Test: CFMOTO 675SR-R - Όταν το Value for Money συναντά τα Supersport

Σχεδόν 82 ίπποι στον τροχό και τιμή σκούτερ μεσαίου κυβισμού
CFMOTO 675 SR-R Δοκιμή Περιοδικό ΜΟΤΟ
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/4/2026

H CFMOTO μας έφερε το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής μέλος της οικογένειας SR ως την απόλυτη Value for Money μοτοσυκλέτα στα supersport με έναν εξαιρετικό τρικύλινδρο κινητήρα και χάρες εντός και εκτός πίστας.

(Συνεργάστηκε: Θάνος Αμβροσιάδης Φελούκας | Φωτογραφίες: Γιώργος Νιαουνάκης)

Όλο και μεγαλώνει η οικογένεια των sport μοτοσυκλετών της CFMOTO και μετά τις μονοκύλινδρες 250SR και 300SR και την δικύλινδρη 450SR, έχει έρθει και η τρικύλινδρη 675SR-R που είναι και η πιο δυνατή. Έχει ανοίξει η όρεξη στους Κινέζους που εκτός από το να φτιάχνουν πίστες τη μία μετά την άλλη στη χώρα τους, θέλουν να πάρουν και στις μοτοσυκλέτες τον αναβάτη από το “χεράκι” και να τον συνοδεύσουν σε όλη την μοτοσυκλετιστική του πορεία. Μετά τις μικρότερου κυβισμού sport το επόμενο βήμα για τη CFMOTO είναι η 675SR-R, ενώ στον ορίζοντα διαφαίνεται η μεγαλύτερη V4 superbike που παρουσιάστηκε στην EICMA, ως το κορυφαίο και πιο “γυμνασμένο” μέλος της οικογένειας SR. Έχουμε όμως ακόμη καιρό για αυτή και η 675SR-R είναι αυτή που δικαίως θα μας απασχολήσει σε αυτή τη δοκιμή.

CFMOTO 675 SR-R Δοκιμή Περιοδικό ΜΟΤΟ

Ένας τρικύλινδρος να τον πιείς στο ποτήρι
Με το που θέσεις σε λειτουργία την CFMOTO 675SR-R αντιλαμβάνεσαι πως ο κινητήρας παίζει καθοριστικό ρόλο στην συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα, που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικό ήχο, απουσία κραδασμών και απίστευτα γραμμική λειτουργία. 
 
Ο τρικύλινδρος εν σειρά κινητήρας των 675 κ.εκ. που έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από την CFMOTO απέδωσε στο δυναμόμετρο 81,5 ίππους στις 11.200 και 6,4 kg.m ροπής στις 8.200 σ.α.λ. Τα νούμερα δεν εντυπωσιάζουν, όμως μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως ο κινητήρας είναι εξαιρετικά γραμμικός και ροπάτος σε όλο το φάσμα και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 80% της ροπής είναι διαθέσιμο από τις 3.000 στροφές. Οι κραδασμοί λάμπουν δια της απουσίας τους – όπως και στον δικύλινδρο των 449,5 κυβικών της CFMOTO στο οποίο βασίζεται – ενώ βελτιωμένος είναι και ο ψεκασμός σε σχέση με τον μικρότερο του αδερφό. Γενικότερα, ο κινητήρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση με τον εξαιρετικό και παράλληλα υγιή τρόπο λειτουργίας του – πλήρης απουσία περίεργων μηχανικών θορύβων - αλλά και με την γραμμική απόδοση της ισχύος, ενώ οι 80 ίπποι του είναι αρκετοί για να ενθουσιάσουν τον νεοεισερχόμενο στην κατηγορία και μπόλικοι για να κάνεις τα πάντα.

Το βάλαμε ΚΑΙ πίστα
Το 675SR-R δεν θα μπορούσε να μην πατήσει πίστα για αυτή τη δοκιμή και έτσι βρεθήκαμε στα Μέγαρα με την ημέρα να είναι καλή για την εποχή και το οδόστρωμα στεγνό και καθαρισμένο από τις βροχές των προηγούμενων ημερών.

Στη σέλα της τρικύλινδρης sport αντιλαμβάνεσαι πως η θέση οδήγησης είναι φιλική, με τη χαμηλή ουρά να σε βάζει “μέσα” στην μοτοσυκλέτα. Τα clip-ons έρχονται σχετικά ψηλά και τα μαρσπιέ βρίσκονται σχετικά χαμηλά, σχηματίζοντας πιο άνετες γωνίες από ένα τυπικό supersport της κατηγορίας που σχεδιάστηκε και για να κυκλοφορεί σε δημόσιο δρόμο.

CFMOTO 675 SR-R Δοκιμή Περιοδικό ΜΟΤΟ

Ξεκινάω να γυρίζω με την 675SR-R για να ζεσταθεί και αυτή και εγώ και από τις πρώτες στροφές αντιλαμβάνομαι πως ο τρικύλινδρος κινητήρας δουλεύει εξαιρετικά: είναι ροπάτος σε όλο το φάσμα, παράγοντας ταυτόχρονα έναν απολαυστικότατο ήχο που έρχεται με τα απαραίτητα σκασίματα κάθε φορά που χρησιμοποιώ το στάνταρ quickshifter -δουλεύει μόνο για ανεβάσματα. Τα CST ελαστικά δείχνουν ότι δεν κάνουν για πίστα και η αλλαγή τους το συντομότερο δυνατό θα αναδείξει τη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας εντός και εκτός πίστας. 

Το ατσάλινο σωληνωτό πλαίσιο δίνει στην 675SR-R εξαιρετική σταθερότητα ακόμη και στην τελική ταχύτητα των 235 χλμ./ώρα στο κοντέρ, ενώ η αλλαγή κατεύθυνσης γίνεται σε ικανοποιητικό βαθμό αναφορικά με την ευκολία και την ταχύτητα. Στην πραγματικότητα τα ελαστικά είναι το πρώτο πράγμα που θα βάλει το όριο όταν αρχίσεις να ανεβάζεις ρυθμό πάνω από το “σβέλτα”. Το δεύτερο είναι το εμπρός φρένο, όπου αν και συναντάμε δύο δίσκους 300mm και τετραπίστονες δαγκάνες J.Juan, στερείται αρχικού δαγκώματος και μετά από μερικούς γρήγορους γύρους αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης, με τη διαδρομή της μανέτας να αυξάνεται και την απόδοσή του να φθίνει όλο και περισσότερο. Ένα ποιοτικότερο ζευγάρι τακάκια και μία μεγαλύτερη τρόμπα φρένου θα βελτίωναν δραστικά την κατάσταση και η προσιτή τιμή της μοτοσυκλέτας επιτρέπει τέτοιου είδους αλλαγές χωρίς να τινάξει το μπάτζετ στον αέρα.

Το βάρος της CFMOTO μετρήθηκε στα 201,9 κιλά στη ζυγαριά του ΜΟΤΟ με την αναλογία να είναι 53% στο μπροστά μέρος, σύμφωνη με την σπορ φιλοσοφία της μοτοσυκλέτας. Αφενός αυτό σημαίνει ότι το βάρος στον εμπρός τροχό είναι επαρκές για να τον φορτίσει και αφετέρου επιτρέπει στο γκάζι στις στροφές να μένει ανοιχτό.

Οι αναρτήσεις που προέρχονται από την KYB δούλεψαν πολύ καλά μέχρι και το σημείο που έπρεπε να κόψουμε ρυθμό λόγω φρένων. Στον δρόμο δεν θα προβληματίσουν σε γρήγορες βόλτες του Σαββατοκύριακου ούτε και στα πρώτα σου track days με την 675SR-R να μυεί τους αρχάριους αναβάτες στον μαγικό πλανήτη της πίστας με “μόλις” 7.790 ευρώ. Το ανεστραμμένο ρυθμιζόμενο πιρούνι 41mm και το monoshock ρυθμιζόμενο αμορτισέρ φέρουν εις πέρας την δουλειά που τους αναλογεί, δουλεύοντας καλά μέσα στην πίστα, ενώ στον δρόμο δεν είναι τόσο σκληρά όσο περιμένεις από μια μοτοσυκλέτα της κατηγορίας, κάτι που θα εκτιμηθεί στους κακούς ελληνικούς δρόμους και στην καθημερινότητα.

CFMOTO 675 SR-R Δοκιμή Περιοδικό ΜΟΤΟ

Αγοράζεις πολλά για λίγα
Με τα καλά της και τα κακά της η 675SR-R  είναι πιο Value for Money Supersport πρόταση αυτή τη στιγμή, καθώς πληρώνεις μόλις 82,9 ευρώ ανά ίππο και επειδή στο ΜΟΤΟ δεν μιλάμε στην τύχη, με τους ανταγωνιστές με τα τρικύλινδρα supersport να ακολουθούν κατά σειρά τιμής: Zontes 703RR με 90,4 ευρώ ανά ίππο και νέο Triumph Daytona 660 με 106,27 ευρώ ανά ίππο.

Μάλιστα, η CFMOTO μας ενημέρωσε πως ο κινητήρας αυτός θα φορεθεί και στη σειρά MT, σε ένα μοντέλο ανάμεσα στα Yamaha Tracer 7 και 9. Ασχολίαστη δεν πρέπει να μείνει και η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας που όσους κι αν ρώτησα την βρήκαν όμορφη κι αυτό είναι και το feeling που πήρα οδηγώντας την, αφού τραβούσε όλα τα βλέμματα στα φανάρια, ενώ στην επιστροφή από την πίστα, στην θέα της 675SR-R κοπέλες μας έκαναν autostop, φέρνοντας στον νου άλλες εποχές.

Την ίδια ημέρα οδηγήσαμε στα Μέγαρα και την Aprilia RS 660 Factory έχοντας έτσι την ευκαιρία να συγκρίνουμε άτυπα αλλά απευθείας δύο πολύ διαφορετικές μοτοσυκλέτες της ίδιας κατηγορίας με διαφορετικές βλέψεις που έχουν φτιαχτεί με διαφορετικό μπάτζετ και απευθύνονται για αυτόν το λόγο σε διαφορετικούς αναβάτες. Εκείνος που θα επιλέξει την RS660 θα το κάνει γιατί πάει για το επόμενο υψηλό βήμα στην εξέλιξή του ή θέλει να κάνει και αγώνες με την Aprilia να είναι κυριολεκτικά έτοιμη για πίστα: την καβαλάς, πας Μέγαρα και μπαίνεις απευθείας για track-day και μάλιστα κυνηγάς άμεσα και να κατεβάσεις χρόνους. Η CFMOTO είναι για εκείνον που θα την χρησιμοποιεί και καθημερινά και θέλει με μία σπορ μοτοσυκλέτα να κάνει τα πάντα και πιο σημαντικά τα πρώτα του βήματα σε πίστα. Έχει πιο φιλική θέση οδήγησης, ο κινητήρας της δεν έχει ξεσπάσματα και αποδίδει την ισχύ του εξαιρετικά γραμμικά. Τα φρένα και οι αναρτήσεις θα σε βγάλουν ασπροπρόσωπο σε σβέλτη οδήγηση σε επαρχιακό αλλά και στα πρώτα σου track-day που θα πας για να ευχαριστηθείς οδήγηση και να ανέβεις επίπεδο, χωρίς να κοιτάς τα χρονόμετρα. Με δύο-τρεις αλλαγές όπως ελαστικά και κλπ., μπορείς να κάνεις τη μοτοσυκλέτα ακόμη πιο ευχάριστη σε κάθε συνθήκη. 

CFMOTO 675 SR-R Δοκιμή Περιοδικό ΜΟΤΟ

Ο εξοπλισμός της 675SR-R είναι σε υψηλό επίπεδο, ειδικά κοιτάζοντας την τιμή της. Η μοτοσυκλέτα φέρει TFT οθόνη 5 ιντσών πλήρη ενδείξεων (προσοχή στο λαμπάκι της βενζίνης, γιατί αν ανάψει έχεις δεν έχεις 30 χλμ. -έχω σπρώξει και ξέρω!), με δυνατότητα πλοήγησης μέσω Google Μaps, ρυθμιζόμενο traction control που απενεργοποιείται, upshifter, ένδειξη πίεσης και θερμοκρασίας ελαστικών, εντοπισμό μοτοσυκλέτας, LED φώτα, φώτα φρένων έκτακτης ανάγκης ESS, θύρες USB Α και C, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και υποβοηθούμενο συμπλέκτη.

Η πρώτη σου SS
Αν θες μία μοτοσυκλέτα που θα την ετοιμάσεις για να τρέξεις στο Βαλκανικό Πρωτάθλημα Ταχύτητας η 675SR-R δεν είναι για σένα. Αν όμως κάνεις τα πρώτα σου βήματα στην κατηγορία και θες να αγοράσεις μια όμορφη, καλοφτιαγμένη μοτοσυκλέτα που θα χρησιμοποιείς και καθημερινά και περιμένεις να σου κάνει τα χατίρια σε πίστα και επαρχιακό τότε ναι σίγουρα πρέπει να εξετάσεις σοβαρά την περίπτωσή της τρικύλινδρης CFMOTO, της πιο προσιτής τρικύλινδρης SS της αγοράς, με τιμή που σε βάζει σε σκέψεις ακόμη και αν αρχικά ήθελες μοτοσυκλέτα άλλης κατηγορίας!

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Αντιπρόσωπος:

Muvus

Τιμή:

7.790 ευρώ

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.020

Ύψος (mm):

1.155

Μεταξόνιο (mm):

1.400

Απόσταση από το έδαφος (mm):

140

Ύψος σέλας (mm):

810

Ίχνος (mm):

93,2

Γωνία κάστερ (˚):

23,7

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

820

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

535

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

890

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

505

 

ΜΕΤΡΗΣΗ ΒΑΡΟΥΣ

197,8 kg

(χωρίς καύσιμο: 186,6 kg )

Πίσω

47,98%

Εμπρός

52,02%

Σφάλμα στοιχείων κατασκευαστή:

4,65%

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο σωληνωτό

Πλάτος (mm):

 

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

175 / 189

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, τρικύλινδρος εν σειρά, υγρόψυκτος, με 2ΕΕΚ και 4β/Κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

72 x 55,2

Χωρητικότητα (cc):

675

Σχέση συμπίεσης:

11,5:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

94 / 11.000

Ροπή (kg.m/rpm):

7,1 / 8.250

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

139,25

Τροφοδοσία:

Ηλεκτρονικός ψεκασμός Bosch

Σύστημα εξαγωγής:

3 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός πολύδισκος συμπλέκτης υποβοήθησης

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια /

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα /

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

1,86

2,01

Πραγματικά

2,34

2,47

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μονό αμορτισέρ KYB

Διαδρομή (mm):

130

Ρυθμίσεις:

ΠΕ, ΑΕ

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

-

Ελαστικό:

180/55-17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 240mm και μονή δαγκάνα J.Juan,

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

 

Οθόνη TFT 5 ιντσών με συνδεσιμότητα, Quickshifter, Traction Control, full-LED φώτα, 2 θύρες USB, φώτα φρένων έκτακτης ανάγκης ESS, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και υποβοηθούμενο συμπλέκτη.

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο πιρούνι KYB

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

130 / 41

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

-

Ελαστικό:

120/70-17

ΦΡΕΝΟ

Δυο δισκόφρενα 300 mm, με 4πίστονες ακτινικές δαγκάνες J.Juan

 

ΔΥΝΑΜΟΜΕΤΡΗΣΗ

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

81,5 / 11.200

Ροπή (kg.m/rpm):

6,4 / 8.200

 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Μέση

6,3

Ελάχιστη

5,8

Μέγιστη

7,8

Αυτονομία (km):

302

Αυτονομία ρεζέρβας (km):

 

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

15

 

Οδηγούμε Yamaha R1 του 2020 μαζί με τον Σάκη Συνιώρη

Οι λεπτομέρειες που την ολοκλήρωσαν
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

19/2/2020

Τον Απρίλιο του 2015 ταξιδέψαμε στην Αυστραλία για να οδηγήσουμε την ολοκαίνουρια τότε Yamaha R1. Από την πρώτη R1 του 1998 η Yamaha έλεγε πως αυτή η μοτοσυκλέτα είναι εμπνευσμένη από των κόσμο των GP, αλλά η R1 του 2015 ήταν η πρώτη που πραγματικά έμοιαζε εμφανισιακά και είχε τεχνολογία από τον κόσμο των MotoGP. Η μεγάλη διαχωριστική γραμμή αυτής της μοτοσυκλέτας από το παρελθόν ήταν τα ηλεκτρονικά βοηθήματα, που σε συνδυασμό με τον cross-plane στρόφαλο (είχε εμφανιστεί πρώτη φορά στο προηγούμενο μοντέλο) την απομάκρυναν όσο περισσότερο γινόταν από τον “ταπεινό” κόσμο των superbike και την έβαζαν στην ελίτ των μοντέρνων hyperbike. Από τότε έως σήμερα, ο ανταγωνισμός έχει αγριέψει πολύ και η Yamaha φρόντισε να κρατήσει φρέσκια τη μοτοσυκλέτα της με μια ενδιάμεση αναβάθμιση το 2018. Δυστυχώς τη μοτοσυκλέτα εκείνη δεν την οδηγήσαμε ποτέ και δεν έχουμε άποψη για τις βελτιώσεις που έκανε η Yamaha στα σημεία που πονούσε η R1. Όμως τώρα έχουμε στα χέρια μας το μοντέλο του 2020 και συγκεκριμένα την προσωπική μοτοσυκλέτα του 11 φορές πρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη, η οποία θα αντικαταστήσει την Kawasaki ZX-10RR στο πρωτάθλημα του 2020 και όπως ήταν φυσικό δεν αφήσαμε την ευκαιρία να πάει χαμένη, δίνοντας ραντεβού στα EXTREME TRACK DAYS στην πίστα των Μεγάρων.

Έως τώρα, όλα τα οδηγικά ραντεβού μας με την R1 ήταν στην πίστα των Σερρών. Ένα περιβάλλον δηλαδή, που είναι κομμένο και ραμμένο για να αναδείξει τα πλεονεκτήματα αυτής της μοτοσυκλέτας. Σταθερότητα και υψηλές ταχύτητες μέσα στη στροφή και μια γλυκιά παροχή δύναμης από τον κινητήρα, που προσφέρει περισσότερη πρόσφυση στο πίσω ελαστικό ώστε να ανοίξεις το γκάζι πιο νωρίς. Στις Σέρρες η R1 είναι… ποίημα! Τώρα όμως το ραντεβού μας ήταν στα Μέγαρα και οι ιδιαιτερότητες αυτής της πίστας αλλάζουν δραματικά το σκηνικό. Στις Σέρρες οι φυσικές ικανότητες του πλαισίου και του κινητήρα έδιναν ρόλο κομπάρσου στα ηλεκτρονικά. Στα Μέγαρα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο γιατί η χάραξη της πίστας επιβάλει οδήγηση “stop & go” με αυτά τα θηρία των 200 ίππων. Ως εκ τούτου τα ηλεκτρονικά αναλαμβάνουν ρόλο πρωταγωνιστή, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι καλό για τη δουλειά μας, διότι η Yamaha έχει κάνει βελτιώσεις σε αυτόν τον τομέα στο μοντέλου του 2020. Επίσης έχει αλλάξει ολόκληρη την κεφαλή, το σύστημα λίπανσης του κινητήρα και την αεροδυναμική του φαίρινγκ, δηλαδή πράγματα που τα χρειάζεσαι στην πίσω ευθεία.

Η ιπποδύναμη που ανακοινώνει η Yamaha παραμένει στα 200 άλογα στις ίδιες στροφές (13.500), όπως και η ροπή των 11,6kg/m στις 11.500. Τότε γιατί άλλαξαν το σχήμα στα ενδιάμεσα κοκκοράκια μεταξύ των εκκεντροφόρων και των βαλβίδων και γιατί τα νέα μπεκ ψεκασμού είναι τώρα στο πάνω μέρος των νέων αυλών εισαγωγής και πιο κοντά στον θάλαμο καύσης; Και γιατί άλλαξαν το κύκλωμα λίπανσης, που τώρα έχει λιγότερες απώλειες δύναμης στις υψηλές στροφές και καλύτερη λίπανση στα κομβία του στροφάλου και τις μπιέλες; Διότι οι περισσότερες από αυτές τις αλλαγές αφορούν τις αγωνιστικές ομάδες του SBK που θα αγοράσουν το εργοστασιακό κιτ και όχι τόσο τον απλό πελάτη. Βέβαια κάποιες από αυτές βοηθούν ώστε ο κινητήρας να περνάει τις αυστηρότερες προδιαγραφές Euro 5, χάρη των οποίων έχουμε πλέον δύο νέους καταλύτες, που ευθύνονται αποκλειστικά για την αύξηση του βάρους κατά 2 κιλά, φτάνοντας στα 201kg (από 199kg) για το βασικό μοντέλο και στα 202kg (από 200kg) της έκδοσης M. Θυμίζουμε πως η έκδοση M έχει μεν carbon fiber φαίρινγκ, αλλά έχει επίσης και τις ημι-ενεργητικές αναρτήσεις της Ohlins, που μαζί με τον περίπλοκο μηχανισμό που τις ελέγχει, είναι πολύ πιο βαριές από τις συμβατικές αναρτήσεις της KYB. Επίσης το carbon φαίρινγκ της M1 έχει άφθονη ρητίνη και προστατευτικό βερνίκι για να δείχνει όμορφο και να αντέχει στους “πυροβολισμούς” από τα μυγάκια με τα όξυνα υγρά τους και είναι σαφώς πιο βαριά από τα αγωνιστικών προδιαγραφών carbon φαίρινγκ, που έχουν ελάχιστη ρητίνη και μηδέν βερνίκι. Για αυτή τη δοκιμή είχαμε από την αρχή φτιάξει στο μυαλό μας μια λίστα με συγκεκριμένους τομείς που θέλαμε να δούμε. Πρώτα απ’ όλα θέλαμε να δοκιμάσουμε την λειτουργία του quick-shifter Up/Down, το οποίο απουσίαζε από το μοντέλο του 2015 (είχε συμβατικό quick-shifter μόνο για τα ανεβάσματα) και η επίσημη του Project Leader δικαιολογία τότε ήταν πως τα συστήματα quick-shifter Up/Down δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές αξιοπιστίας της Yamaha…” Προφανώς έλεγε μπούρδες, διότι τα συστήματα Quick-Shifter Up/Down, όχι μόνο δεν καταπονούν το κιβώτιο και τον συμπλέκτη, αλλά αντιθέτως προστατεύουν από τυχόν άγαρμπους χειρισμούς του αναβάτη, διότι ταιριάζουν ιδανικά τις στροφές του κινητήρα με την περιστροφή των δίσκων του συμπλέκτη και του κιβωτίου ταχυτήτων κάθε φορά που ανεβάζεις ή κατεβάζεις ταχύτητα. Μάλιστα το κάνουν αυτό, ακόμα και αν έχεις ελάχιστα ανοιχτό το γκάζι, ενώ τα συμβατικά quick-shifter απαιτούν σχεδόν τέρμα ανοιχτό γκάζι και να “καρφώσεις” αμέσως και σωστά την επόμενη σχέση για να μην κουρέψουν τα γρανάζια. Επίσης τα Quick-Shifter Up/Down σε βοηθούν αφάνταστα να διατηρήσεις σταθερή τη μοτοσυκλέτα στα δυνατά φρεναρίσματα με κατεβάσματα, διότι το αριστερό σου χέρι πιάνει σωστά το γκριπ στο τιμόνι και δεν χρειάζεται να έχεις τα δάκτυλα στη μανέτα του συμπλέκτη. Οπότε η δικαιολογία περί αξιοπιστίας ήταν απλώς ένα “παιδικό ψέμα” για να μην πουν πως δεν είχαν βρει προμηθευτή για να το βάλουν στο μοντέλο του 2015 ή απλά δεν σκέφτηκαν πως θα το έκανε ο ανταγωνισμός πριν από αυτούς. Και όχι δεν μας διαλύθηκε το κιβώτιο στη μοτοσυκλέτα του Σάκη επειδή χρησιμοποιούσαμε το quick-shifter Up/Down συνεχώς.

Να πούμε όμως πως στη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είχαμε αλλάξει το setup του λεβιέ ταχυτήτων ώστε η 1η να είναι πάνω και οι υπόλοιπες σχέσεις να είναι “πατητές”. Η Yamaha είναι από τις λίγες εταιρείες που έκατσε και σχεδίασε ένα έξυπνο σύστημα αρθρώσεων για τον λεβιέ ταχυτήτων, που σου επιτρέπει να κάνεις αυτή την αλλαγή εύκολα και χωρίς να μπερδεύει τον διακόπτη του quick-shifter. Πράγματι το quick-shifter είχε άψογη λειτουργία, παρά την αλλαγή στη συνδεσμολογία του λεβιέ, με μοναδική εξαίρεση το “κατέβασμα” από 2α σε 1η, όπου κάποιες φορές πέταξε νεκρά και σε εμένα και στον Σάκη. Αυτό είναι συνηθισμένο φαινόμενο όταν οδηγάς γρήγορα στην πίστα και γι΄αυτό στα αγωνιστικά κιβώτια το κενό μεταξύ 1ης και 2ας είναι ελάχιστο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν τα λόγια του μηχανικού της BMW όταν οδήγησα την S 1000 RR του WSBK στη Jerez: Όταν έρθεις πίσω στα πιτς μην προσπαθήσεις μάταια να βρεις νεκρά με τον κινητήρα να δουλεύει. Απλά πάτα συμπλέκτη και σβήσε…” Στην εξίσωση θα προσθέταμε και την εργονομία της θέσης οδήγησης που δεν βόλευε το πόδι να κάνει ολόκληρη την κίνηση στον λεβιέ, η οποία όμως είναι ένα μεγάλο θέμα από μόνη της.

Ακόμα και στο θέμα της εργονομίας, η ιδιαίτερη χάραξη της πίστας των Μεγάρων έπαιξε τον ρόλο της. Για κάποιον εντελώς ηλίθιο λόγο, σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές πιστεύουν πως οι κοντές και χαμηλές ζελατίνες, τα στενά φαίρινγκ και τα μικρά ρεζερβουάρ κάνουν τις superbike να δείχνουν όμορφες και ως εκ τούτου θα πάει ο κόσμος να τις αγοράσει. Πράγματι τις δεκαετίες του ’90 και των αρχών του 2000 τα τετρακύλινδρα superbike ήταν χοντρά σαν γελάδες και έδειχναν πιο βαριά απ’ ότι ήταν. Όμως τα τελευταία χρόνια το έχουν παρακάνει τόσο πολύ με τον μινιμαλισμό, που έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία αγωνιστικών after market  προϊόντων που… χοντραίνουν τα superbike. Με το φαίρινγκ της R1 του 2020 δεν χρειάζεται να ασχοληθείς, διότι το έκανε η Yamaha από μόνη της. Μοιάζει αρχικά ίδιο με το προηγούμενο αλλά στην πραγματικότητα έχει φαρδύνει στο ύψος του τιμονιού και η ζελατίνα διώχνει πιο αποτελεσματικά τον αέρα από το κράνος και το σώμα του αναβάτη.

Το αποτέλεσμα είναι το μοντέλο του 2020 να έχει 5,3% μικρότερη αντίσταση στις υψηλές ταχύτητες. Αυτό δεν είναι μόνο κερδισμένα δεκατάκια στα χρονομετρημένα, ούτε είναι μόνο πλεονέκτημα όταν παίρνεις ή σου παίρνουν το slipstreaming μέσα στον αγώνα. Είναι επίσης πλεονέκτημα για τα αποθέματα σωματικής αντοχής του αναβάτη στους αλλεπάλληλους γύρους. Πράγματι η αεροδυναμική της νέας R1 ήταν εξόφθαλμα βελτιωμένη σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο, έστω κι αν στα Μέγαρα δεν πιάσαμε την τελική που είδαμε στην ευθεία των Σερρών με το προηγούμενο μοντέλο. Σε ότι αφορά όμως την υπόλοιπη εργονομία της θέσης οδήγησης, πρέπει να πούμε πως ήταν η αιτία όλων των προβλημάτων που είχαμε πάνω στη σέλα. Το τιμόνι, τα μαρσπιέ και η απόστασή τους από την σέλα είναι άψογα. Όμως το γλιστερό κάλυμμα της σέλας και το σχήμα του ρεζερβουάρ γύρω από τα πόδια σου καταστρέφουν όλη την εικόνα και την εμπειρία οδήγησης της μοτοσυκλέτας στα Μέγαρα.

Τόσο στα φρένα, όσο και στις επιταχύνσεις, το κάτω μέρος τους σώματός σου δεν έχει σταθερό σημείο στήριξης, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείς πολύ περισσότερο απ’ όσο πρέπει τα χέρια σου για να κρατηθείς πάνω στη μοτοσυκλέτα. Στις Σέρρες φρενάρεις αληθινά μόνο στην Κ1 και την Κ5 και πριν πέσεις στα φρένα έχεις αρκετή ώρα να τοποθετήσεις σωστά το σώμα σου και το φρενάρισμα έχει αρκετή χρονική διάρκεια. Επίσης οι Σέρρες έχουν πολύ trail-braking. Στα Μέγαρα όμως φρενάρεις απότομα, πολύ δυνατά για λίγα μέτρα, με την μοτοσυκλέτα όρθια και trail-braking ουσιαστικά έχει μόνο η Κ1. Αν τα βάλεις όλα αυτά μαζί, καταλαβαίνεις γιατί όταν κάναμε τεστ στις Σέρρες την R1, δεν γράψαμε τίποτα αρνητικό για την εργονομία της θέσης οδήγησης, ενώ τώρα στα Μέγαρα, η ευρυχωρία τις γλιστερής σέλας και το μικρό ρεζερβουάρ γινόντουσαν αιτία για παρενέργειες στη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κούνημα του τιμονιού στην έξοδο για την μεγάλη ευθεία, που δεν είχε απολύτως καμία σχέση με τη σταθερότητα του πλαισίου. Όσες φορές κούνησε η R1 ήταν επειδή γλίστραγα στη σέλα και προσπαθούσα να κρατηθώ πάνω στη μοτοσυκλέτα από το τιμόνι. Και καθώς φορούσε slick ελαστικά της Dunlop, είχα όσο κράτημα γούσταρα για να χουφτώνω το γκάζι με… χυδαιότητα. Επίσης η πρόωρη κόπωση στους καρπούς και τους πήχεις των χεριών, οφειλόταν ξεκάθαρα στην έλλειψη στήριξης του κάτω μέρους του σώματος από τα πόδια στο ρεζερβουάρ. Αν δεν είχα οδηγήσει την R1 στις Σέρρες, θα έλεγα πως είναι από τις πιο απαιτητικές superbike σε θέμα φυσικής κατάστασης του αναβάτη. Κάτι που δεν είναι απολύτως αληθές. Η R1 είναι απολαυστικά σταθερή στις παρατεταμένες στροφές και κρατά σε ηρεμία και ξεκούραστο τον αναβάτη. Όπως εντυπωσιακή είναι η εμπιστοσύνη που σου δίνει στο trail-braking. Απλώς τέτοιες στροφές δεν έχουν τα Μέγαρα… Η σταθερότητά της έχει μια μικρή επίπτωση στην ευελιξία και αυτό το είχαμε επισημάνει και στις Σέρρες, όταν η μοτοσυκλέτα έπρεπε να αλλάξει απότομα κατεύθυνση στο τριπλό S. Τόσο η βασική έκδοση, όσο και η Μ, έχουν ελαφριές ζάντες μαγνησίου με μειωμένο γυροσκοπικό φαινόμενο και η επιθετική κορώνα των slick ελαστικών θα έπρεπε να βοηθούν την ευελιξία, όμως πρακτικά στην R1 δεν αρέσει ο κλεφτοπόλεμος. Σε κάθε περίπτωση, αν σκοπεύετε να κάνετε πολλά track day, βάλτε ένα αντιολισθητικό κάλυμμα στη σέλα και βρείτε στην after market αγορά, τις ειδικές πλαστικές προσθήκες για το ρεζερβουάρ. Οι αλλαγές αυτές είναι βέβαιο ότι θα πετάξουν έξω από το παράθυρο τα περισσότερα σημεία αρνητικής κριτικής που έχουμε κάνει σε αυτό το κείμενο. Εναλλακτικά κάντε track day μόνο στις Σέρρες που η R1 νοιώθει σαν το σπίτι της…

Όπως το πλαίσιο, έτσι κι ο κινητήρας της R1 έχει μοναδικά πλεονεκτήματα λόγω του cross-plane στροφάλου της, που την διαφοροποιεί εντελώς από κάθε άλλη τετρακύλινδρη εν σειρά. Αυτός ο κινητήρας μοιάζει περισσότερο με τον V4 της Aprilia,παρά με τις υπόλοιπες ιαπωνικές superbike. Φέτος αλλάξανε την ηλεκτρονική γκαζιέρα και το λογισμικό των ride mode του ride by wire ψεκασμού.

Όπως θα θυμάστε στο τεστ του ΜΟΤΟ από τις Σέρρες τον Οκτώβριο 2015, είχαμε γράψει πως στο “Power 1” η μοτοσυκλέτα τινάζεται απότομα μπροστά και σου ανοίγει τη γραμμή, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούμε την περισσότερη ώρα το “Power 2” το οποίο όμως έκοβε αρκετά την επιτάχυνση της μοτοσυκλέτας στις εξόδους των στροφών. Πάνω σε αυτό το πρόβλημα δούλεψαν και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, έστω κι αν το “Power 2” εξακολουθεί να μας αρέσει περισσότερο, τουλάχιστον μέσα στα Μέγαρα. Ούτε τινάζει τη μοτοσυκλέτα, ούτε την κοιμίζει και πλέον σε βοηθάει να εκμεταλλευτείς στο έπακρο τις “γεμάτες” ροπή μεσαίες στροφές του κινητήρα, που απλώνει ομοιόμορφα τη δύναμή του έως τον κόφτη στις 14.000+ στροφές. Βέβαια όπως όλες οι καινούριες hyperbike, η R1 έχει υπερβολικά μακριές 1η, 2α και 3η ακολουθώντας την αγωνιστική φιλοσοφία. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως για να βάλεις 5η στα Μέγαρα θα πρέπει να κοντύνεις γενναία την τελική μετάδοση, όπως κάνουν όλοι στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Με την στάνταρ τελική μετάδοση, είναι άθλος να στρίψεις με 2α ακόμα και με την επιπλέον φόρα που σου δίνουν τα slick. Όπως κι αν έχει, η πραγματικότητα είναι πως έχει τόσο όμορφα απλωμένη η δύναμη ο κινητήρας, που στην αρχή πιάνεις κόφτη στροφών χωρίς να το καταλάβεις και οι 14.000 στροφές σου φαίνονται… λίγες! Ο Σάκης γύρισε στο 1:01 εκείνη την ημέρα, που είναι θαυμάσιος χρόνος για εντελώς normal μοτοσυκλέτα, δεδομένης της κατάστασης που ήταν η πίστα λόγω της βραδινής βροχόπτωσης που είχε προηγηθεί.

Εμείς έπρεπε να έχουμε στο μυαλό μας να μην υπάρχουν άλλες μοτοσυκλέτες κοντά μας όταν περνούσαμε εμπρός από τον φωτογράφο, οπότε δεν κάναμε πάνω από δύο-τρεις συνεχόμενους γύρους σε γρήγορο ρυθμό, κάτι που σιχαίνονται τα slick ελαστικά, ρίχνοντας απότομα την θερμοκρασία τους και το επίπεδο κρατήματος. Ακόμα κι έτσι όμως το cornering ABS φρόντισε να θυμίσει και στους δυο μας πως δεν κάνει για γρήγορη οδήγηση σε πίστα. Όσες φορές βγαίναμε με αρκετή φόρα στην πίσω μεγάλη ευθεία και μπορούσαμε να κουμπώσουμε την μακριά 4η στο κιβώτιο, τα φρένα της R1 έμοιαζαν σαν να μην έχουν τη δύναμη να σταματήσουν την ορμή της. Σε αντίθεση με τα παλαιού τύπου συμβατικά ABS που η μανέτα πάλλεται και τρέμει όταν επεμβαίνουν, στο cornering ABS η μανέτα μένει σκληρή, με μια ελαφρώς σπογγώδη αίσθηση. Έτσι δεν έχεις αίσθηση σε ποιο σημείο ακριβώς επεμβαίνει και το μόνο που καταλαβαίνεις είναι πως προσπέρασες το ιδανικό σημείο εισόδου για μερικά μέτρα.

Γι΄αυτό και θα συνεχίσουμε να ζητάμε από τα εργοστάσια να σταματήσουν τη νέα πατερναλιστική μόδα της μη δυνατότητας απενεργοποίησης του ABS στις σπορ μοτοσυκλέτες. Κατά τα λοιπά, τα φρένα της R1 σε επίπεδο hardware είναι άριστα, με πολύ καλή αίσθηση, άμεση απόκριση στο άγγιγμα της μανέτας και ισχυρό δάγκωμα έως τη στιγμή που θα σηκωθεί ο πίσω τροχός και θα επέμβει το ABS… Ποιος είναι λοιπόν ο τελικός απολογισμός από την οδήγηση της R1 του 2020; Στα καλά νέα βάζουμε όλες τις αλλαγές που έκαναν στα σημεία που είχαμε ασκήσει κριτική στο προηγούμενο μοντέλο. Βελτίωσαν το λογισμικό των “mode” στον ride by wire ψεκασμό, βελτίωσαν την προστασία του φαίρινγκ και έβαλαν quick-shifter Up/Down. Επίσης στα καλά νέα βάζουμε και την ηρεμία και σταθερότητα του πλαισίου (έστω κι αν έχει κόστος στην ευελιξία), όπως φυσικά μας αρέσει η ομαλή απόδοση του κινητήρα με τις γεμάτες μεσαίες. Όλα τα σημεία της κριτικής της R1 είναι σχεδόν κοινά με όλων των καινούριων superbike και εντοπίζονται στην εργονομία και το ABS. Όσο για τις συμβατικές αναρτήσεις της KYB σε σχέση με τις ημι-ενεργητικές της Ohlins που είχε η Μ1, επιμένουμε προς το παρόν στην άποψή μας πως η ημι-ενεργητική λειτουργία είναι καλή (προς το παρόν) μόνο για τον δρόμο. Τονίζοντας το πρόσκαιρο της τοποθέτησης αυτής. Στην πίστα οι συμβατικές αναρτήσεις συνεχίζουν να είναι ανώτερες σε αίσθηση και πληροφόρηση.  

 

Η δοκιμή της R1 του Σάκη Συνιώρη έγινε στα πλαίσια του EXTREME TRACK DAYS. Ευχαριστούμε θερμά τον Σωτήρη Ζαφειρόπουλο και τους συνεργάτες τους για τη βοήθεια και την υπομονή τους στις ιδιαίτερες απαιτήσεις που έχει η διαδικασία φωτογράφησης ενός τεστ του ΜΟΤΟ, αλλά και για τις προσπάθειες που κάνουν, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα όλοι μας να οδηγούμε μέσα στο ασφαλές περιβάλλον τις πίστας.

                     

Θα επανέλθουμε αναλυτικότερα στο ΜΟΤΟ αλλά και στην ίδια μοτοσυκλέτα όταν θα έχει προετοιμαστεί πλήρως για το HSBK...