Ανάκληση Yamaha για τα πίσω ανακλαστικά σώματα

Για ένα μεγάλο αριθμό μοντέλων
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

5/1/2021

Η Yamaha ανακοίνωσε μία ανάκληση την τελευταία εβδομάδα του 2020, που αφορά τα εξής μοντέλα: NMAX125, X-MAX125, X-MAX300, X-MAX400, YZF-R3, MT-03, XSR700, Tracer 700 και Ténéré 700, κατασκευής μεταξύ 2013 μέχρι και 2020. Το θέμα της ανάκλησης που κατατέθηκε στην Γερμανία και αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της FEMA με αριθμό A12/01866/20, είναι η μη σωστή τοποθέτηση των πίσω ανακλαστικών σωμάτων, με αποτέλεσμα να μην αντανακλάται σωστά το φως από οχήματα που ακολουθούν και να μην είναι ορατή η μοτοσυκλέτα, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο ατυχήματος. Όπως αναφέρει το κείμενο της ανάκλησης, μοτοσυκλέτες και σκούτερ που υπάγονται στην συγκεκριμένη ανάκληση, υπάρχουν και στην Ελλάδα.

Αυτή η ανάκληση πάντως, είναι και μια καλή ευκαιρία για να ξεκαθαρίσουμε ένα θέμα που δημιουργείται συχνά τώρα τελευταία με τις ανακοινώσεις ανακλήσεων. Κατ' αρχήν, υπάρχουν πολλά είδη ανακλήσεων που αφορούν ένα μεγάλο εύρος θεμάτων και διαφορετικής βαρύτητας. Όπως για παράδειγμα υπάρχουν ανακλήσεις για προβληματικές μπιέλες (βλέπε CBR1000RR-R) και ανακλήσεις για ανακλαστήρες όπως η παραπάνω ή για αυτοκόλλητα που ξεκολλούν. Το θέμα είναι πως και στις δύο περιπτώσεις, τα εργοστάσια είναι υποχρεωμένα από το νόμο να κάνουν τις ανακλήσεις και να τις ανακοινώσουν δημόσια.

Μέχρι εδώ καλά. Το πρόβλημα όμως δημιουργείται όταν εμπλέκεται το περίφημο "καφενείο των social media". Είναι πάρα πολύ εύκολο -και το έχουμε δει να συμβαίνει άπειρες φορές- να γραφτούν αμέτρητες αράδες σχολίων κάτω από μία ανάκληση, με ειρωνικές μάλιστα αρκετές φορές εκφράσεις, δημιουργώντας την εικόνα ότι "οι τάδε μοτοσυκλέτες χαλάνε", "είναι μονίμως προβληματικά τα τάδε μηχανάκια" και πάει λέγοντας.

Με άλλα λόγια, σ' αυτές τις καφενειακού επιπέδου συζητήσεις (χωρίς να θέλουμε να μειώσουμε καθόλου τα καφενεία) μπαίνουν όλα "στο ίδιο καζάνι", χωρίς καμία διάκριση και με μια ισοπεδωτική τάση, απέναντι σε όλες τις εταιρείες. Καλό λοιπόν θα είναι να εκλείψουν από την δική μας μοτοσυκλετιστική κουλτούρα τέτοια φαινόμενα, γιατί πραγματικά σε ένα τέτοιο "ψαγμένο" κοινό όπως εμείς οι μοτοσυκλετιστές, δεν ταιριάζει μια τέτοια νοοτροπία.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.