Airbus APWorks Light Rider - H πρώτη 3D printed μοτοσυκλέτα

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

28/9/2016

 

Η πρώτη "εκτυπωμένη" μοτοσυκλέτα, από το κράμα Scalmalloy, ζυγίζει μόλις 35 κιλά! Η ελαφρότητά της αυτή δικαιολογεί τους τροχούς, τα φρένα και τις αναρτήσεις που προέρχονται από mountain bike, και δεν έχουν λόγο να είναι βαρύτερα όλα αυτά, με τόσο μικρό συνολικό βάρος.

Το Light Rider όμως αντιπροσωπεύει κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια ακόμα πρόταση για ηλεκτρική μοτοσυκλέτα. Κι ο λόγος είναι η μέθοδος κατασκευής του πλαισίου, σε συνδυασμό με το κράμα που χρησιμοποιείται.

Το Scalmalloy: Πρόκειται για νέο υλικό, εξελιγμένο από το Airbus Group (κι όλοι ξέρουμε τι – κυρίως – φτιάχνει η Airbus, έ;).  Είναι ένα κράμα αλουμινίου, μαγνησίου και σκανδίου (Sc, ατομικός αριθμός 21, αργυρόλευκο μέταλλο, έχει καταταχθεί και στις σπάνιες γαίες), που εξελίχθηκε ειδικά για την κατασκευή εξελασμένων εξαρτημάτων υψηλής αντοχής. Παράλληλα, έχει εξαιρετική αντοχή στην κόπωση, τομέα όπου πάσχουν τα συνήθη κράματα αλουμινίου. Και φυσικά, είναι κατάλληλο για 3D printing, όπως και για κατασκευές με την μέθοδο των πρόσθετων στρώσεων (ALM, Additive Layer Manufacturing). To Scalmalloy είναι πολύ ανθεκτικό στην διάβρωση και το ίδιο ανθεκτικό με το τιτάνιο.

Η ΑPWorks: Μια εταιρία του Αirbus Group, εξειδικευμένη στα προηγμένα υλικά, το 3D printing και τις κατασκευές με την μέθοδο ALM. Παράγει μια μεγάλη γκάμα μεταλλικών εξαρτημάτων για ένα ευρύ φάσμα πελατών – βιομηχανιών, από την αεροναυπηγική και την διαστημική έως τις αυτοκινήτου και ρομποτικής.

 

Το Light Rider φτιάχτηκε για να αναδείξει τόσο τις ιδιότητες του νέου κράματος, όσο και τις προηγμένες κατασκευαστικές δυνατότητες της APWorks. Mε μόλις 35 κιλά συνολικό βάρος, ο ηλεκτροκινητήρας των 8 ίππων του δίνει μια τελική γύρω στα 80 km/h και μια επιτάχυνση 0-45 km/h σε 3 δευτερόλεπτα (για μια αναλογία με τις βενζινοκίνητες μοτοσυκλέτες, αντίστοιχο χρόνο κάνει το Ducati Scrambler Sixty2, με 400cc, 34,7 ίππους και 185 κιλά βάρους). Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του είναι το πλαίσιό του, με την οργανική μορφή και την "βιονική" δομή, που τα κομμάτια του εκτυπώνονται ξεχωριστά και μετά συγκολλώνται σε περιβάλλον αδρανούς αερίου, με ηλεκτρόδιο βολφραμίου. Η APWorks λέει πως χρησιμοποίησε έναν αλγόριθμο για να εξελίξει την δομή του πλαισίου, έτσι ώστε να κρατήσει το βάρος στο ελάχιστο δυνατό, αλλά και την αντοχή του σε επίπεδα κατάλληλα για καθημερινή χρήση. Η εμφάνισή του είναι αποτέλεσμα προγραμματισμού του αλγόριθμου, που χρησιμοποίησε βιολογικές δομές και φυσικές διαδικασίες ανάπτυξης ως πρότυπα. Η μίμηση της φύσης από εκτυπωτές 3D!

Οι σωλήνες αυτού του οργανικής εμφάνισης χωροδικτυώματος είναι κούφιοι, κι έχουν ενσωματωμένα κανάλια για το πέρασμα καλωδίων ή σωλήνων υγρών φρένων, σχηματίζοντας παράλληλα κι ό,τι άλλο χρειάζεται ένα πλαίσιο, όπως για παράδειγμα τα μαρσπιέ.

Ο Joachim Zettler,  CEO της Airbus APWorks, λέει για το Light Rider, που μοιάζει κάπως με την εικόνα των σημερινών μοτοσυκλετών, αλλά ταυτόχρονα και σαν συγγενής τους από το μακρινό μέλλον: "Αυτή η σύνθετη δομή του πλαισίου, που διακλαδίζεται με τους κούφιους σωλήνες της, δεν θα μπορούσε να έχει παραχθεί με συμβατικές μεθόδους παραγωγής. Οι εξελίξεις στην τεχνική των πρόσθετων στρώσεων μας επιτρέπουν αυτή τη "βιολογική" σχεδίαση που φανταστήκαμε για το Light Rider. Με αυτή την τεχνολογία, οι περιορισμοί των συμβατικών μεθόδων δεν υπάρχουν πια".

 

Κάθε μέρος του πλαισίου έχει κατασκευαστεί με 3D laser εκτυπωτή, τύπου DMLS (Direct Metal Laser Sintering) που λιώνει σωματίδια του κράματος Scalmalloy, εκτυπώνοντας χιλιάδες στρώσεις που η κάθε μία έχει πάχος μόλις 60 μικρά. Όλα τα "παρελκόμενα" ενός συμβατικού πλαισίου, από σπειρώματα, βάσεις, διόδους για καλώδια ή ντίζες ή σωληνάκια, τα πάντα εκτυπώνονται εξ αρχής, κάτι που από μόνο του μειώνει το βάρος σε σχέση με ένα συμβατικό αλουμινένιο πλαίσιο τουλάχιστον κατά 30%.

Το μήνυμα που φέρνει το Light Rider είναι πως η τεχνολογία για μαζική παραγωγή εκτυπωμένων πλαισίων μοτοσυκλετών είναι υπαρκτή, μαζί με ένα νέο κράμα που σε συνδυασμό με το 3D printing μπορεί να κατεβάσει σημαντικά το βάρος των μοτοσυκλετών, όχι μόνο γιατί θα έχουν ελαφρύτερο πλαίσιο, αλλά και γιατί με αυτές τις μεθόδους κατασκευής θα εξαλειφθούν πλήθος έξτρα εξαρτημάτων, που με την σειρά τους ανεβάζουν σημαντικά το βάρος. Επιπλέον, η μορφή του πλαισίου θα μπορεί να ακολουθεί πολύ καλύτερα τις διαδρομές των φορτίων που δέχεται, ακριβώς στα σημεία που χρειάζεται, και μόνο σε αυτά.

  

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.