Ducati Monster 1200 / S 2017

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

7/11/2016

Τα Monster για την Ducati είναι ένα ορόσημο, καθώς ήταν η μοτοσυκλέτα που την αναγέννησε την Ducati το 1992 με το πρώτο Monster 900. Είναι όμως και ένα σημείο αναφοράς γενικότερα για την μοτοσυκλέτα καθώς το ιδιαίτερο σχήμα του το έκανε ως μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές, ακόμη κι αν κάποιος δεν διάβαζε ο λογότυπό του στο ρεζερβουάρ.
Για το 2017, η Ducati αποφάσισε να επιστρέψει όσο πιο κοντά γίνεται στην φιλοσοφία και το concept εκείνων των πρώτων Monster με δύο νέες εκδόσεις των Monster 1200 και 1200S. Οι αλλαγές στις δύο αυτές εκδόσεις είναι τόσες πολλές που ουσιαστικά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για εντελώς νέα μοντέλα, με βασικό άξονα σχεδίασης τις μικρές συνολικά διαστάσεις, κάτι που όπως παραδέχτηκε κι ο ίδιος ο CEO της Ducati Claudio Domenicali, δεν ήταν το χαρακτηριστικό των Monster 1200 μέχρι τώρα.
Αυτή η επιστροφή στο αρχικό concept είναι διάχυτη παντού, ακόμη και σε λεπτομέρειες όπως το κλιπ με το οποίο κουμπώνει το ρεζερβουάρ στο πλαίσιο, ακριβώς όπως συνέβαινε στο πρώτο Monster 900. Από εκεί και πέρα, τα πάντα έχουν σχεδιαστεί από την αρχή, όπως ο προβολέας που έχει νέο σχήμα και Led φώτα ημέρας (που φιλοδοξούν να κάνουν αναγνωρίσιμη την όψη του νέου Monster από μακριά), το ρεζερβουάρ και η σέλα που έχουν πιο κοντές διαστάσεις μικραίνοντας σημαντικά την σιλουέτα της μοτοσυκλέτας. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει από κοντά είναι η απίστευτη ποιότητα της βαφής, το liquid concrete (υγρό τσιμέντο) που πραγματικά είναι μοναδική και πρωτόγνωρη για τα μέχρι σήμερα δεδομένα των μοτοσυκλετών.


Η οθόνη των οργάνων είναι κι αυτή εντελώς καινούργια, έγχρωμη, τεχνολογίας TFT, πλήρης ενδείξεων αφού πλέον διαθέτει πληροφορίες που απουσίαζαν από τα προηγούμενα Monster όπως η επιλεγμένη σχέση στο κιβώτιο και η στάθμη του καυσίμου.
Ο κινητήρας αποδίδει τώρα 150 ίππους, 15 ίππους παραπάνω από την προηγούμενη απλή έκδοση και 5 πάνω από το "S", ενώ η ροπή του ανέρχεται στα 12,9 χιλιογραμμόμετρα. Το σημαντικό όμως είναι πως, σύμφωνα με την Ducati πάντα, από τις 3.000 στροφές μέχρι και τις 10.000 υπάρχουν διαθέσιμα πάνω από 10 χιλιογραμμόμετρα σε ένα μεγάλο εύρος ωφέλιμης ροπής.
Το πλαίσιο δεν έχει αλλαγές –πέρα από το γεγονός ότι οι βάσεις για τα μαρσπιέ του συνεπιβάτη είναι ξεχωριστές από του αναβάτη και βιδωτές- σε αντίθεση με το μονόμπρατσο ψαλίδι που σχεδιάστηκε από την αρχή, το οποίο μάλιστα δίνει και 26mm κοντύτερο μεταξόνιο, προσθέτοντας πιο σπορ γεωμετρικά χαρακτηριστικά. Οι αναρτήσεις της έκδοσης "S" θα προέρχονται από την Ohlins, ενώ τα φρένα είναι ό,τι καλύτερο –και πιο ακριβό- διατίθεται για μοτοσυκλέτα παραγωγής, με το πακέτο των Μ50 ακτινικών δαγκανών της Brembo που συνδυάζονται με δίσκος 330mm μπροστά. Νέοι θα είναι επίσης και οι τροχοί με μπράτσα σε σχήμα "Υ".


Τα Monster 1200 και 12000S του 2017 θα έχουν και αναβαθμισμένο πλήρως τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους, καθώς θα διαθέτουν το DSP (Ducati Safety Pack) με cornering ABS, το οποίο θα συνδυάζεται με την IMU μονάδα στον στάνταρ εξοπλισμό, εκεί όπου θα ανήκει πλέον και το quickshifter (τόσο για τα ανεβάσματα όσο και για τα κατεβάσματα), κάτι που γίνεται για πρώτη φορά στην οικογένεια των Monster. Η έκδοση "S" θα είναι διαθέσιμη σε γκρι και κόκκινο χρώμα, ενώ η απλή έκδοση θα διατίθεται μόνο σε κόκκινο.

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.