MotoE Cup: Παραπαίει ο θεσμός

Ακυρώθηκε και ο αγώνας του Le Mans
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

19/3/2019

Όπως είχατε διαβάσει και πριν από λίγες μέρες, η φωτιά που ξέσπασε στα πιτς της Jerez –και πιο συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις για το κύπελλο των ηλεκτρικών μοτοσυκλετών της MotoE κατηγορίας- οδήγησε στην ακύρωση της διοργάνωσης του πρώτου αγώνα στην ίδια πίστα, ενώ λίγο αργότερα εκδόθηκε και δελτίο τύπου από την FIM, το οποίο έκανε λόγο για πραγματοποίηση τελικά του θεσμού, αλλά σε διαφορετικές ημερομηνίες.
Το τι προκάλεσε την φωτιά είναι ακόμη υπό διερεύνηση από το τοπικό αστυνομικό τμήμα, αλλά σύμφωνα με την Dorna η φωτιά οφείλεται σε κάποιο βραχυκύκλωμα, για το οποίο δεν έχουν βρεθεί ακόμη τα αίτια. Ο σπινθήρας του βραχυκυκλώματος έκανε τις μπαταρίες του φορτιστή να πάρουν φωτιά, ενώ οι μοτοσυκλέτες δεν ήταν συνδεδεμένες σε αυτόν. Παρ' όλα αυτά και οι 18 μοτοσυκλέτες, μαζί με τον εξοπλισμό των ομάδων καταστράφηκαν, με αποτέλεσμα οι τεχνικοί και οι ομάδες να οδηγηθούν σε έναν αγώνα δρόμου προκειμένου να ξεκινήσουν οι αγώνες το συντομότερο δυνατό.
Σήμερα όμως οι διοργανωτές ενημέρωσαν πως μετά τον αγώνα της Jerez που ήταν προγραμματισμένος για τις 5 Μαΐου,  ακυρώνεται και ο αγώνας του Le Mans, που αποτελούσε το δεύτερο event στο αγωνιστικό ημερολόγιο της MotoE για τις 19 Μαΐου. Πλέον, βάσει του αρχικού προγραμματισμού, οι εναπομείναντες αγώνες είναι στο Sachsenrin στις 7 Ιουλίου, στο Red Bull Ron στις 11 Αυγούστου και στο Misano στις 15 Σεπτεμβρίου. Προφανώς οι διοργανωτές να κοιτούν τώρα και άλλες ημερομηνίες και άλλες πίστες που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τους αγώνες της MotoE, με τέσσερις πιθανές επιλογές: Το Assem, το Brno, το Silverstone και την Aragon. Όπως και να έχει όμως, η εκκίνηση της κατηγορίας δεν πρόκειται να γίνει πριν τον Ιούνιο.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.