Στην Μονεμβάσια με την Street Glide Special

Μοτοσυκλέτα για χορτασμένους
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

9/8/2018

Για να μην μακρηγορούμε, για μένα δύο είναι οι καλύτερες μοτοσυκλέτες τουρισμού αυτή την στιγμή. Η μία είναι η BMW R 1200 RT και η άλλη είναι η Harley Davidson Street Glide. Πρώτα αγοράζεις την BMW  για να γυρίζεις τον κόσμο μέχρι να φτάσεις στο σημείο να χορτάσεις, να μπουχτίσεις και να μην θέλεις να ταξιδέψεις ποτέ ξανά με μοτοσυκλέτα.

Όταν φτάσεις στο σημείο να έχεις επισκεφτεί όλα τα μέρη του κόσμου που πάει δρόμος  και όταν έχεις φτάσεις στο σημείο να θεωρείς το ταξίδι με μοτοσυκλέτα μια βαρετή ρουτίνα, τότε ακριβώς είναι η ώρα για να αγοράσεις την Street Glide και εκείνη έχει τον τρόπο να σε κάνει να ερωτευτείς ξανά τα ταξίδια με μοτοσυκλέτα.

 Αν έχεις ήδη κάνει πολλά ταξίδια με υπερηχητικές ταχύτητες στη σέλα ενός Hayabusa και  αν έχεις γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα με μια πλήρως εξοπλισμένη σύγχρονη τουριστική μοτοσυκλέτα όπως το R 1200 RT, θα είσαι πλέον σε θέση να πάρεις από την Street Glide τον θησαυρό που έχει να σου δώσει.

 

Τα πρώτα 400 χιλιόμετρα είναι για ζέσταμα

 

Το 1998 είχα κάνει την διαδρομή Ανκόνα-Μόναχο αυθημερόν με ένα Yamaha R6 με στάσεις ολίγων λεπτών μόνο για βενζίνη και το ίδιο έκανα την επόμενη χρονιά με την μεγάλη της αδερφή, την R1. Πέρσι έκανα αυθημερόν την διαδρομή Αθήνα-Λίμνη Πλαστήρα-Αθήνα με ένα KTM 390 Duke (επίσης με στάσεις μόνο για βενζίνη), οπότε τα 400 χιλιόμετρα σερί με την Street Glide μέσα σε τέσσερεις ώρες δεν τα θεωρώ επίτευγμα ή κάποιο φοβερό κατόρθωμα και είμαι βέβαιος ότι θα υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί που έχουν κάνει περισσότερα χιλιόμετρα σε μια μέρα με πολύ πιο ακατάλληλες για ταξίδια μοτοσυκλέτες, πιθανότατα και με ποδήλατο.

Όμως το νόημα δεν είναι στους αριθμούς και στα ρεκόρ Guinness.

Την διαδρομή Αθήνα-Νεάπολη Λακωνίας την κάνω τουλάχιστον πέντε με έξι φορές τον χρόνο. Κάποτε ήταν πάνω από 450 χιλιόμετρα και διαρκούσε σχεδόν έξι ώρες αν οδηγούσες προσεκτικά ή μπορούσες να το κάνεις σε τέσσερις ώρες αν δεν σε ένοιαζε να προστεθεί και το δικό σου εικονοστάσι ανάμεσα στα υπόλοιπα 5-6 εικονοστάσια που υπάρχουν σε κάθε στροφή από την Τρίπολη και κάτω. Τα τελευταία τρία χρόνια η διαδρομή έχει μικρύνει στα 370 χιλιόμετρα λόγω των νέων δρόμων που έχουν φτιαχτεί. Οι τέσσερεις ώρες είναι πλέον εύκολο να επιτευχθούν, ακόμα και αν πας με αυτοκίνητο, που εκ των πραγμάτων θα χάσεις αρκετό χρόνο στην τοπική κίνηση των χωριών της νότιας Λακωνίας.

Η επικινδυνότητα του δρόμου μετά την Σπάρτη εξακολουθεί να είναι υψηλή και οι εννιά στους δέκα οδηγούς αυτοκινήτων είναι συνταξιούχοι μέσου όρου ηλικίας 95 ετών και αντίστοιχης αντίληψης και αντανακλαστικών. Κάποιοι το απολαμβάνουν αυτό το ταξίδι, γιατί τους αρέσουν οι στροφές μεταξύ Τρίπολης και Σπάρτης (τόσο στον παλιό δρόμο από το βουνό χωρίς διόδια, όσο και στον καινούριο με τα διόδια) και η θέα της θάλασσας προς το τέλος της διαδρομής. Εγώ πάλι το έχω σιχαθεί αυτό το ταξίδι και δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα αναγκαίο κακό. Μου χαλάει τη μέρα και γι΄αυτό το κάνω πλέον αυθημερόν για να μην μου χαλάσει δύο μέρες, αλλά μόνο μία…

Φέτος το καλοκαίρι όμως ήρθε η Street Glide και με ξανάκανε να αγαπήσω αυτή τη διαδρομή.

Πάντα θα πρέπει να επαναλαμβάνεις ότι κάθε μοντέλο της Harley Davidson διαφέρει σε προσωπικότητα και ικανότητες, διότι πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα πιστεύουν ότι τα 32 μοντέλα της αμερικάνικης εταιρίας είναι η ίδια μοτοσυκλέτα σε άλλο χρώμα. Στην πραγματικότητα είναι σαν να λες ότι το Suzuki V-Strom 1000 είναι το ίδιο πράγμα με το GSX-R 1000 επειδή είναι και τα δύο Suzuki και έχουν 1000 κυβικά.

Βέβαια για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η ίδια η Harley Davidson έχει την ευθύνη για τη δημιουργία αυτής της εικόνας, επιλέγοντας να απομονωθεί για πολλές δεκαετίες από τον πυρήνα του κόσμου της μοτοσυκλέτας και να φτιάξει έναν ξεχωριστό δικό της. Αυτό φυσικά οδήγησε στη δημιουργία στρατοπέδων με φίλους και εχθρούς, κάτι που εμποδίζει την ψύχραιμη κριτική των μοτοσυκλετών της.

Μιλάμε για ψύχραιμη κριτική και όχι για αντικειμενική κριτική, διότι αντικειμενικός  δεν μπορεί να είναι κανένας μας στην κριτική του, από τη στιγμή που κανένας μας δεν έχει κάνει τα πάντα με όλες τις μοτοσυκλέτες του κόσμου. Όσα περισσότερα μαθαίνεις, τόσο πιο ανοιχτόμυαλος και δεκτικός γίνεσαι σε νέες εμπειρίες και σε διαφορετικές απόψεις. Όσα λιγότερα ξέρεις και έχεις ζήσει, τόσο πιο δογματικός γίνεσαι, εκφράζοντας τις απόψεις σου με επιθετικότητα. Βάλτε στο You Tube μια συνέντευξη του καθηγητή του MIT κ. Ναννόπουλου και μετά βάλτε να δείτε πως μιλάνε οι εκπρόσωποι των φοιτητικών οργανώσεων και θα καταλάβετε την διαφορά μεταξύ ενός ανθρώπου που έχει δει πόσο μικρή είναι η γη μέσα στο σύμπαν και ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι ολόκληρο το σύμπαν είναι το Παγκράτι.

Που κολλάει η Street Glide σε όλα αυτά; Μα πολύ απλά, η Street Glide είναι η μοτοσυκλέτα που σου δείχνει ότι το σύμπαν επεκτείνεται πολύ πιο μακριά από το προσωπικό Παγκράτι του καθενός μας. Ναι, υπάρχει ο τουρισμός με ταχύτητες ταξιδιού 200-250 km/h και έναν σάκο πλάτης που έχει μια οδοντόβουρτσα μέσα. Ναι, υπάρχει ο τουρισμός με τις φαρδιές αφράτες θερμαινόμενες σέλες, τα τριβάλιτσα με ολόκληρη την γκαρνταρόμπα της Βουγιουκλάκη μέσα τους και τις τεράστιες ηλεκτρικά ρυθμιζόμενες ζελατίνες.

Υπάρχει ο εξερευνητικός τουρισμός, σε μέρη που δεν θα σε ενοχλήσει ο “θόρυβος” της κίνησης του χρήματος  από τσέπη σε τσέπη.

Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο τουρισμός που πρεσβεύει η Street Glide και στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους όλου του κόσμου.

Πως όμως καταφέρνει να μετατρέπει σε βόλτα τις διαδρομές που αν τις κάνεις με άλλη μοτοσυκλέτα θα τις αποκαλούσες ταξίδια;

 Αυτός ο παλιομοδίτικος κινητήρας με τα ωστήρια που βγάζει με το ζόρι 65,5 ίππους στον τροχό από 1745 κυβικά, προκαλεί γέλια σε όσους πεινάνε ακόμα για γκάζι, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί και ένα τεράστιο χαμόγελο σε όσους έχουν χορτάσει από αυτό ή έχουν τη δυνατότητα να πάρουν τη δόση τους όποτε την χρειαστούν.

Η Street Glide μπορεί να ταξιδεύει με 150-160km/h για ώρες στην εθνική χωρίς πρόβλημα, αλλά αν το κάνεις αυτό, βάζεις τον εαυτό σου σε έναν ρυθμό που αφαιρεί το μεγαλύτερο μέρος της γοητείας αυτής της μοτοσυκλέτας. Επίσης μειώνεις τον χρόνο του ταξιδιού, που είναι καλό μόνο όταν ταξιδεύεις με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες. Με την Street Glide θέλεις το ταξίδι να διαρκέσει όσο περισσότερο γίνεται. Γιατί; Γιατί αισθάνεσαι ότι κάνεις βόλτα και σε όλους μας αρέσουν οι βόλτες και θέλουμε να διαρκούν όσο περισσότερο γίνεται. Κατέβασε την ταχύτητα ταξιδιού στα 120-140 km/h και θα ανοίξει μπροστά σου ένας καινούριος κόσμος. Το είχα γράψει και στο τεστ της μοτοσυκλέτα στο τ. 582 του MOTO, ότι η διαδικασία οδήγησης της Street Glide σου καθαρίζει το μυαλό με αποτέλεσμα να νοιώθεις ψυχική γαλήνη. Πρωταγωνιστής σε αυτή την διαδικασία είναι ο κινητήρας με τον αριθμό “107”. Αυτός με την τεχνολογία του 1920 που σχολίασε κάποιος στο facebook ή “αυτός ο καινούριος, ο γιαπωνέζικος” που μου είπε ένας “παλιός” Χαρλεάς.

Εννοείται πως κανένας από τους δύο δεν έχει ταξιδέψει με την Street Glide…

Πρόκειται για τον καλύτερο κινητήρα στην ιστορία της Harley και σίγουρα πολύ καλύτερο από τον κινητήρα των V-Rod που είχε σχεδιάσει μαζί με την Porsche και είχε τεχνολογία του 2020. Κλάσεις ανώτερος είναι και από τον προηγούμενο 103 και 103 ΗΟ, διότι δεν έχει παρασιτικούς μεταλλικούς θορύβους, οπότε παράγει πιο καθαρά τον αυθεντικό ήχο των αμερικάνικων V2 και όταν ανοίγεις το γκάζι σπρώχνει εμπρός την μοτοσυκλέτα έως τον κόφτη, χωρίς ενοχλητικούς κραδασμούς.

Ο κινητήρας αυτός είναι που σε κάνει να λες ότι η Street Glide είναι η Rolls Royce των μοτοσυκλετών.

 

Η άνεση που προσφέρει αυτή η μοτοσυκλέτα είναι κυρίως ψυχική και όχι σωματική. Από το σώμα σου έχει απαιτήσεις στους πολύ στενούς επαρχιακούς δρόμους. Το μόνο που μπορείς να χειριστείς πάνω της με ένα άγγιγμα είναι η μεγάλη οθόνη touch screen του συστήματος multimedia. Η ανάλυση της οθόνης είναι πολύ καλή αλλά όχι κορυφαία. Όμως οι δυνατότητες του συστήματος ξεπερνούν ακόμα και εκείνες της BMW στο καινούριο σύστημα Connected που έχει το καινούριο  R 1200 GS. Επίσης εργονομικά είναι άψογο και η πλοήγηση στο μενού του navi και του ηχοσυστήματος (έχει ραδιόφωνο και σύνδεση για mp3/mp4/smartphone) γίνεται εύκολα από τα δύο joystick στους διακόπτες. Άριστα δέκα παίρνει και το cruise control που μέχρι στιγμής είναι το πιο ομαλό σε λειτουργία και εύκολο στο χειρισμό που έχουμε δοκιμάσει.

Τα υπόλοιπα τα έχουμε γράψει στο τεστ της μοτοσυκλέτας, αλλά και από την οδήγησή της στην πανευρωπαϊκή παρουσίαση στην Κροατία, μαζί με την Road Glide.

Αν αξίζει να προσθέσουμε κάτι, αυτό αφορά την μεγάλη αυτονομία που προσφέρει το ρεζερβουάρ και η λογική κατανάλωση βενζίνης του κινητήρα. Ο δείκτης της βενζίνης ακούμπησε την ένδειξη της ρεζέρβας στα 367 χιλιόμετρα. Εντυπωσιακό επίτευγμα για μια μοτοσυκλέτα με 1745 κυβικά που ζυγίζει 360 κιλά.

   

Παρουσίαση Suzuki GSX-R1000R: Την οδηγούμε σε 6ωρο αγώνα στη Σεβίλλη

Σε μία παρουσίαση διαφορετική απ’ όλες τις άλλες
Suzuki
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/9/2026

Για αντοχή και ταχύτητα!

Τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν έχει γίνει ποτέ αγώνας σε παρουσίαση μοτοσυκλετών, κανονικός με κατάταξη και έπαθλο, παρά μόνο μία φορά και με τρόπο πιο άτυπο από τώρα. Η Suzuki ξέρει που ξεχωρίζει και που κερδίζει το GSX-R που επιστρέφει μετά από έξι χρόνια απουσίας για να γιορτάσει τα 40 χρόνια παρουσίας, έστω και με μερικούς μήνες καθυστέρηση!

Στην εποχή μας που όλα είναι αδικαιολόγητα υψηλότερα εκτός από τα έσοδα δεν υπάρχει Superbike με καλή σχέση τιμής και απόδοσης, εκτός αν κοιτάξεις το GSX-R συγκριτικά με τα υπόλοιπα. Honda και Kawasaki είχαν μείνει από τους Ιάπωνες να επενδύουν περισσότερο στην κατηγορία, με την Honda να κάνει περισσότερα έξοδα από την Kawasaki, επενδύοντας σε πιο σύγχρονες τεχνολογικά λύσεις, ιδιαίτερα στην έκδοση SP, ενώ τρίτη ερχόταν η Yamaha έχοντας κάνει από-επένδυση στην κατηγορία. Η Suzuki δεν είχε μείνει απλά στην τέταρτη θέση, είχε επιλέξει να κόψει το GSX-R τελείως από την Ευρώπη. «Τι ζητάτε; Επένδυση για προδιαγραφές που βγάλατε από το κεφάλι σας; Φεύγω, μέχρι να έρθει η ώρα να χρειάζονται και αλλού». Εν συντομία αυτή είναι η ιστορία των έξι χρόνων απουσίας. Επειδή έχω γνωρίσει το ανώτατο επίπεδο των στελεχών της Suzuki στην Ιαπωνία, αντιλαμβάνομαι τον τρόπο σκέψης τους που αντανακλάται μέσα στην γραμμή παραγωγής και στους εργαζόμενους που την στελεχώνουν, όλοι τους εξαιρετικά ικανοί. Θα το ολοκληρώσω αυτό με ένα παράδειγμα που από μόνο του θα σας δώσει να καταλάβετε τι εννοώ: Αν αύριο γίνουν συνήθεια τα σκοτεινά εργοστάσια στην μοτοσυκλέτα, δηλαδή εκείνα που δουλεύουν μόνο ρομπότ και όχι άνθρωποι, τότε η Suzuki θα είναι η τελευταία που θα κάνει την μετάβαση.

Suzuki

Η αγορά της Ευρώπης είχε βγει από το στόχαστρο της Suzuki που ήταν ο πρώτος από τους τέσσερις Ιάπωνες που επέλεξε Ασία και Αφρική, όταν ζόρισαν τα πράγματα στην Ευρωπαϊκή αγορά με το GSX-R να είναι το καλύτερο παράδειγμα, ενώ το Hayabusa και η απουσία του από την αγορά μας, ήταν το πρώτο καμπανάκι. Κάναμε έξι χρόνια να δούμε το GSX-R και εκείνο επέστρεψε όπως μας άφησε, ελάχιστα αλλαγμένο στην ουσία του, ευτυχώς με ορισμένες καίριες αλλαγές στον κινητήρα, η σχεδίαση του οποίου αγγίζει πλέον τις δύο δεκαετίες. Από το μοντέλο του 2017 με το οποίο μας άφησε η Suzuki το 2020, το νέο GSX-R έχει κινητήρα με νέα πιστόνια, νέο στρόφαλο και στροφαλοθάλαμο, νέο σύστημα λίπανσης, νέες βαλβίδες εξαγωγής και επανασχεδιασμένα κοκοράκια. Ανέβηκε η συμπίεση στο 13.8:1 και αντίστοιχα άλλαξε η τροφοδοσία και αναγκαστικά και το σύστημα εξάτμισης, τόσο για τις προδιαγραφές, όσο και για να εξυπηρετήσει τις υπόλοιπες αλλαγές. Για όλους εκείνους που λένε πως το νέο GSX-R είναι μία ραφιναρισμένη μοτοσυκλέτα δεκαετίας, έχουν δίκιο, τόσο απλά. Το ζήτημα είναι όμως ποιος και για ποιο λόγο χρειάζεται κάτι περισσότερο. Διότι αυτό που ξεχνά ο περισσότερος κόσμος είναι πως το GSX-R ήταν το πιο αξιόπιστο Superbike και υπήρξε και εκείνο που έβλεπε κανείς περισσότερο στους δημόσιους δρόμους, καθώς η οδήγησή του δεν ήταν κουραστική ακόμη και σε καθημερινή χρήση. Πολλά GSX-R σε δημόσιους δρόμους σημαίνει πολλές σούζες από πολλούς και διαφορετικούς αναβάτες που όλοι τους αυτοπροσδιορίζονταν ως οι ταχύτεροι και μία φήμη ότι κόβεται το πλαίσιο υπήρξε για το προηγούμενο, παραδόξως εκεί που πονά όταν το προσγειώνεται απότομα. Ωστόσο από κινητήρα δεν είχε πρόβλημα ποτέ και αυτός είναι και ο λόγος που αναδείχτηκε στον απόλυτο βασιλιά του πρωταθλήματος Endurance.

Οι Ιάπωνες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο πρωτάθλημα αυτό που εμείς εδώ στην Ευρώπη παρακολουθούμε πολύ πιο χαλαρά και περιστασιακά, όμως η Suzuki δεν στοχεύει σε αυτό μόνο και μόνο επειδή βρήκε κάπου που το GSX-R δεν έχει ουσιαστικό αντίπαλο, αλλά επειδή από εκεί μέσα ξεπήδησαν τα Superbike της και εκεί μέσα, σε αυτό το πρωτάθλημα, γεννήθηκε και αυτή η μοτοσυκλέτα. Χωρίς το πρωτάθλημα Endurance το GSX-R δεν θα ήταν η πιο φιλική superbike και ίσως να μην είχε και τον πιο αξιόπιστο κινητήρα. Η αρχή έγινε με το αγωνιστικό πρωτότυπο του 1983 που έθεσε τις βάσεις και δίδαξε στην Suzuki όλα όσα πρέπει να κάνει για να κερδίζει στους αγώνες αντοχής. Η εμπειρία αυτή μετουσιώθηκε στο GSX-R750 το 1985, όταν γεννήθηκε και το MOTO, με την μοτοσυκλέτα του 1992 να κλέβει τις καρδιές μας, μέχρι το 2001 που ήρθε το πρώτο GSXR1000 και φυσικά λίγο αργότερα το θρυλικό K5, η μετέπειτα βάση και κατά ένα τρόπο και η αρχή της φετινής μοτοσυκλέτας. Από το 1983 έχει κερδίσει 21 τίτλους με τους 15 από αυτούς να τους φέρνει με το GSX-R1000, οπότε για να γιορτάζει τα 40 χρόνια και μάλιστα ετεροχρονισμένα, για να έχει κάτι περισσότερο να αποδείξει πέρα από το γεγονός πως μία μοτοσυκλέτα δεκαετίας μπορεί να είναι ακόμη επίκαιρη, σχεδίασε έναν κανονικό 6ωρο αγώνα αντοχής αντί μίας απλής οδηγικής παρουσίασης! Τι κάνει καλύτερα το GSX-R; Είναι το πιο αξιόπιστο Superbike, το πιο ξεκούραστο στην οδήγηση και το πιο εύκολο. Ωραία λοιπόν, κάντε τρεις ώρες καθαρής οδήγησης στην πίστα, για να μπορείτε να το επιβεβαιώσετε και να πως φτάσαμε στην μόλις δεύτερη οδηγική παρουσίαση με μορφή αγώνα τα τελευταία είκοσι χρόνια!

suzuki

Το αγωνιστικό GSX-R1000R που τρέχει στο πρωτάθλημα έχει τελείως διαφορετικά ηλεκτρονικά, αναρτήσεις, τροχούς, ακόμη και η καλωδίωση αλλάζει, όμως είναι το ίδιο πλαίσιο και ο ίδιος κινητήρας. Καμία άλλη Superbike δεν είναι τόσο κοντά σε μία αγωνιστική εργοστασιακή σε οποιοδήποτε πρωτάθλημα καθώς μόλις δέκα ίπποι χωρίζουν την έκδοση παραγωγής με τις αγωνιστικής μοτοσυκλέτες! Το νέο GSX-R αποδίδει 195 ίππους στις 13.200 στροφές με 11,2kg.m στις 11.000 στροφές με το εργοστασιακό αγωνιστικό να μην ξεπερνά τα 205 άλογα στον στρόφαλο. Εμείς βέβαια στην αρχή δεν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ούτε τα μισά από αυτά, καθώς οι δύο πρώτες ενότητες εκμάθησής της πίστας γίνονται στο βρεγμένο. Ευτυχώς η Bridgestone ήταν εκεί ως αρωγός του αγώνα με τα αντίστοιχα βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά που μπορούν να υποστηρίξουν απίστευτα υψηλό ρυθμό οδήγησης. Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε σε παρουσιάσεις με τα συγκεκριμένα ελαστικά που η εμπειρία μαζί τους είναι κάτι το πρωτόγνωρο για όποιον δεν είχε ιδέα από αυτό που είναι ικανά να προσφέρουν. Σε κάθε γύρο ανακαλύπτεις πως το όριό τους είναι πολύ παραπάνω, μέχρι να ξεκλειδώσεις το δικό σου όριο για οδήγηση στη βροχή. Ακόμη και έτσι όμως, γνωρίζοντας πως το να ξύσεις γόνατο στην βρεγμένη πίστα είναι κάτι που μπορούν να σου προσφέρουν αυτά τα ελαστικά, η πρώτη ενότητα αγωνιστικής οδήγησης ήταν μία απότομη προσαρμογή με την πίστα να έχει μόλις στεγνώσει και να οδηγούμε πλέον με τα νέα Bridgestone RS12 για τα οποία θα ακολουθήσει ξεχωριστή παρουσίαση από την δοκιμή τους σε δύο διαφορετικές πίστες.

Suzuki

Έχουμε χωριστεί σε 6 διαφορετικές ομάδες των τριών αναβατών. Θα μοιραστούμε το BOX με το ιταλικό MOTO.it και το γαλλικό MOTO et Motards ενώ η εκκίνηση έγινε με τον παραδοσιακό τρόπο, τρέχοντας απέναντι από τις μοτοσυκλέτες! Κάθε ομάδα έχει team manager που καθορίζει τα διαστήματα αλλαγών και δύο μηχανικούς που αλλάζουν τακάκια, ελαστικά και βάζουν βενζίνη. Συζητώντας μαζί τους η δουλειά είναι εύκολη όπως λένε χαρακτηριστικά, γιατί το GSX-R δεν θα χρειαστεί τίποτα άλλο, δεν θα βγάλει κάποια περίεργη ένδειξη στα όργανα, δεν θα ζεσταθεί πολύ, δεν θα κομπιάσει. Βενζίνη, λάστιχα και τακάκια εμπρός, τίποτα άλλο έξι ώρες συνεχούς πορείας στην πίστα! Νικήτρια η ομάδα που έχει κάνει τα περισσότερα χιλιόμετρα μέσα στην πίστα που σημαίνει πως γυρνούσε ταχύτερα από όλους, κάνοντας περισσότερους γύρους αλλά επίσης πως ξεκουράστηκε λιγότερο και οι μηχανικοί δεν άφησαν περιθώριο, κάνοντας ταχύτερη προετοιμασία. Την αξία του GSX-R την κατάλαβα στο πρώτο μισάωρο που οι χρόνοι στο τέλος δεν είχαν τεράστια απόκλιση, αλλά πραγματικά το εκτίμησα λίγες ημέρες αργότερα, όταν στην ίδια πίστα οδηγούσα το δυνατότερο αλλά και βαρύτερο Norton Manx R. Όπως αναφέρω και σε εκείνες τις σελίδες, παρότι φτιάχτηκε για να είναι το φιλικότερο Superbike, στην πράξη κανένα δεν ξεπερνά το Suzuki στο πόσο ξεκούραστα οδηγείς γρήγορα. Αν η Suzuki μας έβαζε να κάνουμε 2-3 ενότητες οδήγησης στην πίστα, θα είχαμε να πούμε πως απλά ξανά ζέστανε το φαγητό και μας το σερβίρισε με την ευκαιρία των αλλαγών των προδιαγραφών και στις υπόλοιπες αγορές. Τώρα όμως έχουμε μία λαμπρότερη ιστορία αλλά και την τεκμηρίωση πως  μία μοτοσυκλέτα της κατηγορίας μπορεί να είναι και φιλική, αλλά και διασκεδαστική χωρίς να χρειάζεται την απολυτότητα και το υψηλό κόστος, στον δρόμο που χάραξαν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι.

GSX-R1000R

Πιο εντυπωσιακό για εμένα, ήταν πως τα ηλεκτρονικά δούλευαν άψογα σε επίπεδο άμεσης σύγκρισης με πολύ ακριβότερες μοτοσυκλέτες. Το γεγονός πως το ρυθμιζόμενο Traction Control επέτρεπε τις σούζες στην υψομετρική δεξιά ή στην έξοδο της τελευταίας στροφής, όταν ο Screamer κινητήρας έπιανε τις στροφές και άλλαζε ο χρονισμός ήταν η πρώτη αποκάλυψη. Αντί να κόβει άγαρμπα την τροφοδοσία σου επέτρεπε να κρατήσεις σταθερό το γκάζι σε μία συνεχή πολύ δυνατή επιτάχυνση. Θέμα επιλογής στο μεταξύ αν θα έμενες στο γκάζι στην έξοδο της στροφής με την υψομετρική διαφορά, σηκώνοντας σούζα ενώ είχες ακόμη μία μικρή κλίση. Η εξαιρετική γκαζιέρα με το προοδευτικό γκάζι σου επέτρεπε να επιλέξεις τι θα έκανε η μοτοσυκλέτα σε εκείνο το σημείο και τα ηλεκτρονικά απλά μείωναν το ρίσκο, δεν κάνουν την δουλειά για εσένα. Οι βαλβίδες εξαγωγής μεγάλωσαν λίγο, στα 25mm από 24 και επανασχεδιάστηκαν τα ενδιάμεσα κοκοράκια. Η ευστροφία ενισχύεται από ελάχιστα πιο ελαφρά έμβολα, κατά τρία γραμμάρια ενώ αυξήθηκε η συμπίεση όπως είπαμε από το 13,2:1 που ήταν πριν. Αντίστοιχα μεγάλωσε κατά 2 χιλιοστά η διάμετρος των κομβίων και για να εξυπηρετηθεί η ταχύτατη πλήρωση από τις νέες ανάγκες του ψεκασμού, τα σώματα έγιναν 48mm από 46. Πιο βασικό όμως είναι πως η εισαγωγή έχει έναν αυλό αντί δύο, με πιο κάθετη και σύντομη διαδρομή κάτι που επιταχύνει την ροή του μίγματος λίγο παρακάτω και βελτιώνει την καύση εξαιτίας της ταχύτερης πλήρωσης του θαλάμου. Suzuki και Kawasaki δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να καταλήγουν όλες αυτές οι αλλαγές σε ένα μπουρί σόμπας, όχι από Γαλλική συνοικία όμως, αλλά από γιδοκαλύβα αυτοσχέδια. Ευτυχώς το νέο GSX-R ξέφυγε της πρακτικής αυτής και το νέο τελικό είναι πολύ πιο μαζεμένο, τόσο οπτικά, όσο και ως πραγματικός όγκος.

suzuki

Το νέο GSX-R έχει και αεροδυναμικά βοηθήματα, τα μικρότερα από όλους όμως, εξαιρετικά ελαφριά και πολύ μπροστά τοποθετημένα. Παρόλο που είναι δίπλα στα φώτα δεν ξεχωρίζουν καθόλου και δεν αλλοιώνουν την εμφάνιση της μοτοσυκλέτας. Δουλεύουν μετά τα 100 χ.α.ω αλλά και χωρίς αυτά η μοτοσυκλέτα είναι εξαιρετικά σταθερή. Ζυγίζουν μόλις 53,6 γραμμάρια και προσφέρουν από εκείνη την ταχύτητα και πάνω, 8,4% αύξηση αντίσταση από τον αέρα. Μελετημένη επίσης η τοποθέτηση της IMU πίσω από την μονάδα του ABS, η οποία βρίσκεται κάτω ακριβώς από τον αναβάτη. Τοποθετώντας την IMU ελάχιστα εμπρός από τον πίσω άξονα, καθορίζεις τον ρυθμό με τον οποίο επεμβαίνει και αναγνωρίζει τις αλλαγές στην γεωμετρία της μοτοσυκλέτας. Κρίνοντας από το ξεκούραστο και προοδευτικό αποτέλεσμα, η Suzuki επέλεξε σωστά. Η μονάδα ABS είναι πιο σύγχρονη από εκείνη που είχε το 2017, ευτυχώς γιατί δεν το έχουν σε τίποτα να αφήσουν την ίδια αν είναι αποδεκτά καλή στις μέρες μας, δεν είναι όμως μοντέλο τελευταίας γενιάς. Κερδίζει από εκεί 51 γραμμάρια και μαζί κερδίζει ξεκούραστα φρένα σε ρυθμό Endurance με ένα δάχτυλο στην μανέτα από τα 260 στο τέλος της ευθείας. Μόνο από την αλλαγή μπαταρίας σε λιθίου, το νέο GSX-R έχει κερδίσει πάνω από δύο κιλά, 900 γραμμάρια ζυγίζει η νέα και 3,2 κιλά στο προηγούμενο μοντέλο.

suzuki

Εξαιρετικές ήταν οι αναρτήσεις στα σχεδόν 700 χιλιόμετρα που γράψαμε στην πίστα, την οποία είχαν ρυθμίσει στην μικρή της διαδρομή και θα έπρεπε να την είχαν αφήσει ολόκληρη. Διότι έτσι υπήρχαν έντονα σαμαράκια στην είσοδο της τρίτης στροφής που είναι ουσιαστικά ο συνδετικός κρίκος με την κανονική χάραξη. Έντονα σαμαράκια είχαν και τα φρένα της πρώτης στροφής, εκεί ακριβώς που εκτιμάς το πιρούνι και το ABS. Επί μία ολόκληρη ημέρα το GSX-R1000 έκοβε στα 150 μέτρα σχεδόν διακόσια χιλιόμετρα για την είσοδο στην πολύ κλειστή πρώτη στροφή, με την ίδια πάντα ευκολία, με την ίδια πάντα ακρίβεια. Κάναμε στο τέλος 8 γύρους λιγότερους από τους πρώτους, αλλά τα 2/3 της ομάδας χρειάστηκαν και μεγαλύτερο διάλειμμα, κόβοντας αρκετά λεπτά οδήγησης. Αυτό όμως δεν οφείλεται στο GSX-R, το ακριβώς αντίθετο. Το γεγονός πως έφτανε κανείς στο ηλιοβασίλεμα με τέτοιο απόθεμα, είναι το κέρδος για τον αναβάτη! Έπιασα τον εαυτό μου να χαλαρώνω στη σέλα του, να σκέφτομαι και κάτι άλλο εκτός από την επόμενη στροφή ή την έξοδο, χωρίς να χαθεί ο ρυθμός. Ο τετρακύλινδρος εν σειρά είναι από μόνος του ένας λόγος, δεν σε αφήνει ένας V4 το περιθώριο για κάτι τέτοιο, αλλά μόνο κατά ένα ποσοστό. Τα υπόλοιπα οφείλονται στο σύνολο του GSX-R που μπροστά σε ακριβότερα Superbike, ορισμένα από αυτά με σημαντικά μεγαλύτερη δύναμη, σου κλείνει το μάτι και σου λέει πως η οδήγηση στην πίστα μπορεί να είναι σβέλτη και ήρεμη ταυτόχρονα. Το έχουμε χάσει λίγο αυτό…

 

Εξοπλισμός αναβάτη:
Στολή: Bering
Κράνος: SHOEI
Μπότες: Sidi
Γάντια: Bering

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Μοντέλο:

GSX-R1000R 40th Anniversary Edition

 

Αντιπρόσωπος:

ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε.

Τιμή:

Από 20.995 ευρώ

Εγγύηση:

2 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.075

Ύψος (mm):

1145

Μεταξόνιο (mm):

1.420

Απόσταση από το έδαφος (mm):

130

Ύψος σέλας (mm):

825

Ίχνος (mm):

-

Γωνία κάστερ (˚):

-

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Αλουμινίου περιμετρικό

Πλάτος (mm):

705

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

- / 203

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος τετρακύλινδρος με 2ΕΕΚ, 4 β/κ και σύστημα μεταβλητού χρονισμού βαλβίδων SR-VVT

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

76 x 55,1

Χωρητικότητα (cc):

999,8

Σχέση συμπίεσης:

13,8:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

195 / 13.200

Ροπή (kgm/rpm):

11 / 11.000

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

195,03

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

4-2-1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος με υποβοήθηση

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο πιρούνι Showa BFF με επίστρωση DLC

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120//43

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17 M/C x MT 3.50

Ελαστικό:

120/70ZR17 M/C (58W)

ΦΡΕΝΟ

Διπλοί πλευστοί δίσκοι 320 mm με μονόμπλοκ ακτινικές δαγκάνες BREMBO με έμβολα 32 mm

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Showa BFF

Διαδρομή (mm):

135

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17 M/C x MT 6.00

Ελαστικό:

190/55ZR17 M/C (75W)

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 220 mm με πλευστή δαγκάνα δύο εμβόλων Brembo και Cornering ABS

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Απλή οθόνη με ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα, Riding Modes με τρεις χαρτογραφήσεις κινητήρα ρυθμιζόμενο traction control 7 σε 1 με cornering χαρακτηριστικά, ρυθμιζόμενο ABS με cornering χαρακτηριστικά, quickshifter δύο κατευθύνσεων, χρονόμετρο γύρων, περιοριστής ταχύτητας Pit Limiter, αεροδυναμικά βοηθήματα, μπαταρία ιόντων λιθίου.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

16 / -