Αφιέρωμα Andrea Merloni: Ο άνθρωπος που ανέστησε την Benelli!

Ένας ασυμβίβαστος, ρομαντικός και αποτελεσματικός νέος
2/12/2020

Πολλοί έχουν γράψει για τον Ιvano Beggio της Aprilia, ακόμη περισσότεροι για τον Claudio Castiglioni του Cagiva/MV Agusta Group. Aλλά ποιος θυμάται τον Andrea Merloni; Αυτό τον τρελό εικοσιοκτάχρονο Ιταλό, που βάλθηκε να τα βάλει με τα θηρία της παγκόσμιας βιομηχανίας. Μπορεί το πέρασμα του από τον κόσμο της μοτοσυκλέτας να ήταν σύντομο, αλλά το σημάδι που άφησε απεδείχθη ανεξίτηλο.

Με την έλευση της δεκαετίας του 1990, ο ιταλικός κόσμος της μοτοσυκλέτας φάνταζε σεληνιασμένος. H ανέλιξη της Ducati με την καθολική υπεροχή της στους αγώνες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος των Superbike καθώς και η συνεχής βελτίωση της Cagiva στα GP 500, χάρισε ένα αίσθημα αισιοδοξίας στους Ιταλούς που στις προηγούμενες δύο δεκαετίες παρέπαιαν με αραιές αναλαμπές δόξας (βλέπε νίκη του Mike Hailwood με Ducati στο Isle of Man, νίκη της Moto Guzzi στο AMA Superbike κλπ) που λειτουργούσαν περισσότερο σαν δικαιολογία ύπαρξης παρά σαν μήνυμα ακμαιότητας.

Το Ducati 916 του Fogarty και το Cagiva του Εddie Lawson έκανε τους Ιταλούς να πιστέψουν ότι ο Ιαπωνικός ανταγωνισμός δεν ήταν τελικά όσο άτρωτος νόμιζαν ότι ήταν. Τα κατορθώματα του Cagiva Group (ιδιοκτήτες της Ducati) των αδελφών Castiglioni σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας, ενέπνευσε στα μέσα της δεκατίας του 1990 μια σειρά από πλούσιους Ιταλούς, να επαναλάβουν το παράδειγμα των Castiglioni. 

Έτσι, έχουμε τον Δόκτωρ Francesco Tognon που εξαγόρασε την Laverda (1993), τον Roberto Ziletti που εξαγόρασε δικαιώματα του ονόματος της Μοndial (1999), τους ίδιους τους Αφους Castiglioni που εξαγόρασαν τα δικαιώματα της MV Agusta (1992) και τέλος τον “πιτσιρικά” της παρέας, Andrea Merloni να εξαγοράζει την Benelli.

Χάρη στις ενέργειες του Andrea Merloni ο θρυλικός κατασκευαστής του Pesaro υπάρχει ακόμα

 

Με δυνατό background

Χωρίς να το γνωρίζετε, λίγο από Merloni, έχουμε οι περισσότεροι από εμάς μέσα στα σπίτια μας, γιατί ήταν η οικογένεια που ίδρυσε την εταιρεία ηλεκτρικών συσκευών Indesit - Ariston. Πιο συγκεκριμένα ο παππούς του Αndrea, Aristides Merloni ήταν ο ιδρυτής της εταιρείας στo χωριό Albacina στην περιοχή της Marche, στην Αδριατική. O πατέρας του Andrea, Vittorio Merloni ήταν υπεύθυνος για την γιγάντωση της εταιρείας και την ραγδαία αύξηση του πλούτου της οικογενείας. Θέλοντας να δώσει την ευκαιρία στα παιδιά του να εξελιχθούν και αυτά στην επιχειρηματικότητα, τ’άφησε -ορθώς- να επιλέξουν τον τομέα του επιχειρείν. Ο Andrea, δεν χρειάζοταν να το διπλοσκεφτεί, ήθελε να ασχοληθεί ξεκάθαρα με τις μοτοσυκλέτες. Ο ίδιος μεταξύ 1989 με 1992 αγωνιζόταν σε ασφάλτινους αγώνες αλλά και σε πίστες motocross, αλλά έπειτα από ένα ατύχημα, ξεκίνησε την δικιά του αγωνιστική ομάδα - Team Gattolone Racing - της οποίας το ημιεργοστασιακό Ducati 916, θα ήταν το πρώτο superbike στην ιστορία του θεσμού που θα έσπαγε το φράγμα των 300 χλμ/ώρα τελικής ταχύτητας στην πίστα του Ηockenhein το 1996. 

Στα τέλη του 1995, ο νεαρός Andrea θα παρουσίασει το business plan μπροστά στο πατέρα του και το διοικητικό του συμβούλιο το οποίο πρότεινε την εξαγορά των δικαιωμάτων του ονόματος της Benelli και την εξέλιξη και παραγωγή μιας εξωολοκλήρου νέας γκάμας μοντέλων. Ο ύστατος στόχος, η εξέλιξη ενός επαναστικού νέου superbike και την συμμετοχή του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike. Τώρα ευλόγως θα με ρωτήσετε γιατί την Benelli και όχι κάποια άλλη εταιρεία; Η Benelli είχε την ιστορία, το αγωνιστικό pedigree, ήταν διαθέσιμη προς πώληση, αλλά πρωτίστως είχε την έδρα της στο Pesaro, στην περιοχή της Marche, γενέτειρα των Merloni.

Όπως προανέφερα, οι Ιταλοί ήταν σεληνιασμένοι στην δεκαετία του 1990-αρχές 2000. Μετά την παρουσίαση του Ducati 916, υπήρξε ένας άτυπος "εθνικός διαγωνισμός" για το ποιος θα δημιουργήσει το πιο όμορφο και εντυπωσιακό superbike της αγοράς (βλέπε MV Agusta F4, Mondial Piega, Moto Guzzi MGS-01, Bimota SB8K, Laverda SFC 1000). 

O Andrea είχε μεγαλεπίβολα σχέδια για την Benelli και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση δανεικoύς κινητήρες, όπως στην περίπτωση της Mondial (Honda VTR SP1) και της Bimota (Suzuki TL 10000). Συνεπώς επέλεξε την πιο δύσκολη οδό για κάποιον που έπρεπε να αρχίσει τα πάντα από την αρχή, αφού στα χέρια του είχε μόνο τους τίτλους ιδιοκτησίας του ονόματος Benelli. Γι αυτό και προσέλαβε τον πρώην Τεχνικό Διευθυντή του Cagiva Group, εν ονόματι Riccardo Rosa, ένα άνθρωπο μ’ ένα από τα πιο εντυπωσιακά βιογραφικά (Alfa Romeo, Ferrari, Fondmetal F1, Cagiva Group, Terra Modena) στην Ιταλική βιομηχανία. 

O Rosa σχεδίασε για λογαριασμό της Benelli, έναν υδρόψυκτο τρικύλινδρο κινητήρα 898 κυβ εκ (88 Χ 49.2 χιλ) με 6-τάχυτο κιβώτιο τύπου κασσέτας. Τα πρώτα σχέδια ήταν έτοιμα το 1998. Η επιλογή των 900cc δεν ήταν τυχαία καθώς θα επέτρεπαν στο μέλλον την Benelli να συμμετάσχει στο πρωτάθλημα superbike. 

Για το σχεδιασμό του νέου superbike προσελήφθη ο Βρετανός Adrian Morton, που είχε μόλις αφήσει το Cagiva Group σε αναζήτηση μιας εταιρείας που θα του προσέφερε περισσότερη σχεδιαστική ελευθερία και νέες προκλήσεις. Ο Merloni του προσέφερε ακριβώς αυτό: Ένα πλήρως "φρέσκο" και ελεύθερο περιβάλλον στο όποιο θα μπορούσε να αναπτύξει τις ιδέες του. Σημειωτέον ότι ο Morton ήταν μόλις 26 χρονών και θα αναλάμβανε εξ’ολοκλήρου μόνος το σχεδιασμό του νέου superbike! Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να δημιουργήσει μέσα σε μόλις 12 εβδομάδες (!) το πρώτο πρωτότυπο ενός από τα πιο εντυπωσιακά σχέδια (αν όχι το πιο εντυπωσιακό) της περιόδου. 

Ο Merloni άλλωστε δεν ήθελε να συμβιβαστεί με την κατασκευή ενός απλού superbike. ‘Ηθελε ΤΟ SUPERBIKE, μια μοτοσυκλέτα που ήταν ένα βήμα πιο πέρα τεχνολογικά από τα νικηφόρα 916 και το υπό εξέλιξη F4 (που ο Riccardo Rosa ήταν μέρος της εξέλιξης του μέχρι να μετακομίσει στην Benelli). Ήθελε να δείξει σε όλον το μοτοσυκλετιστικό κόσμο ότι η Ιταλία, ζούσε, ανέπνεε και ήταν η πηγή -το κέντρο- των πιο όμορφων και τεχνολογικά προηγμένων μοτοσυκλετών.

Το Βenelli Tornado ήταν αν μη τι άλλο πανέμορφο και επαναστατικό

 

Αντίθετα με τους ανταγωνιστές που διάλεξαν πιο συμβατικές λύσεις, το Benelli Tornado Tre Novecento εφάρμοσε τολμηρές και καινοτόμες λύσεις, προϊόντα του ιδιοφυούς Rosa. Το πλαίσιο, παραδείγματος χάριν, ήταν μια μίξη χυτού αλουμίνιου στο σημείο έδρασης ψαλιδιού-κινητήρα με σωλήνες από χρωμολυβδένιο ατσάλι που ήταν ενωμένοι με αεροπορικού τύπου κόλλας. Αλλά το πιο επιφανές χαρακτηριστικό του Tornado ήταν η διάταξη του συστήματος ψύξης. Το ψυγείο ήταν τοποθετημένο κάτω από την σέλα με δύο βεντιλατερ τοποθετημένα σε πλήρη θέα στην ουρά (ο Morton μάλιστα φρόντισε να τα τονίσει με κίτρινο χρώμα για να είσαι σίγουρος γι αυτό που βλέπεις!). Ο αέρας ερχόταν από το μπροστινό τμήμα της μοτοσυκλέτας μέσω δύο αεραγωγών, κρυμμένοι διακριτικά δεξιά και αριστερά κάτω από τα fairing.

Η χαρακτηριστική ουρά με τα βεντιλατερ

 

Η διάταξη του ψυγείου σίγουρα τυχαία δεν ήταν. Μιλάμε για τον Riccardo Rosa εδώ που τα λέμε. Με αυτήν την διάταξη υπήρχαν τρία πλεονεκτήματα:

  • Ο κινητήρας μπορούσε να τοποθετηθεί πιο μπροστά στο πλαίσιο για βελτιωμένη πρόσφιση στον μπροστινό τροχό.
  • Ο ζεστός αέρας που βγαίνει από την πίσω μεριά του ψυγείου στην συμβατική διάταξη επηρεάζει αρνητικά την απόδοση του κινητήρα. Με την απούσια του, ο κινητήρας δουλεύει σε χαμηλότερη θερμοκρασία γιατί, θεωρητικά τουλάχιστον, ο κινητήρας έχει πρόσβαση σε φρέσκο αέρα με την απουσία του ψυγείου, αλλά και το ψυγείο βρίσκεται μακρυά από την κύρια πηγή θερμότητας - τον κινητήρα και την εξάτμιση.
  • Η αρνητική πίεση στο πίσω μέρος της μοτοσυκλέτας μειωνόταν με την λειτουργία των βεντιλατέρ που σπρώχνανε τον ζεστό αέρα έξω.

Όσο το Tornado ήταν στα σκαριά, ο Merloni είχε ήδη προωθήσει στην αγορά το πρώτο scooter της εταιρείας στις αρχές του 1997, το Benelli 491. H αγορά των scooter βίωνε μια σημαντική άνθιση εκείνη την περίοδο και το σχέδιο του Merloni ήταν να διαθέσει στην αγορά προσιτά σε τιμή scooter των 50-125cc, που δεν απαιτούσαν ιδιαίτερο κόστος εξέλιξης και μπορούσαν με το σωστό marketing να πουληθούν σε σημαντικά νούμερα (στόχος ήταν οι 50.000 μονάδες μέχρι το 2000). Με αυτόν το τρόπο θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει σταδιακά την εξέλιξη μεγαλύτερων σε κυβισμό μοντέλων. Τo marketing μάλιστα σχεδίαζε να το αναθέσει στην πασίγνωστη Wieden & Kennedy, ξακουστή διαφημιστική εταιρεία, υπεύθυνη για τις καμπάνιες εταιρειών όπως η Coca Cola, Nike και η Microsoft. Ο Merloni είχε μπει με χαρακτηριστική επιθετικότητα στην αγορά με σκοπό να πετύχει τους στόχους του.

Το πρωτότυπο Benelli Tornado Tre Novecento παρουσιάστηκε παγκοσμίως το Σεπτέμβριο του 1999, στην έκθεση του Milano. Ο μοτοσυκλετιστικός κόσμος είχε συγκλονιστεί από τις φουτουριστικές γραμμές και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ολοκαίνουργιου superbike της Benelli. Tον Ιούνιο του 2001, ανακοινώνεται από την εταιρεία το αγωνιστικό της πρόγραμμα για την συμμετοχή της εταιρείας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbikes με επικεφαλή τον Riccardo Rosa. Την εξέλιξη του πολιτικού Tornado θα την αναλάμβανε να την συνεχίσει ο Pierluigi Marconi, ο πρώην Τεχνικός Διευθυντής της Bimota και της Aprilia.

Andrian Morton, Riccardo Rosa, Pierluigi Marconi καθώς και άλλοι, όπως ο πιλότος Peter Goddard και ο επικεφαλής μηχανικός Flavio Zanzini, απάρτιζαν μια dream team στο επιτελείο της Benelli. Το 2000, ο Merloni συνάπτει συμφωνία με την Renault Sport για την κοινή εξέλιξη και προώθηση scooter. Όλα έμοιαζαν ότι θα έβαιναν καλώς και βάση προγράμματος. Το νεαρό της ηλικίας του επέτρεπε την άγνοια που σε κάποιες στιγμές βοήθησε αλλά σε κάποιες άλλες απέβη μοιραίο

Το Benelli Adiva 150 με την αναδιπλούμενη οροφή

 

Η αρχή των προβλημάτων

Μια σειρά προβλημάτων θα ξεκινήσουν για την Benelli. Για αρχή ένας νέος νόμος με εφαρμογή από το 2001 υποχρέωνε την χρήση κράνους ακόμα και στους κατόχους scooter 50cc. Ένας δεύτερος νόμος υποχρέωνε όλους του κατόχους σε ετήσιο τεχνικό έλεγχο. Οι Ιταλοί δεν δέχτηκαν το νέο μέτρο με θέρμη, με αποτέλεσμα η πώληση των scooter να καταρρεύσει και ο Merloni να βρίσκεται αρκετά μακρυά από τους στόχους του. Συν τούτου, το πολυαναμενόμενο Tornado ενώ συμμετέχει στα superbikes, δεν ήταν ακόμα έτοιμο για παραγωγή, με τον πατέρα Vittorio να αρχίζει να χάνει την υπομονή του. Για πέντε χρόνια χρηματοδοτεί αδρά την επιχείρηση του γιού του, χωρίς να βλέπει φως στο τούνελ. Μάλιστα, εκείνη την χρονιά ο Vittorio προσπάθησε να ακυρώσει όλο το πρόγραμμα, αλλά ο Andrea ζήτησε κατανόηση και παράταση. 

Την ίδια χρονιά παρουσιάζει το Benelli Adiva, ένα scooter με παρμπρίζ και αναδιπλούμενη οροφή (σαν το BMW C1, αλλά στο Adiva δεν λειτουργούσε σαν κλωβός ασφαλείας), απόδειξη τη πραγματικής θέλησης του Merloni για την παραγωγή πρωτοποριακών μοτοσυκλετών. Κάτω από την πίεση του Vittorio αλλά και της κατάστασης με την αγορά, αλλάζει το επιχειρηματικό σχέδιο δίνοντας έμφαση στις μεγάλες κυβισμού μηχανές. Το 2002, ακυρώνει το αγωνιστικό πρόγραμμα και δίνει έμφαση στην εξέλιξη του Tornado. Ο Rosa θα αποχωρήσει από την Benelli, μια μεγάλη απώλεια για τον Merloni και την ομάδα του.

Το Tornado RS είχε λύσει κάποια από τα προβλήματα του προκατόχου του αλλά όχι όλα

 

To 2002 θα παραχθεί πρώτα το Benelli Tornado LE (για Limited Edition) σε 150 αντίτυπα. Το Tornado LE ήταν εξοπλισμένο με Öhlins αναρτήσεις, ξηρό συμπλέκτη, σφυρήλατες ζάντες Marchesini, ολόσωμη εξάτμιση τιτανίου της Arrow και φαίρινγκ από ανθρακόνημα. To LE ήταν μια μέση λύση για τον Merloni, για να δείξει στον κόσμο (αλλά και στον Vittorio), ότι "βγαίνει η δουλειά", επειδή τα καλούπια από ανθρακόνημα μπορούσαν να παραχθούν σε συντομότερο χρονικό διάστημα μέχρι να ετοιμαστεί το Tornado παραγωγής. Παράλληλα ο Andrian Morton έχει ξεκινήσει να δουλεύει στην γυμνή μορφή του Tornado, το TNT (Tornado Naked Tre). 

Το 2003, στην πίστα Paul Ricard, στην Νότια Γαλλία, η πολιτική έκδοση του Tornado θα παρουσιαστεί στους δημοσιογράφους που θα μείνουν εντυπωσιασμένοι από την οδηγική συμπεριφορά και τον σχεδιασμό του Tornado. Η παραγωγή θα ξεκινήσει, και επιτέλους μετά από έξι χρόνια εξέλιξης το εξωτικό Tornado ήταν διαθέσιμο προς πώληση. To σχέδιο του Merloni πρόσταζε ένα -πέρα για πέρα- ιταλικό superbike, που αυτό μεταφράζεται ότι όλα τα περιφερειακά έπρεπε να προέρχονται από Ιταλούς προμηθευτές. Στόχος που επιτεύχθει, πλην της ηλεκτρονικής μονάδας διαχείρησης που προερχόταν από την γαλλική Sagem. 

Δυστυχώς όμως, παρ’όλες τις καλές προθέσεις και την εθνική περιφάνεια του Merloni, το “100% made in Italy” γύρισε μπούμερανγκ σε αυτόν και την Benelli… Η βιομηχανοποίηση και εξέλιξη του τρικύλινδρου κινητήρα είχε ανατεθεί στον Franco Morini o οποίος αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων. Ο κινητήρας χρειαζόταν περαιτέρω εξέλιξη ωστόσο μπήκε στην παραγωγή, γιατί για τον Merloni και την ομάδα του, τα περιθώρια στένευαν, καθώς ο Vittorio είχε αρχίσει ήδη να βγάζει αφρούς από το στόμα του.

O τρικύλινδρος κινητήρας του Tornado LE με τον ξηρό συμπλέκτη και τα καπάκια μαγνησίου

 

Προβλήματα υπήρχαν κυρίως με το κιβώτιο, καθώς οι ανοχές δεν ήταν οι σωστές. Η νεκρά έμπαινε πολύ δύσκολα όταν ο κινητήρας βρισκόταν σε λειτουργία. Επίσης υπήρχε δυσκολία στην εκκίνηση του κινητήρα στο πάτημα της μίζας. Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες, κινητήρες “διαλύθηκαν” λόγω των ανοχών του κιβωτίου, αφήνοντας πελάτες δυσαρεστημένους. Η ποίοτητα των φαίρινγκ επίσης δεν ήταν η καλύτερη, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις η βαφή ξέφτιζε και παρουσιαζόντουσαν μικρορωγμές από τους κραδασμούς. Τέλος, το ψυγείο κάτω από την σέλα, δεν δούλευε αποτελεσματικά στις ζεστές μέρες του χρόνου και κάτω από συνθήκες κίνησης, ενώ τα 140 δηλωμένα άλογα που στην πραγματικότητα ήταν 107 στον τροχό, δεν ήταν εφάμιλλα του ανταγωνισμού. 

Τα θετικά ήταν ότι το Tornado είχε καταπληκτικά δυναμικά χαρακτηριστικά, ήταν αρκετά πιο άνετο στην οδήγηση από τα Ducati 916 και MV Agusta F4 και ο ήχος από τον τρικύλινδρο κινητήρα ήταν απλά…. "‘άρωμα". Και φυσικά, ο σχεδιασμός του ήταν εξωπραγματικός και ένα από τα πιο τολμηρά σχέδια της iταλικής βιομηχανίας.

Την ίδια χρονιά (2003) η Benelli ανακοινώνει ότι αυτή θα είναι η τελευταία χρονιά παραγωγής των scooters, καθώς η εταιρεία επιθυμεί να εστιάσει όλη την προσοχή της σε μοντέλα μεγάλου κυβισμού. Στα τέλη του 2003, παρουσιάζεται το Tornado RS με βελτιώσεις στο κιβώτιο, ελαφρώς αυξημένη ιπποδύναμη, αναβαθμισμένο πακέτο αναρτήσεων της Marzocchi και ακτινικά φρένα όπως επιτάσσει η εποχή. Τον Φεβρούαριο του 2004, η γυμνή μορφή του Tornado, το ΤΝΤ με τον νέο κινητήρα των 1130 κυβ εκ., παρουσιάζεται επίσημα σε… που αλλού; Σε ένα στριπτιτζάδικο του Milano!

Το ΤΝΤ 1130 ήταν το πιο δυνατό naked της γενιάς του

 

Η παράδοση των ηνίων

Κάτω από την απέλπιδα προσπάθεια να σώσει τ’ όνειρο του, o Αndrea Merloni προσπαθούσε να είναι ευρηματικός για ν’αυξήσει γρήγορα τις πωλήσεις και να σταματήσει να εξαρτάται από την οικονομική βοήθεια του Vittorio. Και στην αυγή του 2004, η Benelli με το βελτιωμένο Tornado RS και το TNT 1130 (που ήταν το τότε πιο δυνατό naked της αγοράς) φαινόταν έτοιμη να ορθοποδήσει. Ο ίδιος πόνταρε πολύ στις αυξημένες πωλήσεις του επίσης σχεδιαστικά εντυπωσιακού νεου naked, με τα ψυγεία τοποθετημένα στο πλάι (σαν τα Honda VTR SP1 και SP2) και την μονή εξάτμιση κάτω από την σέλα.

Ο Vittorio όμως δεν το έβλεπε έτσι, η υπομονή του είχε τελειώσει και ο ίδιος “τράβηξε την πρίζα” με την Benelli να βγαίνει προς πώληση. Αρχικά θα εκδηλωθεί ενδιαφέρον από την Ρωσία. Ο Ρώσος, Nikolai Alexandrovich Smolensky, ένας 25 χρόνος τραπεζικός επενδυτής που μόλις είχε αγοράσει τον Βρετανό κατασκευαστή σπορ αυτοκινήτων TVR, θα διαπραγματευτεί ανεπιτυχώς το καλοκαίρι του 2005 την εξαγορά του κατασκευαστή απ' το Pesaro. Λίγο αργότερα, τον Αύγουστο του 2005, θα παρουσιαστεί ο κινεζικός κολοσσός Quiajiang Group. Το μέγεθος και η οικονομική δυνατότητα του κινέζικου group θα δώσει τις απαραίτητες εγγυήσεις στον Andrea για τον μέλλον της Benelli και κάτω από την πίεση της οικογένειας θα αναγκαστεί να την αποχωριστεί.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, η Benelli “ζει και βασιλεύει”. Μπορεί να μην παράγει εξωτικά Tornado και ΤΝΤ, αλλά είναι μια υγιής εταιρεία που παράγει όμορφες και προσιτές μηχανές και κάνει σταθερά βήματα προόδου, μ’ ένα συνεχώς αυξανόμενο δίκτυο πώλησης. Mάλιστα, το 2011 η Benelli γιόρτασε τα 100 χρόνια ζωής. Εν κατακλείδι, μια θρυλική ιταλική εταιρεία αναβίωσε και επέζησε κι αυτό χάρη στην αξιέπαινη προσπάθεια και στην μεγάλη επένδυση ενός άλλοτε παθιασμένου νεαρού, που στις 9 Νοεμβρίου του 2020 και σε ηλικία των μόλις 53 ετών, θα τον έβρισκαν νεκρό στο σπίτι του στο Μιλάνο. Ένας ίσως άδοξος θάνατος για κάποιον που έδωσε και πέτυχε τόσα πολλά. Ευτυχώς για εμάς, τα κραυγαλέα Tornado και TNT που μας άφησε, θα μας θυμίζουν πάντα την ενθουσιώδη, πομπώδη και γεμάτη ορμή προσπάθεια, που θα περίμενε κανείς από έναν ονειροπόλο νεαρό. Όπως θα λέγανε και οι γείτονες μας Ιταλοί: Grazie grande Andrea

Του Άλεξ Στεφανίδη

Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!