100 εκατομμύρια Honda Super Cub!

Η Hοnda γιορτάζει το ορόσημο
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

19/10/2017

Μόλις πριν από λίγο, η Honda ανακοίνωσε ότι η παραγωγή της παγκοσμίως για το Super Cub, το γνωστό μας παπί –για τις καινούργες εκδόσεις του 2018 μπορείτε να διαβάσετε εδώ- έφτασε τα 100.000.000 μονάδες! Για να εορτασθεί το γεγονός, οργανώθηκε μια ιδιαίτερη τελετή στην οποία έδωσε το παρών και ο Πρόεδρος και CEO της Honda Takahiro Hachigo, στο εργοστάσιο στο Kumamoto, εκεί δηλαδή που είναι και η γραμμές παραγωγής του Super Cub.

Η μαζική παραγωγή της πρώτης γενιάς των παπιών C100, ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1958 στο εργοστάσιο του Yamato, βόρεια του Τόκιο. Η άμεση εμπορική του επιτυχία οφείλεται σε πολλούς και διάφορους λόγους, σύμφωνα πάντα με την Honda, όπως η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητά του, καθώς και οι επιδόσεις του τετράχρονου κινητήρα των 50cc (μια επιλογή κόντρα στο ρεύμα της εποχής που ήθελε τους δίχρονους κινητήρες), αλλά και η μοναδική –και διαχρονική θα συμπληρώναμε εμείς- σχεδίασή του: το χαμηλό πλαίσιο μονής ραχοκοκαλιάς, ο φυγοκεντρικός συμπλέκτης με το ημιαυτόματο κιβώτιο και η μεγάλη ποδιά που προστάτευε τα πόδια.

Το πρώτο C50 του 1966

 

Όλα αυτά τα χρόνια, το παπί πέρασε από διάφορα στάδια μετεξέλιξης και βελτιώσεων, αλλά η βασική δομή παρέμεινε ίδια με της πρώτης γενιάς των Super Cub. Ο ρόλος του και η σημαντικότητα ως μοντέλο, επιβεβαιώθηκε μάλιστα το 2014, ως το πρώτο όχημα που αποτελεί ένα τρισδιάστατο σήμα κατατεθέν στην Ιαπωνία.

Σήμερα, η Honda παράγει την οικογένεια των παπιών σε 16 εργοστάσια που βρίσκονται σε 15 διαφορετικές χώρες σε όλο τον κόσμο, ενώ έχει πουληθεί σε πάνω από 160 χώρες! Κατά τη διάρκεια της τελετής, ο πρόεδρος της Honda είπε πως "το Super Cub που δημιουργήθηκε στην Ιαπωνία, εμπεριέχει το πάθος της Honda στο να υπηρετεί τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, διευρύνοντας τις προοπτικές τους μέσω της δημιουργίας μοναδικών προϊόντων που βάζουν πάνω απ' όλα τον πελάτη. Ως αποτέλεσμα, η οικογένεια των Super Cub προσφέρει τις υπηρεσίες της εδώ και πάρα πολλά χρόνια σε όλο τον κόσμο, φτάνοντας τις 100 εκατομμύρια μονάδες. Η Honda θα συνεχίσει να πρωτοστατεί στις αλλαγές και την εξέλιξη που φέρνει η νέα εποχή, προσφέροντας προϊόντα που θα ξεπερνούν τις προσδοκίες των πελατών μας."

Το C110 που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2012

 

Τα ορόσημα των Super Cub

1958 Ξεκινά η πώληση των C100, με τον αερόψυκτο, μονοκύλινδρο κινητήρα των 49cc, με βαλβίδες επικεφαλής και ισχύ 4,5 ίππων

1959 Αρχίζει η εξαγωγή του στις Η.Π.Α.

1961 Η παγκόσμια παραγωγή των Super Cub φτάνει το ένα εκατομμύριο. Ξεκινά για πρώτη φορά η παραγωγή τους και σε εργοστάσιο εκτός Ιαπωνίας, στην Ταϊβάν

1964 Ξεκινούν οι πωλήσεις του Super Cub C65, του πρώτου παπιού με επικεφαλής εκκεντροφόρο

1966 Αρχίζει η πώληση του C50

1967 Η παραγωγή των παπιών παγκοσμίως φτάνει το ορόσημο των πέντε εκατομμυρίων μονάδων

1974 Μέσα σε εφτά χρόνια η παραγωγή των Super Cub διπλασιάζεται και φτάνει τα 10.000.000

1983 Ξεκινά η πώληση των Super Cub 50 Super Custom. Την ίδια χρονιά επιτυγχάνεται και κατανάλωση 0,5lt/100km με σταθερή ταχύτητα 30km/h!

1988 Αρχίζει η πώληση του Press Cub

1992 Η παγκόσμια παραγωγή φτάνει στο ορόσημο των 20 εκατομμυρίων μονάδων

1997 Ξεκινά η πώληση του Little Cub

2005 Άλλο ένα ορόσημο για την παραγωγή των παπιών που φτάνει τα 50 εκατομμύρια

2007 Ο ηλεκτρονικά ελεγχόμενος ψεκασμός της Honda PGM-FI, τοποθετείται στα Super Cub 50, Press Cub 50 και Little Cub

2008 Τον Απρίλιο αυτής της χρονιάς, οι πωλήσεις των παπιών παγκοσμίως φτάνουν τα 60 εκατομμύρια, την επέτειο των 50 χρόνων από την γέννηση του πρώτου Super Cub

2009 Ξεκινούν οι πωλήσεις των Super Cub 110 και Super Cub 110 pro

2013 Ξεκινά η πώληση του Cross Cub

2014 Το σχήμα του Super Cub γίνεται το πρώτο όχημα που αποκτά τρισδιάστατο σήμα κατατεθέν στην Ιαπωνία. Παράλληλα η παγκόσμια παραγωγή μοτοσυκλετών της Honda φτάνει στο νούμερο των 300 εκατομμυρίων!

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.