Αναρτήσεις μεταβλητού ύψους από τη Showa

Για κοντούς που τους αρέσουν οι ψηλές
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/6/2019

Η Showa φαίνεται πως τελικά βρήκε μια νέα λύση για να ένα πολύ παλιό πρόβλημα. Μιλάμε φυσικά για το ύψος της σέλας των μοτοσυκλετών από το έδαφος, που είναι ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος για τους σχεδιαστές της εργονομίας της θέσης οδήγησης, αλλά και συνολικά κατά τον σχεδιασμό μιας μοτοσυκλέτας, καθώς κάτω από την σέλα πρέπει να χωρέσουν όλο και περισσότερα πράγματα σε σχέση με το παρελθόν. Κάτι οι προδιαγραφές ρύπων και θορύβου που απαιτούν μεγαλύτερου όγκου φίλτρα αέρα και εξατμίσεις, κάτι η μόδα των τεράστιων mega on-off που έχει κάνει τις μοτοσυκλέτες πανύψηλες και υπέρβαρες, περιορίζουν διαρκώς τη δυνατότητα να σχεδιαστεί μια μοτοσυκλέτα με μικρό ύψος σέλας. Το πρόβλημα για τους κατασκευαστές έγινε ακόμα μεγαλύτερο με την οικονομική ενδυνάμωση των ασιατικών χωρών οι οποίες αγοράζουν όλο και περισσότερες μεγάλες μοτοσυκλέτες, αλλά και την εξαγωγή στις δυτικές χώρες μοτοσυκλετών που έχουν σχεδιαστεί κυρίως για τις ασιατικές αγορές. Πώς να φτιάξεις μια μεγάλη μοτοσυκλέτα που να μπορούν να την οδηγούν οι μικρόσωμοι ασιάτες, αλλά και οι μεγαλόσωμοι Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι;

Οι ρυθμιζόμενου ύψους σέλες έχουν μικρό εύρος ρυθμίσεων και συνήθως γίνονται θυσίες στην άνεση με την αφαίρεση αφρώδους υλικού. Η ιδέα της Showa να αυξάνεται και να μειώνεται η διαδρομή των αναρτήσεων, προφανώς δεν είναι κάτι το πρωτοποριακό, καθώς το έχει κάνει πράξη η Citroen με την DS από το 1955. Ούτε φυσικά είναι κάτι νέο η αλλαγή του ύψους ανάλογα με την ταχύτητα που κινείται το όχημα. Το έχει κάνει η Mercedes και η Audi από το 1998. Η καινοτομία της Showa βρίσκεται στο γεγονός, που κατάφερε χωρέσει τους απαραίτητους μηχανισμούς μέσα σε ελάχιστο χώρο, με αποτέλεσμα το συνολικό μέγεθος των αναρτήσεων μεταβλητού ύψους να είναι σχεδόν ίδιο με των συμβατικών αναρτήσεων. Η αλλαγή του ύψους γίνεται με υδραυλικό τρόπο, οπότε το σύστημα χρειάζεται αντλία και τον κινητήρα να δουλεύει. Όσο η μοτοσυκλέτα είναι ακίνητη ή κινείται με πολύ μικρή ταχύτητα, οι αναρτήσεις είναι στο χαμηλότερο σημείο. Όταν αυξήσεις ταχύτητα, τότε οι αναρτήσεις αυξάνουν το ύψος της μοτοσυκλέτας. Με το μάτι μπορεί να μπερδευτείς και να πιστέψεις πως το σύστημα αυτό αυξάνει και μειώνει την προφόρτιση του ελατηρίου, όμως στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να αυξάνει και να μειώνει την απόσταση ανάμεσα στο σημείο στήριξης του ελατηρίου με την βάση στήριξης του αμορτισέρ στο πλαίσιο ή το μοχλικό αναλόγως την τοποθέτηση. Με άλλα λόγια αυξάνει και μειώνει το εξωτερικό ολικό μήκος του αμορτισέρ και όχι του ελατηρίου.

Επίσης έχει τη δυνατότητα να προγραμματιστεί ημί-ενεργητικά και να διατηρεί σταθερή την απόσταση της μοτοσυκλέτα από τον δρόμο ανεξάρτητα αν έπεσες σε λακκούβα ή αν καβάλησες πεζοδρόμιο! Αυτό είναι βέβαια κάτι εξαιρετικά σύνθετο και μπορεί να καταστήσει την μοτοσυκλέτα, άσχημη σε συμπεριφορά. Ας μην ξεχνάμε πως τώρα, δέκα χρόνια μετά την είσοδο των ημι-ενεργητικών αναρτήσεων στην ζωή μας, η έρευνα γύρω από την εξέλιξή τους γίνεται με στόχο την βέλτιστη αλλαγή γεωμετρίας κατά το φρενάρισμα και την επιβράδυνση, και όχι στην προσπάθεια διατήρησης της μοτοσυκλέτας επίπεδης, όπως ήταν αρχικά... Η Showa με μία τέτοια κίνηση προχωρά ακόμη πιο βαθιά...

ΠΗΓΗ: YOUNG MACHINE

 

Ανοίγει για το κοινό το FIM Racing Motorcycle Museum

Το Μουσείο Αγωνιστικής Μοτοσυκλέτας της FIM στην Ελβετία ανοίγει τις πύλες του για το κοινό στις 18 Φεβρουαρίου 2026
FIM Racing Motorcycle Museum
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Το κτήριο που στέγαζε ως πρόσφατα το στρατηγείο της FIM στην πόλη Mies της Ελβετίας έχει μετατραπεί πλέον σε ένα μοναδικό μουσείο, το FIM Racing Motorcycle Museum (RMM), το οποίο εγκαινιάστηκε με πάσα επισημότητα την ημέρα της τελετής 2025 FIM Awards Ceremony τον περασμένο Δεκέμβρη.

Στους χώρους του ο επισκέπτης μπορεί να δει από κοντά μοτοσυκλέτες που έγραψαν ιστορία στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα της FIM, συναντώντας θρύλους όπως την AJS Porcupine με την οποία ο Leslie Graham κατέκτησε το 1949 το παρθενικό πρωτάθλημα FIM Grand Prix 500cc, την περίφημη Honda RC166 του Mike Hailwood από το 1967 ή την Kawasaki Ninja ZX-10R του 2016 με την οποία ο Jonathan Rea κατέκτησε τον δεύτερο από τους έξι τίτλους WorldSBK που κατέχει.

Η εκτός δρόμου πτέρυγα περιλαμβάνει ιστορικές μοτοσυκλέτες όπως την BMW R80 G/S με την οποία θριάμβευσε το 1981 στο Paris-Dakar ο Hubert Auriol, την πρωτότυπη Beta Zero του Jordi Tarres από το 1989, τη Yamaha YZ450F του Stefan Everts με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα FIM MX1 το 2006 και την εξαιρετικά εξειδικευμένη Zaeta DT450RS με την οποία ο Francesco Cecchini πήρε τον τίτλο στο FIM Flat Track World Championship το 2019.

Στα εκθέματα του RMM περιλαμβάνονται και πρωταθλήτριες μοτοσυκλέτες σπουδαίων θρύλων του παρόντος, όπως οι Marc Marquez (MotoGP), Toprak Razgatlioglu (WSBK), Toni Bou (TrialGP), Daniel Sanders (World Rally-Raid), Josep Garcia (EnduroGP), Bartosz Zmarzlik (Speedway) and Romain Febvre (MXGP).

Το μουσείο έχει οργανωθεί γύρω από τρεις κεντρικούς πυλώνες: Heroes (ήρωες), Technologies (τεχνολογίες) και From Race to Road (από τον αγώνα στον δρόμο), προσφέροντας στον επισκέπτη την ευκαιρία να εξερευνήσει τα πρόσωπα και τις καινοτομίες που έδωσαν στους αγώνες μοτοσυκλέτας τη μορφή που έχουν σήμερα.

Στο RMM ο επισκέπτης θα βρει ακόμη το Paddock Café, ένα ιδανικό σημείο συναντήσεων αλλά και για παρακολούθηση αγώνων σε μεγάλη οθόνη, καθώς και τη Simulator Zone για να ζήσει εικονικά τη συγκίνηση ενός αγώνα Motocross ή Ταχύτητας.

Το FIM Racing Motorcycle Museum βρίσκεται στην ελβετική πόλη Mies, στην οδό Route de Suisse 11b, εύκολα προσβάσιμο με μια μικρή διαδρομή με τρένο από τη Γενεύη. Οι ώρες λειτουργίας του για το κοινό είναι από 10 το πρωί ως 6 το απόγευμα, από Τετάρτη ως Κυριακή.