Αντίο "Super Sic"

Από το

Μαύρο Σκύλο

25/10/2011

Αντίο "Super Sic"

του Λάζαρου Μαυράκη

 

Λίγο πριν πέσει η αυλαία για την κατηγορία των 800 κυβικών στα MotoGP, στον προτελευταίο αγώνα της χρονιάς, στη Μαλαισία, ένα τραγικό συμβάν σημάδεψε με τον χειρότερο τρόπο το τέλος μιας εποχής. Ένας από τους πιο ταλαντούχους, χαρισματικούς και ξεχωριστούς αναβάτες, ο Marco Simoncelli, έχασε τη ζωή του μετά από ένα σοβαρό συμβάν στον δεύτερο μόλις γύρο του αγώνα. Κατά τη διάρκεια της μάχης του με τον Bautista για την τέταρτη θέση, ο Simoncelli χάνει την πρόσφυση από low siding και αντί να συρθεί προς το εξωτερικό της στροφής, η μοτοσυκλέτα ξαναβρίσκει πρόσφυση και συνεχίζει να στρίβει προς την εσωτερική, διασχίζοντας ουσιαστικά κάθετα την πίστα, με τον Simoncelli να σέρνεται κρεμασμένος από τα κλιπόν. Πίσω, ακολουθούσαν οι Edwards με τον Rossi, οι οποίοι ουσιαστικά δεν είχαν κανένα περιθώριο αντίδρασης βλέποντας τον αναβάτη της Gresini-Honda να μπαίνει κάθετα μπροστά τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια σφοδρή σύγκρουση, με τον Edwards και τον Rossi να χτυπούν το Simoncelli ο οποίος έμεινε αναίσθητος μέσα στην πίστα και χωρίς κράνος, ενώ ο Edwards έπεσε βγάζοντας τον ώμο του και ο Rossi γλίτωσε παρά τρίχα την πτώση, με τα πλαστικά όμως της μοτοσυκλέτας του κατεστραμμένα από τη σφοδρότητα της κρούσης. Οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν δραματικές, καθώς ο αγώνας διεκόπη άμεσα, με όλο το ιατρικό team της οργάνωσης να προσπαθεί επί 45 λεπτά να κρατήσει τον Marco στη ζωή μέσα στις ιατρικές εγκαταστάσεις της πίστας. Στις 16:56 τοπική ώρα όμως, ανακοινώθηκε και επίσημα ο θάνατος του Simoncelli, ρίχνοντας σε βαθύ πένθος όχι μόνο τους κοντινούς του ανθρώπους -στην πίστα ήταν παρόντες οι γονείς του και η φίλη του- αλλά όλες τις ομάδες και τους αναβάτες που μετέχουν στα GP. Το σοκ για όλους ήταν πέρα από κάθε φαντασία, πόσω δε μάλλον για τον κολλητό και αδελφικό φίλο του, τον Rossi, ο οποίος είχε και εμπλοκή στο συμβάν. Όπως ήταν φυσικό, ο αγώνας ακυρώθηκε και ματαιώθηκε κάθε σχετική δραστηριότητα –όπως οι δοκιμές της Honda στη Sepang που είχαν προγραμματιστεί μετά τον αγώνα.

Το τραγικό συμβάν θύμισε πολύ το αντίστοιχο συμβάν πέρσι με τον Tomizawa στην Moto2, που είχε την ίδια τραγική κατάληξη, ενώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο θάνατος του Simoncelli είναι ο πρώτος στη μεγάλη κατηγορία μετά το 2003, που στιγματίστηκε από τον θάνατο του Daijiro Katoh στη Suzuka.

Ο νεαρός Ιταλός -μόλις 24 ετών- ήταν μια από τις πιο έντονες προσωπικότητες στα πιτς. Πάντα ενθουσιώδης και με ζωηρό ταπεραμέντο, είχε δεχθεί αυστηρές κριτικές και φραστικές επιθέσεις από αρκετούς συναθλητές του, που θεωρούσαν ότι έπαιρνε υπερβολικά ρίσκα απειλώντας την ασφάλειά τους. Η ουσία όμως είναι ότι τον Simoncelli τον διακατείχε αυτό το αγνό πάθος για τους αγώνες, το ίδιο που χαρακτήριζε πολλούς από τους αναβάτες-θρύλους παλιότερων εποχών και που έβαζε τον αποστειρωμένο επαγγελματισμό σε δεύτερη μοίρα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που πολλές φορές η μοναδική υποστήριξη που έβρισκε ήταν στο πρόσωπο του Rossi, ο οποίος μοιραζόταν το ίδιο πάθος για τους αγώνες και τη νίκη. Είναι χαρακτηριστική η λιτή δήλωση του Valentino στο Tweeter που αναφέρει πώς "Για μένα ο Sic ήταν σαν τον μικρό μου αδερφό. Δυνατός μέσα στην πίστα και πολύ γλυκός στην πραγματική ζωή. Θα μου λείψει πάρα πολύ. Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό που συνέβη."

Η καριέρα του Simoncelli ξεκίνησε πολύ νωρίς, καθώς από τα εννιά του χρόνια (1996-2000) έτρεχε σε αγώνες minimoto, παίρνοντας μάλιστα δύο τίτλους στην κατηγορία. Από εκεί μετακόμισε στα δίχρονα 125, στο 125 Honda Trophy πιο συγκεκριμένα, όπου μετά από μια εντυπωσιακή χρονιά ακολούθησε η κατάκτηση του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος της κατηγορίας το 2002. Το 2003 μπήκε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, ενώ η πρώτη νίκη στο θεσμό ήρθε το 2004. Στην κατηγορία των 125 παρέμεινε μέχρι και το 2005, μαζεύοντας εμπειρία και βελτιώνοντας διαρκώς τις επιδόσεις και τα αποτελέσματά του. Την επόμενη χρονιά ήταν ο μοναδικός αναβάτης που χωρίς να έχει στεφθεί πρωταθλητής, ανέβηκε στην κατηγορία των 250. Χρειάστηκε να περάσουν δύο χρονιές μέχρι να πάρει την πρώτη του νίκη στα 250, η οποία μάλιστα ήρθε πανηγυρικά σον εντός έδρας αγώνα στο Mugello και εκείνη τη χρονιά μάλιστα κατέκτησε και το πρωτάθλημα με συνολικά πέντε νίκες μέσα στη σεζόν, εξασφαλίζοντας τον τίτλο –σε μια τραγική ειρωνεία- στην πίστα της Sepang.

Στα 250 έμεινε άλλη μια χρονιά, και το 2010 μεταπήδησε στη κορυφαία κατηγορία. Η πρώτη του χρονιά στα MotoGP ήταν επεισοδιακή, καθώς συνοδεύτηκε από αρκετές πτώσεις, ευτυχώς χωρίς σοβαρούς τραυματισμούς. Ο καλύτερος τερματισμός του ήταν μια τέταρτη θέση, ενώ κατάφερε να αναρριχηθεί μέχρι την όγδοη θέση στο πρωτάθλημα. Το 2011, βρέθηκε πάνω στη σέλα μιας εργοστασιακής μοτοσυκλέτας του HRC, παρ' όλο που δεν ανήκε στην ομάδα της Respol-Honda, αλλά παρέμεινε στην ομάδα του Gresini, και έδειξε από νωρίς ότι διέθετε μεγάλες δυνατότητες. Δυστυχώς όμως και πάλι οι συχνές πτώσεις του στερούσαν το πολυπόθητο βάθρο, ενώ τις πιο πολλές φορές διεκδικούσε ή και κατείχε την πρώτη θέση στον αγώνα. Τελικά αυτό ήρθε στον αγώνα του Brno, όπου τερμάτισε τρίτος, ενώ είχε ήδη κατακτήσει και την πρώτη του pole position στον αγώνα της Catalunya. Δυστυχώς, το νήμα της καριέρας και της ζωής του κόπηκε με έναν τόσο τραγικό τρόπο, αφήνοντας τον κόσμο των GP σαφώς φτωχότερο...

Ανοίγει για το κοινό το FIM Racing Motorcycle Museum

Το Μουσείο Αγωνιστικής Μοτοσυκλέτας της FIM στην Ελβετία ανοίγει τις πύλες του για το κοινό στις 18 Φεβρουαρίου 2026
FIM Racing Motorcycle Museum
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Το κτήριο που στέγαζε ως πρόσφατα το στρατηγείο της FIM στην πόλη Mies της Ελβετίας έχει μετατραπεί πλέον σε ένα μοναδικό μουσείο, το FIM Racing Motorcycle Museum (RMM), το οποίο εγκαινιάστηκε με πάσα επισημότητα την ημέρα της τελετής 2025 FIM Awards Ceremony τον περασμένο Δεκέμβρη.

Στους χώρους του ο επισκέπτης μπορεί να δει από κοντά μοτοσυκλέτες που έγραψαν ιστορία στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα της FIM, συναντώντας θρύλους όπως την AJS Porcupine με την οποία ο Leslie Graham κατέκτησε το 1949 το παρθενικό πρωτάθλημα FIM Grand Prix 500cc, την περίφημη Honda RC166 του Mike Hailwood από το 1967 ή την Kawasaki Ninja ZX-10R του 2016 με την οποία ο Jonathan Rea κατέκτησε τον δεύτερο από τους έξι τίτλους WorldSBK που κατέχει.

Η εκτός δρόμου πτέρυγα περιλαμβάνει ιστορικές μοτοσυκλέτες όπως την BMW R80 G/S με την οποία θριάμβευσε το 1981 στο Paris-Dakar ο Hubert Auriol, την πρωτότυπη Beta Zero του Jordi Tarres από το 1989, τη Yamaha YZ450F του Stefan Everts με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα FIM MX1 το 2006 και την εξαιρετικά εξειδικευμένη Zaeta DT450RS με την οποία ο Francesco Cecchini πήρε τον τίτλο στο FIM Flat Track World Championship το 2019.

Στα εκθέματα του RMM περιλαμβάνονται και πρωταθλήτριες μοτοσυκλέτες σπουδαίων θρύλων του παρόντος, όπως οι Marc Marquez (MotoGP), Toprak Razgatlioglu (WSBK), Toni Bou (TrialGP), Daniel Sanders (World Rally-Raid), Josep Garcia (EnduroGP), Bartosz Zmarzlik (Speedway) and Romain Febvre (MXGP).

Το μουσείο έχει οργανωθεί γύρω από τρεις κεντρικούς πυλώνες: Heroes (ήρωες), Technologies (τεχνολογίες) και From Race to Road (από τον αγώνα στον δρόμο), προσφέροντας στον επισκέπτη την ευκαιρία να εξερευνήσει τα πρόσωπα και τις καινοτομίες που έδωσαν στους αγώνες μοτοσυκλέτας τη μορφή που έχουν σήμερα.

Στο RMM ο επισκέπτης θα βρει ακόμη το Paddock Café, ένα ιδανικό σημείο συναντήσεων αλλά και για παρακολούθηση αγώνων σε μεγάλη οθόνη, καθώς και τη Simulator Zone για να ζήσει εικονικά τη συγκίνηση ενός αγώνα Motocross ή Ταχύτητας.

Το FIM Racing Motorcycle Museum βρίσκεται στην ελβετική πόλη Mies, στην οδό Route de Suisse 11b, εύκολα προσβάσιμο με μια μικρή διαδρομή με τρένο από τη Γενεύη. Οι ώρες λειτουργίας του για το κοινό είναι από 10 το πρωί ως 6 το απόγευμα, από Τετάρτη ως Κυριακή.