Yamaha R6 (2002-2006): Αρχείο περιοδικού ΜΟΤΟ

Χορογραφία ενός σικέιν
27/6/2019

καινούργια και άκρως απαιτητική και τεχνική πίστα της Almeria , αποτελούσε την ιδανική επιλογή των εργοστασίων για να παρουσιάσουν τα νέα supersport μοντέλα τους. Οι συγκυρίες ήρθαν έτσι που η παρουσίαση της δεύτερης γενιάς του Yamaha R6, έγινε μόλις δύο εβδομάδες μετά την παρουσίαση του Ducati 749/S. Ως εκ τούτου βιώσαμε ένα deja vu, αφού δεν μείναμε μόνο στο ίδιο ξενοδοχείο της περιοχής αλλά και στο ίδιο δωμάτιο! Έτσι, οι συγκρίσεις μεταξύ των supersport της Ducati και της Yamaha ήταν πιο εύκολο να γίνουν, ενώ μέσα από αυτά τα άρθρα μπορείτε να δείτε τις διαφορές των supersport του τότε με το τώρα, καθώς στο τεύχος του Ιουλίου του ΜΟΤΟ που κυκλοφορεί τώρα στα περίπτερα, φιλοξενούμε την παρουσίαση του Kawasaki ZX-6R 2019!

Το άρθρο προέρχεται από το αρχείο του περιοδικού ΜΟΤΟ και αναδημοσιεύεται από την αρχική του μορφή δίχως αλλαγές. Αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του περιοδικού, μαζί με τις φωτογραφίες που το συνοδεύουν. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αντιγραφή, οικειοποίηση μέρους ή του συνόλου του κειμένου και των φωτογραφιών, παραλλαγή ή χρήση πέραν της ανάγνωσης

 

Χορογραφία ενός σικέιν

Τα δάχτυλα δυσκολεύονται να εκτελέσουν την απαιτούμενη αλληλουχία κινήσεων πάνω στα πλήκτρα του υπολογιστή. Ούτε καν δυο ώρες δεν έχουν περάσει από την οδήγηση του νέου R6, και οι ορμόνες που γέμισαν για ένα εξάωρο το αίμα δεν λένε να καταλαγιάσουν. Φταίει ο "χορός", αυτό το αλισβερίσι με τη δύναμη και την ισορροπία των μαζών, που οι άνθρωποι της Yamaha προσομοίωσαν με ένα τανγκό, το οποίο και πλημμύρισε τις αισθήσεις και το πνεύμα…

Εδώ και τέσσερα χρόνια, από τον 1998 που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το R6, έχει γίνει ταυτόσημο της υστερίας, των επιδόσεων, του μοτοσυκλετιστικού "υποτροπιασμού", και ό,τι άλλου έχει να κάνει μ’ αυτό που πλησιάζει την απόλυτη μοτοσυκλετιστική νιρβάνα. Μέσα σ’ αυτή την τετραετία, βελτιωτικές και αναβαθμιστικές κινήσεις έχουν σημαδέψει τη σύντομη πορεία του, έχοντας πάντα τον ίδιο στόχο, να το ενισχύσουν ακόμα περισσότερο ώστε να κάνει αυτό που κλήθηκε από την αρχή να κάνει: να φέρει την αγωνιστική αίσθηση των GP στο δρόμο.

Τα νερά στην κατηγορία όπου παίζει το R6, όμως, ποτέ δεν έμειναν στάσιμα. Αντιθέτως, περισσότερο έμοιαζαν με χείμαρο, παρά με λίμνη. Φέτος ο χείμαρος αυτός παρέσυρε τα πάντα, και τα δεδομένα άλλαξαν εντελώς, με το σύνολο των ανταγωνιστών –πλην της Suzuki– να "κατεβάζουν" στο τραπέζι των supersport τους νέους τους άσους. Η Yamaha απαντά σ’ αυτή την πρόκληση με έναν χορό, τον "χορό με τη δύναμη", κι αυτό που μετράει δεν είναι το πόσο δυνατά πατούν τα πόδια, αλλά η χάρη κι ο απόλυτος έλεγχος, τα οποία και συνθέτουν την όλη μαγεία των κινήσεων.

Άλλο πράγμα

Όσοι προσπαθήσουν να βρουν ομοιότητες ανάμεσα στο παλιό και στο νέο R6, πέρα από την πολύ βασική αρχιτεκτονική δομή, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να σπαταλήσουν τον χρόνο τους. Η ανανέωση ξεκινά από τα έγκατα και φτάνει μέχρι την επιφάνεια, δίνοντας ουσιαστικά στην επικαιρότητα μια νέα μοτοσυκλέτα. Ούτως ή άλλως, όταν ο στόχος είναι "μια μοτοσυκλέτα που ακολουθεί αυτή τον ρυθμό του αναβάτη, κι όχι το αντίστροφο" (διά στόματος Yoshikazu Koike, project leader του R6), τότε δεν έχεις και πολλά στοιχεία που μπορείς να θεωρήσεις δεδομένα.

Ο ιδιόμορφος αυτός χορός για τον οποίο κάνει λόγο η Yamaha, ουσιαστικά εκτελείται μέσα σε… 20 μέτρα το πολύ, και εξηγούμαι ευθύς αμέσως. Τόση απόσταση καταλαμβάνει ένα σικέιν που απαιτεί μια πολύπλοκη ακολουθία κινήσεων, οι οποίες συμβαίνει να εκφράζουν απόλυτα το πνεύμα της εταιρείας. Με λίγα λόγια, η καινούργια μοτοσυκλέτα θα πρέπει να διαθέτει ταυτόχρονα "κοφτερή" συμπεριφορά αλλά και σταθερότητα, στοιχεία χρήσιμα στην είσοδο του σικέιν. Χρειάζεται απόλυτο έλεγχο ακόμη και σε οριακές κλίσεις και αμεσότητα στη συμπεριφορά για τις γρήγορες εναλλαγές των κλίσεων μέσα στην "καρδιά" της διαδικασίας, ενώ η έξοδος απαιτεί άμεση απόκριση στο γκάζι, απόλυτο έλεγχο της δύναμης και γραμμικά παρεχόμενη δύναμη στη χαμηλή μπάντα των στροφών. Αν νομίζετε ότι πρόκειται για στοιχεία αντιφατικά μεταξύ τους και ουτοπικά, ευτυχώς στη Yamaha δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο.

Ξεκινώντας από τις θεμελιώδεις αρχές του μοτοσυκλετισμού, η πρώτη κίνηση έγινε στο όνομα της… Αγίας Ιπποδύναμης. Η αχόρταγη ρουφήχτρα του αέρα, γνωστή και ως Ram Air, απέκτησε νέους αυλούς εισαγωγής για ακόμη πιο ομαλή ροή του αέρα, αλλά και φιλτροκούτι μεγαλύτερο σε χωρητικότητα κατά 0,3 λίτρα, αφού, όπως γνωρίζουμε και από το μάθημα της γυμναστικής στα σχολεία, οι καλύτερες επιδόσεις απαιτούν και πιο ανοιχτά πνευμόνια. Όλος αυτός ο αέρας αναμειγνύεται με το καύσιμο που ψεκάζουν τα νέα μπεκ της Nippon, μέσω των μεγαλύτερης διαμέτρου σωμάτων (38mm), και καταλήγει μέσα στον θάλαμο καύσης πολύ πιο εύκολα από πριν, χάρη στους επανασχεδιασμένους εκκεντροφόρους οι οποίοι πιέζουν τις βαλβίδες να βυθιστούν ακόμη περισσότερο (8,2mm από 7,8mm). Αυτό σημαίνει καλύτερη πλήρωση θαλάμου, καλύτερη καύση και εμπρός… για επιταχύνσεις που κάνουν τα μάτια να δακρύζουν.

Για να γίνει όμως αυτό χρησιμοποιήσιμο και για να υπάρχει ακόμη καλύτερο απτό αποτέλεσμα, το νυστέρι της βελτίωσης πέρασε κι από τη γειτονιά του κιβωτίου, όπου από τη μια επέβαλε τον επανασχεδιασμό των αξόνων του και από την άλλη επέτρεψε στη Yamaha να απαλλαγεί από τη ρετσινιά των σκληρών κιβωτίων, αποτασσόμενη αυτά ωσάν τον Σατανά!

Κορμί χαμηλό σε λιπαρά!

Το να στοχεύεις σε ταυτόχρονα στις ακαριαίες αντιδράσεις και στη σταθερότητα μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Τουλάχιστον, αυτό αποδεικνύουν οι σχεδιαστές της Yamaha. Το ζητούμενο είναι να συγκεντρωθεί η μάζα κοντά στον άξονα περιστροφής της μοτοσυκλέτας με παράλληλη μείωση του βάρους στα δύο άκρα, όπως και έγινε. Το εντελώς νέο πλαίσιο φέρει την ονομασία Deltabox III και είναι κατασκευασμένο με τη νέα μέθοδο χύτευσης της Yamaha (CF Die Casting Method) με δύο κολλήσεις έναντι δεκάξι (!) του προηγούμενης γενιάς Deltabox. Η ακαμψία του έχει βελτιωθεί κατά 50%, φτάνοντας στο ίδιο επίπεδο με το πλαίσιο του R7, ενώ ταυτόχρονα επιτεύχθηκε και μείωση του βάρους του. Τον δρόμο της αλλαγής ακολούθησε και το ψαλίδι, που πλέον είναι μακρύτερο κατά 10mm, για μεγαλύτερη σταθερότητα κατά τη διαδικασία της επιτάχυνσης, εδράζεται όμως κοντύτερα στο γρανάζι κίνησης, για να διατηρηθεί το μεταξόνιο κοντό.

Στον βωμό του αδυνατίσματος, οι ζάντες αντικαταστάθηκαν με ελαφρύτερες –και πολύ πιο όμορφες, κατά την υποκειμενική μας άποψη–, ενώ ελαφρύτερη είναι και η εξάτμιση με αλουμινένιο τελικό, το οποίο όμως κρύβει στο εσωτερικό του μπόλικο τιτάνιο, κάνοντας τη ζυγαριά να δείξει ένα ολόκληρο κιλό λιγότερο. Από τις εκπτώσεις των γραμμαρίων δεν γλύτωσαν ούτε το υποπλαίσιο ούτε και η πίσω δαγκάνα, η οποία απώλεσε ένα από τα ανισομεγέθη έμβολά της αλλά όχι και τη δύναμή της.

Στο απέναντι άκρο του μπροστινού, έχουμε νέο 43άρι πιρούνι της Kayaba με μικρότερη κατά 10mm διαδρομή (120mm, από 130mm του προηγούμενου), ενώ με τον συνδυασμό του μικρότερου offset (35mm, από 40mm) και της αύξησης του ίχνους (86mm από 81mm) επιτεύχθηκε η πολυπόθητη σταθερότητα στις στροφές.

Αρκεί ένα φρενάρισμα για να καταλάβεις ότι είσαι πάνω σε μια Yamaha της σειράς "R". Θα τα θέλαμε λίγο πιο προοδευτικά

 

Όλα όμως τα παραπάνω –ουσιαστικά μεν, "στεγνά" και απόλυτα δε– νούμερα δεν κατορθώνουν να μεταφέρουν αυτό που η Yamaha σχεδίασε ξανά σε λευκό χαρτί, δηλαδή την τοποθέτηση του ίδιου του αναβάτη, ο οποίος θεωρείται αναπόσπαστο και ενεργό μέλος της σχεδίασης ολόκληρης της μοτοσυκλέτας. Μια επικοινωνία interactive σαν αυτή που παραδοσιακά διέθετε η σειρά "R", απαιτεί τον σωστό καταμερισμό, αλλά και τον υπολογισμό στο συνολικό ζύγισμα της μοτοσυκλέτας, της μάζας του αναβάτη. Τόσο η αεροδυναμική αντίσταση όσο και η τοποθέτησή του κοντά στον άξονα περιστροφής ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαία, για να διατηρηθούν αμετάβλητα όλα τα χαρακτηριστικά που μεταφράζονται σε νούμερα και μεγέθη. Άλλωστε, όπως λέει και το γνωμικό, "it takes two to tango".

Rock 'n' Roll

Το να παρομοιάζεται η κίνηση του R6 με έναν χορό ταγκό είναι Ο.Κ. Το να σε καλούν όμως να χορέψεις μαζί του στην πίστα της Almeria, μάλλον φέρνει περισσότερο στο rock ‘n roll. Η οδήγηση σ' αυτή την τεχνική και απαιτητική πίστα με τα χασίματα και οι ανηφοροκατηφόρες της θυμίζει μάλλον τη ρυθμική κίνηση και τα πετάγματα στον αέρα του αμερικάνικου χορού, παρά το αριστοτεχνικό πλέξιμο των ποδιών του αργεντίνικου. Άλλωστε, και ο ρυθμός στον οποίο κινούνται οι 16 βαλβίδες και σφυρίζει η "τρομπέτα" του Ram Air, είναι rock μέχρι το κόκκαλο – κι όποιος φέρει αντίρρηση, δεν έχει ιδέα περί ποιας μοτοσυκλέτας πρόκειται.

Πριν καν βγούμε από τα pits, στο κιβώτιο έχει μπει τρίτη, και πριν κοιτάξουμε πίσω στην ευθεία να δούμε αν έρχεται κανείς, έχουμε ήδη στρίψει στην πρώτη στροφή. Πρώτη εντύπωση είναι ότι και οι δύο αυτές ενέργειες έγιναν με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία δυνάμεων. Χαρακτηριστικά, οι πρώτοι γύροι ήταν πολύ κοντά σε χρόνο με τους προχωρημένους γύρους πριν από δύο εβδομάδες, εδώ στην ίδια πίστα, πάνω στη σέλα της 749.

Leds, όπως R1, αλλά με συμβατικότερη εμφάνιση

 

Ο κινητήρας ανεβάζει διαολεμένα, και… το φαράγγι στην απόδοση της ροπής μεταξύ 3.000 και 5.000 σ.α.λ. έχει μπαζωθεί με μπόλικα χιλιογραμμόμετρα. Στην έξοδο δεν χρειάζεται να λιώσει η βελόνα του στροφομέτρου κοντά στις 14.000 για να μη βγεις κρεμασμένος. Μία ταχύτητα πάνω ηρεμεί το πνεύμα και τη γραμμή που ακολουθείς. Πλέον υπάρχει το περιθώριο να παίξεις ακόμη περισσότερο με το γκάζι μέσα στην καρδιά της στροφής και να μην κάνεις το R6 να τρέμει ολόκληρο από συγκίνηση. Ευστροφία και γραμμικότητα σε όλο τους το μεγαλείο. Εκμεταλλεύεσαι περισσότερο τη φόρα που η ίδια η μοτοσυκλέτα σε βοηθά να αποκτήσεις. Ο ψεκασμός λειτουργεί υποδειγματικά και προσθέτει ακόμη μία παράμετρο στη συμμαχία κινητήρα–αναβάτη. Οι "κλοτσιές" που έτρωγες στις 5.000 και στις 7.000 σ.α.λ. έχουν μεταμορφωθεί σε ένα συνεχόμενο σπρώξιμο από το ρελαντί σχεδόν μέχρι και πριν την υστερία των 16.000. Οι ελάχιστοι κραδασμοί που γίνονται αντιληπτοί στις χαμηλές, εξαφανίζονται αρκετά νωρίς ώστε να τους ξεχάσεις άμεσα. Στη μεγάλη ευθεία της πίστας σκύβεις πίσω από την κοντή ζελατίνα που μετά βίας αποκρούει τον αέρα, και τα αυτιά σου γεμίζουν με το βουητό του βίαια καταβροχθισμένου αέρα. Στο σημείο που πριν από μερικές ημέρες έβλεπα το κοντέρ να σταματά λίγο μετά τα 225 χ.α.ώ., τώρα τα νούμερα ήταν κατά μία εικοσάδα μεγαλύτερα. Η σχετικά μακριά κλιμάκωση των τελευταίων σχέσεων και η ικανότητα της διατήρησης της δύναμης ψηλά είναι η αιτία πίσω από το αποτέλεσμα.

Χρωματικοί συνδυασμοί για να μην προβληματίζεται κανείς. Προσωπικά προτιμώ το μπλε
 

Πολύ σκληρό για να… λυγίσει

Ένα παλιό πισταδόρικο ρητό λέει ότι όπου υπάρχει μια ευθεία, υπάρχουν και δυο στροφές που τις ενώνει (μεγάλη σοφία!). Για τον αναβάτη του R6 ισχύει ότι πριν και μετά από μια ευθεία υπάρχει η απόλαυση. Είναι πραγματικά αποκάλυψη να συνειδητοποιείς ότι κλίσεις και συμπεριφορές που παρακολουθείς στα αγωνιστικά δρώμενα είναι δυνατόν να επιτευχθούν και από μια μοτοσυκλέτα παραγωγής. Είναι ίσως λίγο εγωιστικό από τη μεριά της μοτοσυκλέτας αυτό που συμβαίνει κατά τη διάρκεια των κλίσεων, αλλά είναι και γεγονός ότι ο απόλυτος έλεγχος είναι από πριν καθορισμένος από αυτή.

Για το πλαίσιο είναι αστείο και μόνο να σκεφτεί κανείς ότι υπάρχει πιθανότητα να παρουσιάσει σημάδια στρέβλωσης. Είναι τέτοια η σιγουριά που εμπνέει, ώστε και τη διπλάσια ιπποδύναμη να έπρεπε να τιθασεύσει, θα τα κατάφερνε το ίδιο καλά. Το μακρύτερο ψαλίδι δεν αφήνει τα άλογα που κατεβαίνουν στον πίσω τροχό να καλπάσουν γρηγορότερα από τον ρυθμό που εσύ έχεις επιλέξει. Η μετατόπιση της μάζας, από σωματική προσπάθεια μετατρέπεται σε νοητική άσκηση. Είναι πραγματικά απίστευτη όχι μόνο η ευκολία αλλά και η ασφάλεια την οποία νιώθεις όταν το R6 προσπαθεί να ζαλίσει τα βιράζ. Πιθανότατα στην άσφαλτο θα ξύνονται πολύ περισσότερα πράγματα από τις γλίστρες και τις μπότες, αλλά ακόμη και τότε, εσύ δεν θα ανησυχείς. Είναι αξιοσημείωτο ότι, προσωπικά, πρώτη φορά είδα το 60άρι προφίλ των ελαστικών να αποδίδει τόσο καλά σε μοτοσυκλέτα. Οι μοναδικές μου ενστάσεις αφορούν το μπροστινό της Kayaba, το οποίο θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη διάμετρo και ταυτόχρονα αυξημένη ακαμψία, και το γεγονός ότι τα μπροστινά δισκόφρενα διατηρούν το χαρακτηριστικό απότομο δάγκωμα, χωρίς προοδευτικότητα, που χαρακτηρίζει ολόκληρη την οικογένεια "R" της Yamaha.

Νέα δεδομένα στα 600cc

Ακόμη όμως κι αυτά τα παραπατήματα στη διάρκεια του χορού, ένας ικανός παρτενέρ σαν την R6 έχει την ικανότητα να τα κρύβει, να τα ξεπερνά και να τα αντισταθμίζει, όντας συνολικά μια από τις πιο ολοκληρωμένες προτάσεις της κατηγορίας. Είναι από τις λίγες μοτοσυκλέτες που δεν ταυτίζει το καλύτερο απλώς με το δυνατότερο αλλά με τον συνδυασμό της πρακτικής εφαρμογής αυτής της δύναμης, έχοντας ως κύριο πλεονέκτημα την ικανότητα να συμβιβάζει αυτά που όλοι οι υπόλοιποι θεωρούν ασυμβίβαστα. Είναι σίγουρο πως η R6 του 2003 έφερε αναστάτωση στην κατηγορία των 600cc. Βγάζει προκλητικά τη γλώσσα στις αντιπάλους της, θέτοντας νέα δεδομένα. Ήδη ανυπομονούμε να της κάνουμε πλήρες τεστ και, βέβαια, συγκριτικό με τις υπόλοιπες SS600.

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                     Yamaha YZF R6
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.025
Ύψος (mm):
1.090
Μεταξόνιο (mm):
1.380
Απόσταση από το έδαφος (mm):
135
Ύψος σέλας (mm):
820
Ίχνος (mm):
86
Γωνία κάστερ (˚):
24
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Περιμετρικό αλουμινένιο, χυτό, τύπου Deltabox III
Πλάτος (mm):
690
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
162/-
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα:
17/3,5
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, τετρακύλινδρος εν σειρά υγρόψυκτος με 2ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
65,5 x 44,5
Χωρητικότητα (cc):
600
Σχέση συμπίεσης:
12,4:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
123/13.000
Ροπή (kg.m/rpm):
6,99/12.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
205
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός CDI
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / 1,955
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / 3,000
 
Σχέσεις / km/h ανά 1.000 rpm
1η
2,846
2α
1,947
3η
1,556
4η
1,333
5η
1,190
6η
1,083
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
1,31
-
Πραγματικά
-
-
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ
Διαδρομή (mm):
120
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
180/55-17
Ελαστικό:
5,5 x 17
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 220mm με δαγκάνα ενός εμβόλου
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Στροφόμετρο, ψηφιακό όργανο πολλαπλών λειτουργιών (ταχύμετρο, ολικό και δυο μερικούς χιλιομετρητές, ένδειξη θερμοκρασίας, ψηφιακό ρολόι), ενδεικτικές λυχνίες για φλας/νεκρά/μεγάλη σκάλα φώτων/βενζίνη
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τηλεσκοπικό πιρούνι cartridge
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,5 x 17
Ελαστικό:
120/60-17
ΦΡΕΝΟ
Δύο πλευστοί δίσκοι 298mm με τετραπίστονες δαγκάνες

 

 

Παρουσίαση Suzuki GSX-R1000R: Την οδηγούμε σε 6ωρο αγώνα στη Σεβίλλη

Σε μία παρουσίαση διαφορετική απ’ όλες τις άλλες
Suzuki
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/9/2026

Για αντοχή και ταχύτητα!

Τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν έχει γίνει ποτέ αγώνας σε παρουσίαση μοτοσυκλετών, κανονικός με κατάταξη και έπαθλο, παρά μόνο μία φορά και με τρόπο πιο άτυπο από τώρα. Η Suzuki ξέρει που ξεχωρίζει και που κερδίζει το GSX-R που επιστρέφει μετά από έξι χρόνια απουσίας για να γιορτάσει τα 40 χρόνια παρουσίας, έστω και με μερικούς μήνες καθυστέρηση!

Στην εποχή μας που όλα είναι αδικαιολόγητα υψηλότερα εκτός από τα έσοδα δεν υπάρχει Superbike με καλή σχέση τιμής και απόδοσης, εκτός αν κοιτάξεις το GSX-R συγκριτικά με τα υπόλοιπα. Honda και Kawasaki είχαν μείνει από τους Ιάπωνες να επενδύουν περισσότερο στην κατηγορία, με την Honda να κάνει περισσότερα έξοδα από την Kawasaki, επενδύοντας σε πιο σύγχρονες τεχνολογικά λύσεις, ιδιαίτερα στην έκδοση SP, ενώ τρίτη ερχόταν η Yamaha έχοντας κάνει από-επένδυση στην κατηγορία. Η Suzuki δεν είχε μείνει απλά στην τέταρτη θέση, είχε επιλέξει να κόψει το GSX-R τελείως από την Ευρώπη. «Τι ζητάτε; Επένδυση για προδιαγραφές που βγάλατε από το κεφάλι σας; Φεύγω, μέχρι να έρθει η ώρα να χρειάζονται και αλλού». Εν συντομία αυτή είναι η ιστορία των έξι χρόνων απουσίας. Επειδή έχω γνωρίσει το ανώτατο επίπεδο των στελεχών της Suzuki στην Ιαπωνία, αντιλαμβάνομαι τον τρόπο σκέψης τους που αντανακλάται μέσα στην γραμμή παραγωγής και στους εργαζόμενους που την στελεχώνουν, όλοι τους εξαιρετικά ικανοί. Θα το ολοκληρώσω αυτό με ένα παράδειγμα που από μόνο του θα σας δώσει να καταλάβετε τι εννοώ: Αν αύριο γίνουν συνήθεια τα σκοτεινά εργοστάσια στην μοτοσυκλέτα, δηλαδή εκείνα που δουλεύουν μόνο ρομπότ και όχι άνθρωποι, τότε η Suzuki θα είναι η τελευταία που θα κάνει την μετάβαση.

Suzuki

Η αγορά της Ευρώπης είχε βγει από το στόχαστρο της Suzuki που ήταν ο πρώτος από τους τέσσερις Ιάπωνες που επέλεξε Ασία και Αφρική, όταν ζόρισαν τα πράγματα στην Ευρωπαϊκή αγορά με το GSX-R να είναι το καλύτερο παράδειγμα, ενώ το Hayabusa και η απουσία του από την αγορά μας, ήταν το πρώτο καμπανάκι. Κάναμε έξι χρόνια να δούμε το GSX-R και εκείνο επέστρεψε όπως μας άφησε, ελάχιστα αλλαγμένο στην ουσία του, ευτυχώς με ορισμένες καίριες αλλαγές στον κινητήρα, η σχεδίαση του οποίου αγγίζει πλέον τις δύο δεκαετίες. Από το μοντέλο του 2017 με το οποίο μας άφησε η Suzuki το 2020, το νέο GSX-R έχει κινητήρα με νέα πιστόνια, νέο στρόφαλο και στροφαλοθάλαμο, νέο σύστημα λίπανσης, νέες βαλβίδες εξαγωγής και επανασχεδιασμένα κοκοράκια. Ανέβηκε η συμπίεση στο 13.8:1 και αντίστοιχα άλλαξε η τροφοδοσία και αναγκαστικά και το σύστημα εξάτμισης, τόσο για τις προδιαγραφές, όσο και για να εξυπηρετήσει τις υπόλοιπες αλλαγές. Για όλους εκείνους που λένε πως το νέο GSX-R είναι μία ραφιναρισμένη μοτοσυκλέτα δεκαετίας, έχουν δίκιο, τόσο απλά. Το ζήτημα είναι όμως ποιος και για ποιο λόγο χρειάζεται κάτι περισσότερο. Διότι αυτό που ξεχνά ο περισσότερος κόσμος είναι πως το GSX-R ήταν το πιο αξιόπιστο Superbike και υπήρξε και εκείνο που έβλεπε κανείς περισσότερο στους δημόσιους δρόμους, καθώς η οδήγησή του δεν ήταν κουραστική ακόμη και σε καθημερινή χρήση. Πολλά GSX-R σε δημόσιους δρόμους σημαίνει πολλές σούζες από πολλούς και διαφορετικούς αναβάτες που όλοι τους αυτοπροσδιορίζονταν ως οι ταχύτεροι και μία φήμη ότι κόβεται το πλαίσιο υπήρξε για το προηγούμενο, παραδόξως εκεί που πονά όταν το προσγειώνεται απότομα. Ωστόσο από κινητήρα δεν είχε πρόβλημα ποτέ και αυτός είναι και ο λόγος που αναδείχτηκε στον απόλυτο βασιλιά του πρωταθλήματος Endurance.

Οι Ιάπωνες δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο πρωτάθλημα αυτό που εμείς εδώ στην Ευρώπη παρακολουθούμε πολύ πιο χαλαρά και περιστασιακά, όμως η Suzuki δεν στοχεύει σε αυτό μόνο και μόνο επειδή βρήκε κάπου που το GSX-R δεν έχει ουσιαστικό αντίπαλο, αλλά επειδή από εκεί μέσα ξεπήδησαν τα Superbike της και εκεί μέσα, σε αυτό το πρωτάθλημα, γεννήθηκε και αυτή η μοτοσυκλέτα. Χωρίς το πρωτάθλημα Endurance το GSX-R δεν θα ήταν η πιο φιλική superbike και ίσως να μην είχε και τον πιο αξιόπιστο κινητήρα. Η αρχή έγινε με το αγωνιστικό πρωτότυπο του 1983 που έθεσε τις βάσεις και δίδαξε στην Suzuki όλα όσα πρέπει να κάνει για να κερδίζει στους αγώνες αντοχής. Η εμπειρία αυτή μετουσιώθηκε στο GSX-R750 το 1985, όταν γεννήθηκε και το MOTO, με την μοτοσυκλέτα του 1992 να κλέβει τις καρδιές μας, μέχρι το 2001 που ήρθε το πρώτο GSXR1000 και φυσικά λίγο αργότερα το θρυλικό K5, η μετέπειτα βάση και κατά ένα τρόπο και η αρχή της φετινής μοτοσυκλέτας. Από το 1983 έχει κερδίσει 21 τίτλους με τους 15 από αυτούς να τους φέρνει με το GSX-R1000, οπότε για να γιορτάζει τα 40 χρόνια και μάλιστα ετεροχρονισμένα, για να έχει κάτι περισσότερο να αποδείξει πέρα από το γεγονός πως μία μοτοσυκλέτα δεκαετίας μπορεί να είναι ακόμη επίκαιρη, σχεδίασε έναν κανονικό 6ωρο αγώνα αντοχής αντί μίας απλής οδηγικής παρουσίασης! Τι κάνει καλύτερα το GSX-R; Είναι το πιο αξιόπιστο Superbike, το πιο ξεκούραστο στην οδήγηση και το πιο εύκολο. Ωραία λοιπόν, κάντε τρεις ώρες καθαρής οδήγησης στην πίστα, για να μπορείτε να το επιβεβαιώσετε και να πως φτάσαμε στην μόλις δεύτερη οδηγική παρουσίαση με μορφή αγώνα τα τελευταία είκοσι χρόνια!

suzuki

Το αγωνιστικό GSX-R1000R που τρέχει στο πρωτάθλημα έχει τελείως διαφορετικά ηλεκτρονικά, αναρτήσεις, τροχούς, ακόμη και η καλωδίωση αλλάζει, όμως είναι το ίδιο πλαίσιο και ο ίδιος κινητήρας. Καμία άλλη Superbike δεν είναι τόσο κοντά σε μία αγωνιστική εργοστασιακή σε οποιοδήποτε πρωτάθλημα καθώς μόλις δέκα ίπποι χωρίζουν την έκδοση παραγωγής με τις αγωνιστικής μοτοσυκλέτες! Το νέο GSX-R αποδίδει 195 ίππους στις 13.200 στροφές με 11,2kg.m στις 11.000 στροφές με το εργοστασιακό αγωνιστικό να μην ξεπερνά τα 205 άλογα στον στρόφαλο. Εμείς βέβαια στην αρχή δεν θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ούτε τα μισά από αυτά, καθώς οι δύο πρώτες ενότητες εκμάθησής της πίστας γίνονται στο βρεγμένο. Ευτυχώς η Bridgestone ήταν εκεί ως αρωγός του αγώνα με τα αντίστοιχα βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά που μπορούν να υποστηρίξουν απίστευτα υψηλό ρυθμό οδήγησης. Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε σε παρουσιάσεις με τα συγκεκριμένα ελαστικά που η εμπειρία μαζί τους είναι κάτι το πρωτόγνωρο για όποιον δεν είχε ιδέα από αυτό που είναι ικανά να προσφέρουν. Σε κάθε γύρο ανακαλύπτεις πως το όριό τους είναι πολύ παραπάνω, μέχρι να ξεκλειδώσεις το δικό σου όριο για οδήγηση στη βροχή. Ακόμη και έτσι όμως, γνωρίζοντας πως το να ξύσεις γόνατο στην βρεγμένη πίστα είναι κάτι που μπορούν να σου προσφέρουν αυτά τα ελαστικά, η πρώτη ενότητα αγωνιστικής οδήγησης ήταν μία απότομη προσαρμογή με την πίστα να έχει μόλις στεγνώσει και να οδηγούμε πλέον με τα νέα Bridgestone RS12 για τα οποία θα ακολουθήσει ξεχωριστή παρουσίαση από την δοκιμή τους σε δύο διαφορετικές πίστες.

Suzuki

Έχουμε χωριστεί σε 6 διαφορετικές ομάδες των τριών αναβατών. Θα μοιραστούμε το BOX με το ιταλικό MOTO.it και το γαλλικό MOTO et Motards ενώ η εκκίνηση έγινε με τον παραδοσιακό τρόπο, τρέχοντας απέναντι από τις μοτοσυκλέτες! Κάθε ομάδα έχει team manager που καθορίζει τα διαστήματα αλλαγών και δύο μηχανικούς που αλλάζουν τακάκια, ελαστικά και βάζουν βενζίνη. Συζητώντας μαζί τους η δουλειά είναι εύκολη όπως λένε χαρακτηριστικά, γιατί το GSX-R δεν θα χρειαστεί τίποτα άλλο, δεν θα βγάλει κάποια περίεργη ένδειξη στα όργανα, δεν θα ζεσταθεί πολύ, δεν θα κομπιάσει. Βενζίνη, λάστιχα και τακάκια εμπρός, τίποτα άλλο έξι ώρες συνεχούς πορείας στην πίστα! Νικήτρια η ομάδα που έχει κάνει τα περισσότερα χιλιόμετρα μέσα στην πίστα που σημαίνει πως γυρνούσε ταχύτερα από όλους, κάνοντας περισσότερους γύρους αλλά επίσης πως ξεκουράστηκε λιγότερο και οι μηχανικοί δεν άφησαν περιθώριο, κάνοντας ταχύτερη προετοιμασία. Την αξία του GSX-R την κατάλαβα στο πρώτο μισάωρο που οι χρόνοι στο τέλος δεν είχαν τεράστια απόκλιση, αλλά πραγματικά το εκτίμησα λίγες ημέρες αργότερα, όταν στην ίδια πίστα οδηγούσα το δυνατότερο αλλά και βαρύτερο Norton Manx R. Όπως αναφέρω και σε εκείνες τις σελίδες, παρότι φτιάχτηκε για να είναι το φιλικότερο Superbike, στην πράξη κανένα δεν ξεπερνά το Suzuki στο πόσο ξεκούραστα οδηγείς γρήγορα. Αν η Suzuki μας έβαζε να κάνουμε 2-3 ενότητες οδήγησης στην πίστα, θα είχαμε να πούμε πως απλά ξανά ζέστανε το φαγητό και μας το σερβίρισε με την ευκαιρία των αλλαγών των προδιαγραφών και στις υπόλοιπες αγορές. Τώρα όμως έχουμε μία λαμπρότερη ιστορία αλλά και την τεκμηρίωση πως  μία μοτοσυκλέτα της κατηγορίας μπορεί να είναι και φιλική, αλλά και διασκεδαστική χωρίς να χρειάζεται την απολυτότητα και το υψηλό κόστος, στον δρόμο που χάραξαν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι.

GSX-R1000R

Πιο εντυπωσιακό για εμένα, ήταν πως τα ηλεκτρονικά δούλευαν άψογα σε επίπεδο άμεσης σύγκρισης με πολύ ακριβότερες μοτοσυκλέτες. Το γεγονός πως το ρυθμιζόμενο Traction Control επέτρεπε τις σούζες στην υψομετρική δεξιά ή στην έξοδο της τελευταίας στροφής, όταν ο Screamer κινητήρας έπιανε τις στροφές και άλλαζε ο χρονισμός ήταν η πρώτη αποκάλυψη. Αντί να κόβει άγαρμπα την τροφοδοσία σου επέτρεπε να κρατήσεις σταθερό το γκάζι σε μία συνεχή πολύ δυνατή επιτάχυνση. Θέμα επιλογής στο μεταξύ αν θα έμενες στο γκάζι στην έξοδο της στροφής με την υψομετρική διαφορά, σηκώνοντας σούζα ενώ είχες ακόμη μία μικρή κλίση. Η εξαιρετική γκαζιέρα με το προοδευτικό γκάζι σου επέτρεπε να επιλέξεις τι θα έκανε η μοτοσυκλέτα σε εκείνο το σημείο και τα ηλεκτρονικά απλά μείωναν το ρίσκο, δεν κάνουν την δουλειά για εσένα. Οι βαλβίδες εξαγωγής μεγάλωσαν λίγο, στα 25mm από 24 και επανασχεδιάστηκαν τα ενδιάμεσα κοκοράκια. Η ευστροφία ενισχύεται από ελάχιστα πιο ελαφρά έμβολα, κατά τρία γραμμάρια ενώ αυξήθηκε η συμπίεση όπως είπαμε από το 13,2:1 που ήταν πριν. Αντίστοιχα μεγάλωσε κατά 2 χιλιοστά η διάμετρος των κομβίων και για να εξυπηρετηθεί η ταχύτατη πλήρωση από τις νέες ανάγκες του ψεκασμού, τα σώματα έγιναν 48mm από 46. Πιο βασικό όμως είναι πως η εισαγωγή έχει έναν αυλό αντί δύο, με πιο κάθετη και σύντομη διαδρομή κάτι που επιταχύνει την ροή του μίγματος λίγο παρακάτω και βελτιώνει την καύση εξαιτίας της ταχύτερης πλήρωσης του θαλάμου. Suzuki και Kawasaki δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να καταλήγουν όλες αυτές οι αλλαγές σε ένα μπουρί σόμπας, όχι από Γαλλική συνοικία όμως, αλλά από γιδοκαλύβα αυτοσχέδια. Ευτυχώς το νέο GSX-R ξέφυγε της πρακτικής αυτής και το νέο τελικό είναι πολύ πιο μαζεμένο, τόσο οπτικά, όσο και ως πραγματικός όγκος.

suzuki

Το νέο GSX-R έχει και αεροδυναμικά βοηθήματα, τα μικρότερα από όλους όμως, εξαιρετικά ελαφριά και πολύ μπροστά τοποθετημένα. Παρόλο που είναι δίπλα στα φώτα δεν ξεχωρίζουν καθόλου και δεν αλλοιώνουν την εμφάνιση της μοτοσυκλέτας. Δουλεύουν μετά τα 100 χ.α.ω αλλά και χωρίς αυτά η μοτοσυκλέτα είναι εξαιρετικά σταθερή. Ζυγίζουν μόλις 53,6 γραμμάρια και προσφέρουν από εκείνη την ταχύτητα και πάνω, 8,4% αύξηση αντίσταση από τον αέρα. Μελετημένη επίσης η τοποθέτηση της IMU πίσω από την μονάδα του ABS, η οποία βρίσκεται κάτω ακριβώς από τον αναβάτη. Τοποθετώντας την IMU ελάχιστα εμπρός από τον πίσω άξονα, καθορίζεις τον ρυθμό με τον οποίο επεμβαίνει και αναγνωρίζει τις αλλαγές στην γεωμετρία της μοτοσυκλέτας. Κρίνοντας από το ξεκούραστο και προοδευτικό αποτέλεσμα, η Suzuki επέλεξε σωστά. Η μονάδα ABS είναι πιο σύγχρονη από εκείνη που είχε το 2017, ευτυχώς γιατί δεν το έχουν σε τίποτα να αφήσουν την ίδια αν είναι αποδεκτά καλή στις μέρες μας, δεν είναι όμως μοντέλο τελευταίας γενιάς. Κερδίζει από εκεί 51 γραμμάρια και μαζί κερδίζει ξεκούραστα φρένα σε ρυθμό Endurance με ένα δάχτυλο στην μανέτα από τα 260 στο τέλος της ευθείας. Μόνο από την αλλαγή μπαταρίας σε λιθίου, το νέο GSX-R έχει κερδίσει πάνω από δύο κιλά, 900 γραμμάρια ζυγίζει η νέα και 3,2 κιλά στο προηγούμενο μοντέλο.

suzuki

Εξαιρετικές ήταν οι αναρτήσεις στα σχεδόν 700 χιλιόμετρα που γράψαμε στην πίστα, την οποία είχαν ρυθμίσει στην μικρή της διαδρομή και θα έπρεπε να την είχαν αφήσει ολόκληρη. Διότι έτσι υπήρχαν έντονα σαμαράκια στην είσοδο της τρίτης στροφής που είναι ουσιαστικά ο συνδετικός κρίκος με την κανονική χάραξη. Έντονα σαμαράκια είχαν και τα φρένα της πρώτης στροφής, εκεί ακριβώς που εκτιμάς το πιρούνι και το ABS. Επί μία ολόκληρη ημέρα το GSX-R1000 έκοβε στα 150 μέτρα σχεδόν διακόσια χιλιόμετρα για την είσοδο στην πολύ κλειστή πρώτη στροφή, με την ίδια πάντα ευκολία, με την ίδια πάντα ακρίβεια. Κάναμε στο τέλος 8 γύρους λιγότερους από τους πρώτους, αλλά τα 2/3 της ομάδας χρειάστηκαν και μεγαλύτερο διάλειμμα, κόβοντας αρκετά λεπτά οδήγησης. Αυτό όμως δεν οφείλεται στο GSX-R, το ακριβώς αντίθετο. Το γεγονός πως έφτανε κανείς στο ηλιοβασίλεμα με τέτοιο απόθεμα, είναι το κέρδος για τον αναβάτη! Έπιασα τον εαυτό μου να χαλαρώνω στη σέλα του, να σκέφτομαι και κάτι άλλο εκτός από την επόμενη στροφή ή την έξοδο, χωρίς να χαθεί ο ρυθμός. Ο τετρακύλινδρος εν σειρά είναι από μόνος του ένας λόγος, δεν σε αφήνει ένας V4 το περιθώριο για κάτι τέτοιο, αλλά μόνο κατά ένα ποσοστό. Τα υπόλοιπα οφείλονται στο σύνολο του GSX-R που μπροστά σε ακριβότερα Superbike, ορισμένα από αυτά με σημαντικά μεγαλύτερη δύναμη, σου κλείνει το μάτι και σου λέει πως η οδήγηση στην πίστα μπορεί να είναι σβέλτη και ήρεμη ταυτόχρονα. Το έχουμε χάσει λίγο αυτό…

 

Εξοπλισμός αναβάτη:
Στολή: Bering
Κράνος: SHOEI
Μπότες: Sidi
Γάντια: Bering

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Μοντέλο:

GSX-R1000R 40th Anniversary Edition

 

Αντιπρόσωπος:

ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε.

Τιμή:

Από 20.995 ευρώ

Εγγύηση:

2 χρόνια

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

2.075

Ύψος (mm):

1145

Μεταξόνιο (mm):

1.420

Απόσταση από το έδαφος (mm):

130

Ύψος σέλας (mm):

825

Ίχνος (mm):

-

Γωνία κάστερ (˚):

-

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Αλουμινίου περιμετρικό

Πλάτος (mm):

705

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

- / 203

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Τετράχρονος, υγρόψυκτος τετρακύλινδρος με 2ΕΕΚ, 4 β/κ και σύστημα μεταβλητού χρονισμού βαλβίδων SR-VVT

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

76 x 55,1

Χωρητικότητα (cc):

999,8

Σχέση συμπίεσης:

13,8:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

195 / 13.200

Ροπή (kgm/rpm):

11 / 11.000

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

195,03

Τροφοδοσία:

RBW ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

4-2-1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος με υποβοήθηση

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα, γρανάζια

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ανεστραμμένο πιρούνι Showa BFF με επίστρωση DLC

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

120//43

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17 M/C x MT 3.50

Ελαστικό:

120/70ZR17 M/C (58W)

ΦΡΕΝΟ

Διπλοί πλευστοί δίσκοι 320 mm με μονόμπλοκ ακτινικές δαγκάνες BREMBO με έμβολα 32 mm

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Αμορτισέρ Showa BFF

Διαδρομή (mm):

135

Ρυθμίσεις:

Πλήρεις

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

17 M/C x MT 6.00

Ελαστικό:

190/55ZR17 M/C (75W)

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 220 mm με πλευστή δαγκάνα δύο εμβόλων Brembo και Cornering ABS

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Απλή οθόνη με ενδείξεις για στροφόμετρο, ταχύμετρο, επιλεγμένης σχέσης, αυτονομία, θερμοκρασία λειτουργίας, περιβάλλοντος, μέση και στιγμιαία κατανάλωση, ρολόι και πλήρεις ενδεικτικές λυχνίες. Full LED φώτα, Riding Modes με τρεις χαρτογραφήσεις κινητήρα ρυθμιζόμενο traction control 7 σε 1 με cornering χαρακτηριστικά, ρυθμιζόμενο ABS με cornering χαρακτηριστικά, quickshifter δύο κατευθύνσεων, χρονόμετρο γύρων, περιοριστής ταχύτητας Pit Limiter, αεροδυναμικά βοηθήματα, μπαταρία ιόντων λιθίου.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

16 / -