτοσυκλέτες ο δικύλινδρος boxer είναι εκείνος που έχει συνδεθεί περισσότερο με τους Βαυαρούς και δεν υπάρχει άνθρωπος που να ακούει BMW και να μην φέρνει υποσυνείδητα στο μυαλό του το μοτέρ με τα πιστόνια που κοιτάζουν σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι ξεκίνησε άλλωστε η ιστορία με την R32 πριν από 102 χρόνια. Boxer σημαίνει BMW και BMW σημαίνει boxer και αυτό η εταιρεία μας το υπενθύμισε μία ακόμη φορά στο ταξίδι μας στη Βαυαρία για το BMW Motorrad Boxer Days 2025, ένα τριήμερο event που είχε οδήγηση από το “guten morgen” μέχρι και το “auf wiedersehen”, με τρεις μοτοσυκλέτες που εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό η καθεμιά έχουν όμως και οι τρεις καρδιά boxer.

BMW

BMW R 1300 RT

Next level τουρισμός

Το ολοκαίνουργιο RT έρχεται να συνεχίσει στο δρόμο που χάραξαν οι πρόγονοί του παίζοντας επί της ουσίας εκτός συναγωνισμού με την BMW να ανεβάζει τον πήχη μία ακόμη φορά όχι γιατί απειλείται από κάποιον αλλά γιατί μπορεί.

 

Ο τουρισμός κυλά στο αίμα των Βαυαρών που έχουν μια παράδοση δεκαετιών στη δημιουργία μοτοσυκλετών που τρέφονται με χιλιόμετρα προσφέροντας κορυφαία άνεση και προστασία αλλά και χώρους για δύο. Έχουν μάλιστα τόσες κορυφαίες μοτοσυκλέτες μεγάλου κυβισμού στην γκάμα τους για αυτόν τον ρόλο που είναι αδύνατο να μην βρεις εκείνη που ταιριάζει στις δικές σου ανάγκες, εκτός και αν είσαι κολλημένος και βλέπεις τον κόσμο μέσα από παρωπίδες άλλης εταιρείας. Θες για παράδειγμα να ταξιδέψεις ως την άκρη του κόσμου κάνοντας τον Indiana Jones των δύο τροχών; Πάρε ένα 1300 GS. Δεν σου φτάνει αυτό; Το έχουμε και σε Adventure. Είσαι του κλασικού; Το R 18 Transcontinental σε καλεί. Βράζει το αίμα σου και η προστασία δεν είναι απόλυτη προτεραιότητα, είναι όμως οι επιδόσεις; Το XR είναι ο ταξιδιώτης hooligan που ψάχνεις. Κάτι πιο χλιδάτο και μοναδικό; Το εξαιρετικό εξακύλινδρο Κ 1600 πώς σου φαίνεται; Τι; Θα το ήθελες σε boxer και πιο σπορ; Εντάξει, δεν τρώγεσαι, αλλά επειδή σαν και εσένα υπάρχουν και άλλοι και είναι πολλοί έχουμε το R 1000 RT.

Χωρίς ανταγωνισμό

Στην Ελλάδα τουλάχιστον το RT είναι η πιο αδικημένη μοτοσυκλέτα της BMW, ως μέλος της σειράς Tour και βρισκόμενο στη σκιά του GS, με το οποίο και μοιράζεται τα περισσότερα μηχανικά του μέρη. Ας όψεται η μόδα των adventure για αυτό αφού οι κάτοχοι του best seller GS, εκείνοι που κάνουν ελάχιστο χώμα -η πλειοψηφία δηλαδή- δυστυχώς δεν γνωρίζουν ότι θα ήταν πολύ πιο χαρούμενοι στη σέλα του RT, αν χρησιμοποιούσαν αυτό στην καθημερινότητά τους. Αυτό ακριβώς κάνουν άλλωστε και οι Γάλλοι, που επέλεγαν το προηγούμενο RT ως commuter χωρίς καμία ενοχή και έπειτα το Σαββατοκύριακο εκμεταλλεύονταν τα τουριστικά του χαρίσματα και χαίρονταν ταυτόχρονα και συμπεριφορά που ξεφεύγει ευχάριστα πολύ από αυτό που φαντάζεται κανείς όταν σκέφτεται μια μοτοσυκλέτα τουρισμού. Η συμπεριφορά του RT κάνει τη διαφορά και το κατατάσσει ως κάτι μοναδικό στην αγορά, με τους υπόλοιπους κατασκευαστές να έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά αφού δεν υπάρχουν πλέον αντίπαλοι, όπως ήταν για παράδειγμα το FJR1300, που να συγκεντρώνουν έστω τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά (όλα δεν τα είχε κανένα) που προσφέρει απλόχερα και σε ένα πακέτο η μοτοσυκλέτα των Βαυαρών.

Νέα βάση, νέα δεδομένα

Με τον ανταγωνισμό να είναι ανύπαρκτος, το προηγούμενο R 1250 RT θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχίσει την εμπορική του πορεία δεχόμενο απλά ένα συνολικό update. Όμως το πέρασμα στη νέα πλατφόρμα, που έχει στο επίκεντρο τον υγρόψυκτο 1300άρη boxer των 145 ίππων, έφεραν μαζί μια ολοκαίνουργια γενιά που βελτιώνει μια ήδη επιτυχημένη συνταγή δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας.

Κορυφαία προστασία και “hi-tech” σχεδίαση

Η αρχή γίνεται από τη σχεδίαση του R 1300 RT, η οποία δεν κρύβω ότι μου αρέσει, με τον μόνο σχεδιαστικό δεσμό με πριν να εντοπίζεται στη γενική σιλουέτα της μοτοσυκλέτας. Το νέο RT δείχνει πιο μοντέρνο και “hi-tech” από το 1250 -είναι άλλωστε- και μου φέρνει εικόνες από sci-fi ταινίες και μεγάλα, εμπορικά διαστημόπλοια! Οι Βαυαροί άκουσαν προσεκτικά εκείνους που δεν αγόραζαν το RT για… ψυχολογικούς λόγους, γιατί τους φαινόταν ογκώδες και δύσκολο στον χειρισμό, ενώ είναι το ακριβώς αντίθετο και έτσι το ελάφρυναν οπτικά κάνοντας το νέο φαίρινγκ πιο μικρό σε μέγεθος. Βρήκαν παράλληλα την ευκαιρία να βελτιώσουν περαιτέρω την προστασία και την άνεση χτίζοντας ένα πραγματικό τείχος μπροστά από τον αναβάτη.

BMW

Η νέα ζελατίνα, με δίοδο αέρα μεταξύ αυτής και του φαίρινγκ, όπως και ο αέρας που περνά κάτω από τα φώτα και φτάνει στο “cockpit” (!), εξάλειψαν το φαινόμενο της υποπίεσης που δημιουργούνταν στο προηγούμενο και πίεζε τον αναβάτη προς τα εμπρός. Παράλληλα, η BMW ενσωμάτωσε στο φαίρινγκ και μια καινοτομία στις μοτοσυκλέτες τουρισμού, παρόμοια με του Moto Guzzi V100 Mandello, αλλά η εκτέλεση είναι διαφορετική. Ενώ το V100 έχει μικρά πτερύγια που ανεβοκατεβαίνουν ηλεκτρικά δίπλα από τη ζελατίνα, ως έξτρα στο R 1300 RT -θα έπρεπε να είναι στάνταρ δεδομένης της τιμής του- έχουμε μεγάλα, χειροκίνητα κινούμενα πλαϊνά τμήματα, που τραβώντας τα προς τα πάνω με το χέρι προσφέρουν έξτρα προστασία ή περισσότερη παροχή αέρα στα πόδια -στάνταρ κάτω θέση- αν χρειάζεσαι έξτρα δροσιά. Οι ίδιοι οι κύλινδροι του boxer προστατεύουν επίσης από τα στοιχεία της φύσης, ενώ κάτω από αυτούς υπάρχουν στάνταρ πλαστικοί εκτροπείς αέρα και carbon προαιρετικά παίζοντας σε αυτή την περίπτωση και τον ρόλο των crash bars.

Διηπειρωτικό κουκούλι

Την αποτελεσματικότητα του φαίρινγκ τη διαπίστωσα στη γερμανική autobahn κινούμενος με 240 χλμ./ώρα στο κοντέρ χωρίς να φοβάμαι ότι θα καταλήξω στο αυτόφωρο. Με τη ζελατίνα τέρμα πάνω και ανεβασμένα τα κινούμενα τμήματα του φαίρινγκ το RΤ δημιουργεί ένα εντυπωσιακό προστατευτικό κουκούλι γύρω από τον αναβάτη. Τα τμήματα μάλιστα κάνουν τρομερή διαφορά στην προστασία των ποδιών όταν βρίσκονται πάνω, με το συνολικό αποτέλεσμα να ανταγωνίζεται cabrio αυτοκίνητο! Πλήρως προστατευμένος σε αυτές τις ταχύτητες νιώθω και μια ελαφριά ταλάντωση από το εμπρός μέρος που ξεκινά από τα 200 περίπου χλμ./ώρα. Ταλάντωση που δεν σε ανησυχεί ποτέ, καθώς δεν κλιμακώνεται και δεν επηρεάζει ούτε την ευθυβολία και την κατευθυντικότητα του RT. Είναι ωστόσο κάτι που δεν περιμένεις να νιώσεις από το τελευταίο τουριστικό καμάρι της BMW, παρόλο που ελάχιστοι είναι αυτοί που θα το πάρουν για να πηγαίνουν τέρμα γκάζι.

Για να διανύσεις μεγαλύτερες αποστάσεις “μονοκοπανιά” μέσα σε μια μέρα καλό είναι να κλείσεις το γκάζι και να εκμεταλλευτείς την εξαιρετικά άνετη σέλα και ένα ακόμη δυνατό σημείο του πανίσχυρου boxer: την χαμηλή κατανάλωση που περιορίζεται ακόμη και στα 5,7 λτ./100 χλμ. χωρίς να σέρνεσαι. Έτσι κάνεις χωρίς στάση σχεδόν 400 χλμ. με ένα ρεζερβουάρ έχοντας την αίσθηση ότι θα κάνεις άλλα τόσα την ίδια ημέρα και θα φτάσεις στον προορισμό σου ατσαλάκωτος.

Χαμηλό GS = Ακόμη καλύτερο στον δρόμο RT

Μέχρι στιγμής αναφέρω πράγματα που περίμενα από το νέο RT, πράγματα που πρέπει να θεωρούν δεδομένα όσοι το καλοβλέπουν και τα έκανε και το προηγούμενο. Μόνο που το καινούργιο τα κάνει καλύτερα, ταλάντωσης εξαιρουμένης. Συνεχίζω με τη δυναμική συμπεριφορά της νέας γενιάς που είναι ακόμη καλύτερη από του προηγούμενου και θα αποτελέσει έκπληξη για όσους δεν έχουν οδηγήσει προηγούμενο RT ή το νέο GS που ανέβηκε πραγματικά επίπεδο στη συμπεριφορά του έναντι του προηγούμενου.

Η μοτοσυκλέτα που οδηγήσαμε ήταν η τρίτη χρωματική έκδοση “Impulse”, με την δεύτερη να είναι η “Triple Black”, ενώ η “βασική” είναι η Alpine White. Στην κορυφή βρίσκεται η “Option 719 Carmargue” και όλες τους έχουν διαφορές, εκτός από τα χρώματα-γραφικά και στα φινιρίσματα των μεταλλικών τους επιφανειών. Το λευκό της βασικής έκδοσης δεν αποτελεί τυχαία επιλογή. Οι Βαυαροί διαθέτουν την RT και στα σώματα ασφαλείας και με το λευκό ως βάση είναι σαφώς πιο εύκολο να βάλεις τα αυτοκόλλητα που απαιτούνται. Είχαμε μάλιστα “συνοδεία” και ένα πλήρως λειτουργικό RT της γερμανικής Αστυνομίας που είχε όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό για να επιτελέσει το έργο του!

BMW

Η έκδοση της μοτοσυκλέτας που οδηγήσαμε είχε όλα τα καλούδια που θα έβαζε κανείς στο RT. Στα στοιχεία που ξεχωρίζουν είναι το ενεργό cruise control (ACC) που χρησιμοποιεί το εμπρός ραντάρ για να ρυθμίσει την απόστασή του από το προπορευόμενο όχημα και αυτό το κάνει αξιοποιώντας και τα φρένα, ενώ το ραντάρ χρησιμεύει και για το σύστημα προειδοποίησης σύγκρουσης, το οποίο επεμβαίνει ελαφρώς και στα φρένα για να σε “ξυπνήσει” αν εντοπίσει επικείμενη σύγκρουση. Προειδοποίηση για σύγκρουση υπάρχει και για τα οχήματα που ακολουθούν το RT αφού υπάρχει και στο πίσω μέρος ραντάρ, με τη μοτοσυκλέτα να προειδοποιεί τον αναβάτη και για ακούσια αλλαγή λωρίδας όπως και για τα οχήματα που πλησιάζουν για προσπέραση. Ο κατάλογος των έξτρα αξεσουάρ είναι μακρύς, αλλά και ο στάνταρ εξοπλισμός είναι πλούσιος αφού περιλαμβάνει επίσης την εξαιρετική TFT των 10,25 ιντσών που προσφέρει πλήρη συνδεσιμότητα και πλοήγηση με χάρτες όσο και ηχοσύστημα. Υπάρχουν και άλλα δύο με ακόμη πιο ποιοτικά ηχεία και sub woofer αλλά και επιπλέον μόνωση στο φαίρινγκ για υψηλότερη πιστότητα ήχου.

Η τοποθέτηση του κιβωτίου κάτω από τον κινητήρα στη νέα πλατφόρμα συγκέντρωσε ακόμη περισσότερο τις μάζες και κάνει το RT να συμπεριφέρεται ακόμη πιο ανάλαφρα με πολύ χαμηλές ταχύτητες αλλά και όταν το κυνηγάς στις στροφές. Στο λίγο δηλαδή που μας επιτράπηκε γιατί οι πλοηγοί μας ήταν εκνευριστικά νομότυποι. Όλα τα χιλιόμετρα τα κάναμε με απλά σβέλτο ρυθμό σε λίγες περιπτώσεις έχοντας την τήρηση των ορίων ταχύτητας και την καθωσπρέπει συμπεριφορά ως προτεραιότητα. Στην ευχάριστη αίσθηση που μου δίνει το RT, για μια μοτοσυκλέτα  281 επίσημων κιλών, συμβάλλει και η αναθεωρημένη θέση οδήγησης. Οι Βαυαροί άφησαν στο ίδιο σημείο τα μαρσπιέ φέρνοντας τη ρυθμιζόμενη σε ύψος και κλίση σέλα λίγο πιο μπροστά. Πιο μπροστά βρίσκεται και το τιμόνι που είναι φαρδύτερο και με πιο ανοιχτή γωνία, με τη συνολική εργονομία της θέσης οδήγησης να σε εμπλέκει πιο ενεργά στην οδήγηση και να σου δίνει περισσότερο έλεγχο και μεγαλύτερη ακρίβεια.

Σύμμαχοι στο να κινηθείς γρήγορα είναι ο 1300άρης boxer που δεν χαμπαριάζει από κιλά και σχέση στο κιβώτιο και έχει πολύ καλή απόκριση στο γκάζι, αλλά και τα πολύ δυνατά φρένα που συνδυάζονται μεταξύ τους, είτε χρησιμοποιείς το ποδόφρενο είτε τη μανέτα. Η αίσθηση που δίνουν αποτελεί μία ακόμη ευχάριστη έκπληξη αφού πιέζοντας με ένα μόνο δάκτυλο πάντα παίρνεις όσο ζητάς. Το έξτρα αυτόματο κιβώτιο της BMW δουλεύει και εδώ όπως στο GS μπερδεύοντας λίγο τις αλλαγές σχέσεων στις χαμηλές ταχύτητες ως πλήρως αυτόματο, ενώ είναι άψογο στην manual επιλογή.

Βέβαια όπως και στο νέο GS έτσι και στο RT τη μεγάλη διαφορά σε σχέση με πριν την κάνει η νέα ανάρτηση, και στα δύο άκρα, με το μακρύτερο ψαλίδι-άξονα να παίζει εδώ τον δικό του σημαντικό ρόλο και ακόμη περισσότερο το νέο Telelever Evo μπροστά. Τα είχαμε πει για το GS ότι πραγματικά ανέβηκε επίπεδο έναντι του προηγούμενου 1250 και αυτό ισχύει και στην περίπτωση του RT με τη νέα εμπρός ανάρτηση να δίνει αίσθηση σχεδόν όπως και ένα συμβατικό πιρούνι και να κάνει εδώ ακόμη περισσότερα. Το R 1300 RT έρχεται στάνταρ με την ηλεκτρική ανάρτηση DCA έναντι της συμβατικής στο προηγούμενο και δίνει τη δυνατότητα να αλλάξεις και τη γεωμετρία! Πολύ απλά με το πάτημα ενός κουμπιού και την επιλογή των προγραμμάτων Dynamic/Dynamic Pro, το RT ανασηκώνεται μπροστά και ακόμη περισσότερο πίσω αυξάνοντας την απόσταση από το έδαφος και το περιθώριο κλίσης.

Το πιρούνι έρχεται πιο κάθετα στον δρόμο και αυτό δίνει και πιο “γρήγορο” τιμόνι. Και τα δύο τα προσέχεις αμέσως στο σβέλτο ρυθμό με το RT να σου δείχνει ότι και μπορεί αλλά και έχει τη διάθεση για να κινηθεί πολύ γρήγορα αγνοώντας το πραγματικό του βάρος και όγκο. Από την άλλη αν θέλεις περισσότερη σταθερότητα το “Road” είναι και εκείνο που θα προτιμήσεις στον αυτοκινητόδρομο και όταν δεν θέλεις να πηγαίνεις στις στροφές με την ταυτότητα στο στόμα. Ο Γερμανός Τουρίστας της BMW έχει πλέον ακόμη πιο ξεκάθαρη άποψη για τον διηπειρωτικό τουρισμό καθώς βάζει στο μενού και την διασκέδαση στις στροφές και κάτι μου λέει ότι θα κάνει πλάκα σε πολλούς αναβάτες που θα το υποτιμήσουν σε ένα ορεινό στροφιλίκι.

 

BMW R 1300 R

 

Το πιο σπορ boxer

Η νέα boxer πλατφόρμα της BMW είναι παρούσα και στο ολοκαίνουργιο R 1300 R, μια μοτοσυκλέτα πιο fun από εκείνη που αντικαθιστά και με πιο δυναμική παρουσία στον δρόμο

BMW

 

Δύσκολο να μην προσέξεις ότι το R 1300 R άλλαξε σε σχέση με το μοντέλο που αντικαθιστά στην γκάμα της BMW με τη νέα μοτοσυκλέτα να δείχνει σαφώς πιο επιθετική σε σχέση με πριν και ακόμη πιο μυώδης. Οι γραμμές της έχουν και περισσότερη ροή σε σχέση με πριν και τονισμένους “ώμους” στην περιοχή του ρεζερβουάρ, σα να πλακώθηκε η μοτοσυκλέτα στο γυμναστήριο μερικούς μήνες πριν από την παρουσίασή της, με την ουρά να είναι πιο μαζεμένη σε διαστάσεις και τον αιχμηρό προβολέα να έχει τοποθετηθεί χαμηλότερα, όπως και το τιμόνι.

Η πιο επιθετική σχεδίαση ακολουθείται και από μία πιο σπορ, αλλά σχεδόν εξίσου άνετη θέση οδήγησης, με τιμόνι πιο χαμηλά και πιο μακριά από τον κορμό και τα μαρσπιέ στο ίδιο ύψος με πριν αλλά λίγο πιο πίσω, ενώ η θέση του αναβάτη στη σέλα έχει μείνει στο ίδιο σημείο. Το τιμόνι που είναι πιο ίσιο σε σχέση με πριν μπορεί παράλληλα να απομακρυνθεί κατά 10 χλστ. από τον κορμό με την περιστροφή των καβαλέτων κατά 180 μοίρες και να μεταφερθεί έτσι περισσότερο βάρος στον εμπρός τροχό με τη θέση οδήγησης να είναι ευρύχωρη και να προσφέρει και εδώ περισσότερο έλεγχο αλλά και καλύτερη αίσθηση από τον εμπρός τροχό. Και εδώ πλαίσιο, μοτέρ και ψαλίδι είναι ίδια με των GS/RT όμως μπροστά έχουμε “συμβατικό” ανεστραμμένο πιρούνι και όχι Telelever, το οποίο στην έκδοση με την ηλεκτρονικά ελεγχόμενη ανάρτηση DSA μπορεί να μεταβάλλει τη σκληρότητα των ελατηρίων του, όχι απλά την προφόρτιση, με την BMW να είναι ο πρώτος κατασκευαστής που το φέρνει αυτό στην παραγωγή.

BMW



Και σπορ και ταξιδιάρικο
Το R 1300 R δεν είναι το πιο μικρό και ελαφρύ naked που μπορείς να αγοράσεις και αν τα θέλεις όλα η BMW έχει στην γκάμα της τον δαίμονα που ακούει στο όνομα S 1000 R. Αν όμως θέλεις να έχεις boxer μοτέρ ανάμεσα στα πόδια σου τότε αυτή είναι η επιλογή που σου δίνεται με τους Βαυαρούς να τηρούν τον λόγο τους για το πιο σπορ γυμνό με αυτό το μοτέρ που μπορείς να αποκτήσεις. Στα 200 και πλέον χιλιόμετρα που έκανα στη σέλα του σε διάστημα δύο ημερών το R 1300 R παρουσίασε έναν καθόλα φιλικό χαρακτήρα με τα προγράμματα οδήγησης να προσαρμόζουν ηλεκτρονικά συστήματα και ανάρτηση στις επιθυμίες μου. Η μοτοσυκλέτα, παρά τη γύμνια της έδειξε ότι μπορεί να αποτελέσει και σύντροφο στο ταξίδι, αφού έχει την άνεση που απαιτείται για αυτό και μια ζελατίνα μπορεί να ολοκληρώσει την κάλυψη που προσφέρει ήδη ο boxer κινητήρας από τη μέση και κάτω. Ακόμη καλύτερα, έδειξε τι θα προσφέρει σε αυτό το πεδίο το R 1300 RS, το οποίο δεν οδηγήσαμε, αλλά με το μπικίνι φαίριγκ του, εκτός από ιδιαίτερα ελκυστικό, παρουσιάζεται ως η μοτοσυκλέτα που θα κλέψει πωλήσεις από το R λόγω της έξτρα προστασίας από τα στοιχεία της φύσης.
Το R 1300 R μπορεί και κινείται πολύ σβέλτα στον επαρχιακό αλλάζοντας κατεύθυνση εξαιρετικά γρήγορα με τον αναβάτη να έχει μπόλικη ελευθερία στη σέλα για να τοποθετήσει το σώμα του όπως επιθυμεί. Στην γρήγορη εναλλαγή βοηθούν και οι νέες ζάντες, οι οποίες εκτός από πολύ όμορφες αφαιρούν συνολικά 1,4 κιλά σε σχέση με του προηγούμενου μοντέλου, μειώνοντας ανάλογα και την αδράνεια.
Ο κινητήρας έχει εδώ σαφώς μικρότερο βάρος να διαχειριστεί και αποκαλύπτει έτσι το πιο διασκεδαστικό πρόσωπό του με πολύ δυνατές επιταχύνσεις στην έξοδο της στροφής ακόμη και αν δεν έχει επιλεχθεί η σωστή ταχύτητα στο σωστά κλιμακωμένο κιβώτιο, ενώ το quickshifter παρουσιάζεται λίγο νευρικό στα ανεβάσματα στις τρεις πρώτες ταχύτητες αν το γκάζι δεν είναι τέρμα ανοιχτό. Και εδώ το συνδυαζόμενο σύστημα πέδησης κάνει πολύ καλά τη δουλειά του και δεν δυσκολεύεται να μειώσει δραστικά την ταχύτητα προσφέροντας παράλληλα αίσθηση, ενώ τόσο το cornering ABS όσο και το ευαίσθητο στις κλίσεις traction control κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους.
Το R 1300 R προτάσσει τη δυναμική του σχεδίαση και παρουσιάζεται σαν μια ολοκληρωμένη εναλλακτική στην κατηγορία των γυμνών με καλό στάνταρ εξοπλισμό και πάρα πολλές επιλογές στα έξτρα, οι οποίες, αναλογικά, δεν απέχουν πολύ από εκείνες που προσφέρει η BMW στο RT . Και εδώ έχουμε τέσσερεις χρωματικές επιλογές με την “τρικολόρ” των φωτογραφιών να είναι και η πιο εντυπωσιακή και εκείνη που μάλλον θα κάνει τη διαφορά στις πωλήσεις παρόλο που είναι και η πιο ακριβή.

 

BMW R 12 G/S

Γνήσιο ρετρό, γνήσιο on-off!

Οι Βαυαροί κράτησαν τον λόγο τους και με το R 12 G/S δημιούργησαν μια μοτοσυκλέτα φόρο τιμής στο R 80 G/S, μια πραγματική “50:50” on-off που εκπλήσσει ευχάριστα τόσο στην άσφαλτο όσο και στο χώμα με την ακαταμάχητη ρετρό εμφάνιση να είναι το κερασάκι στην τούρτα.

BMW

Το R 12 G/S έρχεται να ολοκληρώσει τη σειρά R 12 με την BMW να έχει τώρα μια ρετρό εμφάνισης μοτοσυκλέτα για κάθε γούστο. Παρουσιάστηκε τελευταίο, ίσως γιατί είναι το πιο σημαντικό αερελαιόψυκτο boxer για την γερμανική εταιρεία, μια άμεση αναφορά  στο R 80 G/S, τον γενάρχη των σύγχρονων μεγάλου κυβισμού adventure. Οι Βαυαροί είναι πολύ περήφανοι για τη νέα μοτοσυκλέτα τους που τούς πήρε σχεδόν τέσσερα χρόνια για να την εξελίξουν αποφεύγοντας στην πορεία όλους τους περιορισμούς που έθετε το R nineT Urban G/S, ειδικά στην κίνηση στο χώμα.

Σαν αποτέλεσμα το R 12 G/S είναι εντυπωσιακό και δεν μιλάμε μόνο για τη σχεδίαση που σαγηνεύει τους fans της BMW αλλά και γενικότερα τους φίλους των ρετρό μοτοσυκλετών. Είναι εντυπωσιακό γιατί επί της ουσίας έχει ίδιο πλαίσιο και κινητήρα με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της σειράς R 12, όμως έχει δεχτεί όλες τις απαραίτητες αλλαγές και καταφέρνει εξίσου καλά στην άσφαλτο και το χώμα.

 

Σε προσκαλεί στη σέλα του

Σε διαστάσεις το R 12 G/S απέχει ελάχιστα από το R 80 G/S και αυτό το είδα από πρώτο χέρι αφού η BMW είχε στην παρουσίαση της νέας μοτοσυκλέτας και τον πρόγονό της. Οι μαζεμένες διαστάσεις του G/S με το σωστό όνομα, που σημαίνει Gelante/Strasse (εκτός δρόμου/άσφαλτος), σε προσκαλούν να κάτσεις στη σέλα του και να το περιεργαστείς έχοντας στο μυαλό και τα χαρακτηριστικά του. Τα πιο σημαντικά από αυτά είναι η απόσταση από το έδαφος που βρίσκεται στα 240 χλστ. με τις αναρτήσεις να έχουν διαδρομές στα 210 και 200 χλστ. εμπρός πίσω αντίστοιχα και τη σέλα να απέχει από το έδαφος 860 χλστ. Είναι λιγότερο ψηλή από όσο φαντάζεσαι γιατί η μοτοσυκλέτα είναι στενή πίσω από ρεζερβουάρ με τα πόδια να μην ανοίγουν πολύ. Πατάω με αυτοπεποίθηση με enduro μπότα -1,85 μ. το ύψος μου- και η μοτοσυκλέτα μου δίνει ανάλαφρη αίσθηση. Τόσο το ανεστραμμένο πιρούνι όσο και το αμορτισέρ είναι πλήρως ρυθμιζόμενα με τον εμπρός τροχό να βρίσκεται στις 21 ίντσες και τον πίσω στις 17. Για εκείνους που θέλουν ακόμη περισσότερα η BMW προσφέρει το πακέτο Enduro Pro που αναβαθμίζει τον πίσω τροχό στις 18 ίντσες και κατεβάζει τα καλάμια του πιρουνιού στις πλάκες με την απόσταση από το έδαφος να αυξάνεται κατά 15 χλστ. Προσθέτει επίσης αποστάτες στο τιμόνι και προστατευτικά στον κινητήρα, ελαστικά με τακούνι όπως και το πρόγραμμα λειτουργίας Enduro Pro (απενεργοποιεί το ABS πίσω), επιπλέον των στάνταρ Rain, Road και Enduro.

 

Φιλικό και ικανότατο εντός και εκτός

Οι άνθρωποι της BMW ήθελαν να αποκτήσουμε μια πολύ καλή εικόνα για τις δυνατότητες του R 12 G/S και για αυτόν τον λόγο φρόντισαν να το οδηγήσουμε με και χωρίς το πακέτο Enduro Pro τόσο στην άσφαλτο όσο και στο χώμα. Η μέρα ξεκίνησε με προορισμό το BMW Motorrad Enduro Park στο Hechlingen στη σέλα του στάνταρ μοντέλου με τον πανέμορφο όμως ματ χρωματικό συνδυασμό στο κόκκινο για το πλαίσιο και στο χρώμα της άμμου για πλαστικά και ρεζερβουάρ με το πιρούνι βαμμένο μαύρο. Αυτός ο συνδυασμός θα φέρει σε δύσκολη θέση όλους εκείνους που ήδη τους τρέχουν τα σάλια αφού απέναντί του υπάρχει και ο κλασικός “τρικολόρ” με κόκκινη σέλα και λευκά πλαστικά και ρεζερβουάρ -“χρυσό” πιρούνι εδώ- στον οποίο δεν μπορείς να αντισταθείς, ενώ στάνταρ η μοτοσυκλέτα είναι διαθέσιμη ως μαύρη ματ με χρυσό πιρούνι, χωρίς γραφικά.

Από την αρχή το R 12 G/S παρουσιάζει ένα άκρως φιλικό πρόσωπο που ξαφνιάζει ακόμη περισσότερο από όσο περίμενες. Οι αναρτήσεις δείχνουν αμέσως την ποιοτική τους λειτουργία στην γερμανική άσφαλτο, στην οποία βέβαια κυνηγάς πραγματικά για να βρεις ψεγάδι και να κάνεις το πιρούνι και το αμορτισέρ να δουλέψουν. Η θέση οδήγησης σε βάζει υπό πλήρη έλεγχο και στα φρένα το μαλακό πιρούνι βουτάει ελεγχόμενα και λογικά για τη διαδρομή, ενώ όσο ο ρυθμός ανεβαίνει το 12άρι G/S αποκαλύπτει τα πρώτα του χαρίσματα. Παρά τον τροχό των 21 ιντσών είναι καθόλα ικανό στην άσφαλτο και θα σε αφήσει να κινηθείς με πολύ γρήγορο ρυθμό. Προσπάθησα να το κάνω μόνο στη φωτογράφιση αφού όπως είπα και νωρίτερα οι πλοηγοί επέλεξαν να μείνουν μακριά από τα όρια των μοτοσυκλετών σε δημόσιο δρόμο παρά την “ψυχολογική πίεση” που τους άσκησα και κάτω από εκείνα του νόμου. Ωστόσο το G/S εντυπωσιάζει στην άψογη γερμανική άσφαλτο με την ταχύτητα που μπορεί να κουβαλήσει μέσα στη στροφή και με την ισορροπία που το διακρίνει. Παραμένει απόλυτα φιλικό και προβλέψιμο και στον λιγοστό χρόνο που το πίεσα πραγματικά μου έδειξε ότι μπορώ να το εμπιστευτώ αλλάζοντας πολύ γρήγορα κατεύθυνση και να πάρω μεγάλη κλίση.

 

Έχοντας περάσει από πανέμορφα χωριουδάκια, πεντακάθαρα και άψογα τακτοποιημένα φτάσαμε στο Enduro Park της BMW όπου έπειτα από τη σχετική ανασυγκρότηση και διάλειμμα για μεσημεριανό έφτασε η ώρα να οδηγήσουμε τη μοτοσυκλέτα εντός του τεράστιου πάρκου που χάνεται μέσα στο δάσος και έχει ένα σκασμό εμπόδια για να δοκιμάσεις τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας σου. Εδώ η BMW πραγματοποιεί φυσικά και σεμινάρια για όσους θέλουν να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους στο χώμα και αυτή είναι μια μοναδική ευκαιρία που δεν πρέπει να χάσει κανείς που έχει βλέψεις να βγει εκτός δρόμου με μεγάλη ή μικρή adventure μοτοσυκλέτα. Και στο πάρκο είχαμε πλοηγό, ο οποίος μας πέρασε από κάθε τύπο εμποδίου που μπορεί να συναντήσει κανείς κινούμενος εκδρομικά με το μεγάλο του adventure και το R 12 G/S, αναμενόμενα ίσως, δεν μάσησε πουθενά. Δεν μάσησα ούτε και εγώ και η αλήθεια είναι ότι η μοτοσυκλέτα της BMW μου έκανε τη ζωή εύκολη, με την αέρινη αίσθηση που δίνει και την πολύ καλή θέση οδήγησης και στην όρθια στάση. Είναι σύμμαχος στις εκτός δρόμου αναζητήσεις σου και όχι “αντίπαλος” που πρέπει να παλέψεις μαζί του. Σε αφήνει να ξεθαρρέψεις και να οδηγήσεις συγκεντρωμένα και θα σταθεί αρωγός σε ό,τι και αν δοκιμάσεις, ενώ το νιώθεις σα να “προσαρμόζεται” στο επίπεδο και την εμπειρία σου χωρίς να αποτελεί εμπόδιο στον ρυθμό που θέλεις να ακολουθήσεις. Ο αερελαιόψυκτος κινητήρας παίζει εδώ σημαντικό ρόλο με την απόδοση του, με τους 107 ίππους να ελέγχονται πλήρως από το δεξί γκριπ και την τροφοδοσία να είναι άψογη σε όλα τα προγράμματα.

BMW

Εκτός από την εμπειρία στο πάρκο της BMW οδηγήσαμε το R 12 G/S  και σε γερμανικούς χωματόδρομους που είναι καλύτεροι από… ελληνική άσφαλτο αφού λακκούβες και λοιπές ανωμαλίες λάμπουν δια της απουσίας τους, ενώ περάσαμε και μέσα από μικρά δάση. Αυτό το κομμάτι θα μπορούσαμε να το είχαμε αποφύγει είναι η αλήθεια αφού οδηγήσαμε εκεί κατόπιν σχετικής άδειας από τις τοπικές κοινότητες -δεν επιτρέπεται να οδηγήσεις πουθενά εκτός δρόμου στη Γερμανία- και με την παράκληση να μην κάνουμε κανενός είδους καγκουριά που θα χαλούσε έστω και λίγο τους χωματόδρομους που χρησιμοποιούν οι αγρότες για να φτάσουν στα χωράφια τους. Η βόλτα ωστόσο στη γερμανική ύπαιθρο ήταν μια όμορφη εμπειρία αφού και εκεί επικρατεί απόλυτη ευταξία και καθαριότητα, σε σημείο που απογοητεύεσαι που δεν βρίσκεις έστω και ένα μικρό σκουπιδάκι στην άκρη του δρόμου ή μέσα στα δάση, μια “ατέλεια” ρε παιδί μου που να δείχνει ότι εδώ κατοικούν άνθρωποι και όχι ρομπότ…

 

Το σωστό “on-off” δίλημμα

Το R 12 G/S δεν αποτελεί άμεσο αντίπαλο των υγρόψυκτων GS. Όμως με τις εξαιρετικές του δυνατότητες εντός και εκτός δρόμου και την ρετρολάγνα εμφάνισή του δεν αποκλείεται να βάλει πολλούς σε δεύτερες σκέψεις και ας μην έχει την προστασία και τις επιδόσεις που προσφέρουν τα 1300άρια. Είναι εξαιρετικά φτιαγμένο, συμπεριφέρεται άψογα παντού και έχει λογικό βάρος που δεν εμφανίζεται πουθενά και αποτελεί αναμφίβολα μια μοτοσυκλέτα ανώτερη έναντι των άλλων δύο για καθημερινή συμβίωση, ειδικά στο αστικό τοπίο.