Adidas με σόλα από ελαστικό μοτοσυκλέτας

Αποκλειστικό: Μέσα σε δύο χρόνια στα καταστήματα
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

5/4/2017

Κάθε μεγάλος κατασκευαστής ελαστικών, διατηρεί ξεχωριστή επιστημονική ομάδα με Χημικούς και Φυσικούς, μέσα στο δικό του τμήμα έρευνας και εξέλιξης, που δοκιμάζει συνέχεια νέες γόμες και εξελίσσει τις ιδιότητες, χωρίς να δουλεύουν σε συγκεκριμένο ελαστικό. Τουλάχιστον αυτή είναι η περίπτωση –επιβεβαιωμένη με τα μάτια μας- σε Continental, Michelin, Dunlop και Pirelli. Ισχύει και για τους υπόλοιπους, απλά για τους παραπάνω το γνωρίζουμε από πρώτο χέρι. Σκοπός τους είναι να κάνουν συνέχεια μικρά βήματα προς τα εμπρός για την πρόσφυση και τις ιδιότητες της γόμας σε αντοχή και διάρκεια ζωής, να δοκιμάζουν συνταγές όπως τις ονομάζουν, πάνω στις οποίες το υπόλοιπο τμήμα έρευνας και εξέλιξης θα αναπτύξει το επόμενο ελαστικό της εταιρίας. Κάποτε η διαδικασία αυτή γινόταν για κάθε ένα ελαστικό ξεχωριστά και χρειαζόταν από 20 με 25 συνταγές, μέχρι και 45-50 πριν καταλήξουν στην τελική. Τώρα - όπως θα ξέρουν οι τακτικοί αναγνώστες του MOTO - η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ και μάλιστα προχωρά με μεγαλύτερα βήματα, με βασική αιτία την δημιουργία ειδικών προσομοιώσεων και υπολογιστικών μοντέλων, που επιταχύνουν τις διαδικασίες. Οπότε ομάδες μέσα στις εταιρίες εργάζονται στις ιδιότητες μίγματος για την γόμα, εφευρίσκοντας, όσο άλλη ομάδα αποφασίζει τι θα χρησιμοποιήσει με βάση το ελαστικό που σκοπεύει να φτιάξει.

Η ομάδα της Continental ενισχύεται από το γεγονός ότι ανήκει σ’ έναν κολοσσό με πολλαπλά τμήματα Έρευνας και Εξέλιξης, ενώ επιπρόσθετα εδρεύει σε μία χώρα που συνδέει άμεσα την πανεπιστημιακή έρευνα με τα αντίστοιχα τμήματα των εταιριών. Μέσα από όλα αυτά τα κανάλια, συχνά προκύπτουν συνεργασίες εταιριών που μέχρι τότε δεν είχαν κάποια άλλη επαφή και επικοινωνία. Έτσι κατέληξε η Adidas να ζητά την συνδρομή της Continental.

Προσέγγισαν την ομάδα που ερευνά τις γόμες των ελαστικών μοτοσυκλέτας, με την σκέψη να φτιάξουν ένα αθλητικό παπούτσι με πολύ καλή πρόσφυση σε βρεγμένο οδόστρωμα. Η ιδέα ήταν να εξελίξει η Continental μία ειδική γόμα που θα την προμηθεύει στην Adidas και μάλιστα να ασχοληθεί και με την χάραξή της. Οι πρώτες πρακτικές δοκιμές σε παπούτσι, που έκανε η Adidas, ήταν ότι το προϊόν δεν θα μπορούσε να το διαθέσει στην αγορά. Γιατί υπήρχε τρομακτική πρόσφυση! Η Adidas εξήγησε ότι όλες οι μεγάλες εταιρίες αθλητικών παπουτσιών, γνωρίζουν πως πρέπει να διασφαλίζουν ένα ποσοστό περιστροφικής ελευθερίας, ή καλύτερα “rotational freedom” αφού ο αγγλικός όρος είναι πιο περιεκτικός. Η μεγάλη πρόσφυση μπορεί να επιφέρει τραυματισμούς σε αστραγάλους αλλά και γόνατα.

Όπως εξηγεί ο Gerd Manz, Senior Innovation Director της Adidas, τελικά κατέληξαν να αλλάζουν τον χαρακτήρα του παπουτσιού, ετοιμάζοντας ένα καινούριο με έμφαση στο τρέξιμο εκτός δρόμου. Την σόλα θα την κατασκευάζει η Continental και η Adidas υπόσχεται ότι δεν θα μπορείς να ανεβαίνεις σε τοίχους, όπως το πρωτότυπο, κι αυτό είναι καλό για το πόδι σου. Με την σόλα να προέρχεται από κατασκευαστή ελαστικών μοτοσυκλέτας, η Adidas θα υπόσχεται όταν το βγάλει στην αγορά, μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, μικρό βάρος και αυξημένη άνεση και απόσβεση.

Αυτό που ρωτήσαμε τον άνθρωπο της Continental, μισό για αστείο – μισό ως σοβαρή απορία, είναι αν η ιδέα προήλθε από την πρακτική που ακολουθείται σε χώρες της Αφρικής αλλά και της Ασίας, να κατασκευάζονται αυτοσχέδια παπούτσια από φθαρμένα ελαστικά αυτοκινήτων. Μάλιστα στην περίπτωση της Ινδονησίας, βασικού προμηθευτή του καουτσουκ και για την Continetal κατά σύμπτωση, υπάρχουν και κανονικές εταιρίες που αναδιαμορφώνουν τα μεταχειρισμένα ελαστικά, σε σαγιονάρες! Η απάντηση είναι ότι η προσέγγιση έγινε μέσα από την αναζήτηση για την καλύτερη πρόσφυση, σε συνδυασμό με το μικρό βάρος και την μεγάλη αντοχή. Τώρα αν η αρχική σύλληψη της ιδέας προήλθε από μία τέτοια εικόνα, ήταν κάτι που δεν το ήξερε. Επανέλαβε όμως ότι το αρχικό πρωτότυπο είχε πολύ μεγαλύτερη πρόσφυση, από αυτό που θα έπρεπε!

Σε λίγο καιρό λοιπόν, θα μπορεί κάποιος να φορά Continental με την μεταφορική, αλλά και με την κυριολεκτική έννοια…

 

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.