Ducati 1299 Superleggera – η επίσημη παρουσίαση (Video)

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

7/11/2016

"Fortitudo mea in levitate", ή στα ελληνικά, "η δύναμή μου είναι η ελαφρότητά μου", είναι ένα από τα σλόγκαν της Ducati για την νέα Superleggera. Mε το ίδιο όνομα είχε παρουσιάσει ένα γλυπτό, αφαιρετικό Panigale από μάρμαρο της Carrara, το ίδιο που αγαπούσε και ο Μιχαήλ Άγγελος να δουλεύει. Mε το racing kit (και σιγά μην υπάρξει ιδιοκτήτης του που να μην το βάλει...) είναι 162 κιλά, ενώ με την νόμιμη εξάτμιση, τους καθρέφτες και την βάση της πινακίδας, 167 κιλά για την Ευρώπη και 165 για τις ΗΠΑ. Σε συνδυασμό με την ιπποδύναμη των 220HP που βγαίνει με την εξάτμιση του κιτ – ίδια με του Chaz Davies – η αναλογία ίππων ανά κιλό φτάνει το 1,36. Η πιο δυνατή δικύλινδρη που έχει φτιαχτεί ποτέ, κι όπως δήλωσε ο Domenicali, "...και θα παραμείνει η πιο δυνατή για πολλά χρόνια!". Επιπλέον, η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής με πλαίσιο carbon fiber, που ζυγίζει μόνο 2,6 κιλά, κερδίζοντας 1.700gr σε σχέση με το αντίστοιχο αλουμινένιο εξάρτημα. Και λέμε εξάρτημα, γιατί έτσι κι αλλιώς το Panigale δεν έχει πλήρες πλαίσιο, αλλά ένα κομμάτι που συνδέει το λαιμό του πιρουνιού με τον κινητήρα. Το επίσης carbon υποπλαίσιο ζυγίζει μόλις 900gr, ενώ το ψαλίδι 4,1kg (μείον 900gr σε σχέση με το αλουμινένιο). Carbon fiber είναι και ολόκληρο το κουστούμι της. Πιο ελαφριές είναι και οι αναρτήσεις της Ohlins, τόσο το πιρούνι FL936 όσο και το αμορτισέρ ΤΤΧ36 με το ελατήριο τιτανίου.


"Είναι το απόγειο της διαθέσιμης τεχνολογίας", δήλωσε ο Domenicali, "ό,τι πιο προηγμένο υπάρχει αυτή τη στιγμή. Για παράδειγμα, τα ηλεκτρονικά της είναι καλύτερα από τα σημερινά των MotoGP, κι είναι βασισμένα σε αυτά που μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε μέχρι πέρυσι. Η Superleggera διαθέτει δύο αδρανειακές μονάδες (IMU), κι έτσι μπορεί να αξιοποιήσει τα ηλεκτρονικά της περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μοτοσυκλέτα. Για παράδειγμα, το Advanced Slide Control επιτρέπει στον αναβάτη να σπινάρει και να πλαγιολισθαίνει κατά βούληση, ενώ το Cornering ABS μπορεί να λειτουργεί και σε πολύ μεγαλύτερες κλίσεις απ’ ότι ήταν δυνατόν μέχρι σήμερα σε μοτοσυκλέτες παραγωγής. Κάθε εξάρτημα της νέας Superleggera μας πάει σε νέα πεδία τεχνολογίας, απρόσιτα ως τώρα. Από τα πιστόνια των 116mm με τα δύο ελατήρια ως την τελευταία λεπτομέρεια, τα πάντα πάνω της είναι φτιαγμένα με την ίδια ακρίβεια και την ίδια προσοχή όπως και στις εργοστασιακές μας superbike."


Με 215ΗΡ στις 11.000 και 14,9kgm στις 9.000, συν το racing kit που ανεβάζει 5 ίππους, ο τυχερός ιδιοκτήτης θα έχει την ευκαιρία να παραγγείλει και φόρμα στα μέτρα του και στα χρώματα που προτιμάει, αλλά και να βρεθεί στην πίστα (πιθανώς στην Monza) με την Superleggera του, και να οδηγήσει όχι μόνο την δική του, αλλά και τις factory superbike της Ducati, παρέα με όλη την εργοστασιακή ομάδα. Με τα έξοδα της πίστας πληρωμένα από την Ducati φυσικά, ως ένα μικρό δωράκι για τους πιστούς της πελάτες που διέθεσαν 80.000 ευρώ για κάθε μία από τις 500 Superleggera που θα παραχθούν.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.