Australian tour 2015: Στο μεγάλο νησί του Νότου. Μια ασήμαντη κουκίδα…

6/7/2015

… Αυτό ακριβώς ήμουν –και αισθανόμουν– καθώς οδηγούσα εκείνο το απόγευμα την μαύρη ΚΤΜ 1050 μέσα στην επίπεδη απεραντοσύνη της Outback –προορισμός μου η πόλη Coober Pedy της νοτιοκεντρικής Αυστραλίας. Έχοντας αφήσει πίσω μου την παραθαλάσσια πόλη Port Augusta, οι ρόδες της μοτοσυκλέτας κυλούσαν πλέον πάνω στον Stuart Highway, τον οδικό άξονα της αυστραλιανής ερήμου που διασχίζει κάθετα την χώρα.
Για τα επόμενα 2.700 χιλιόμετρα θα οδηγούσα συντροφιά με τον δρόμο που χαράχτηκε πάνω στην πρωτότυπη διαδρομή του Άγγλου εξερευνητή John McDouall Stuart, του πρώτου λευκού που διέσχισε επιτυχώς την αυστραλιανή ήπειρο από το νότο προς το βορρά (1862) και ο οποίος εξερεύνησε ταυτόχρονα την Κεντρική Αυστραλία.


Αυτό που με φόβιζε όμως περισσότερο στο μοναχικό ταξίδι της Outback δεν ήταν η αφόρητη μοναξιά και η σιωπή, αλλά τα πτώματα των καγκουρό που αντίκριζα στις άκρες του δρόμου. Τα μακάβρια απομεινάρια της μοιραίας συνάντησης των συμπαθητικών ζώων με κάποιο τροχοφόρο, μοιραία έφεραν στο νου μου τις συμβουλές των ντόπιων: μην οδηγάς στην Outback μετά τη δύση του ήλιου, είναι η ώρα που τα ζώα βγαίνουν για βοσκή και κινδυνεύεις να χτυπήσεις κανένα από αυτά.


Έτσι, τηρώντας κατά γράμμα τις νουθεσίες τους, έφτασα στην πόλη Coober Pedy (530 χλμ. βόρεια της Port Augusta) λίγο πριν ο ήλιος ακουμπήσει στην γη. Η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει την Coober Pedy είναι το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της πόλης βρίσκεται κάτω από το έδαφος της γης. Οι οπαλορύχοι που δουλεύουν εδώ από το 1915, προκειμένου να προφυλαχτούν από τις ακραίες θερμοκρασίες, έχουν λαξεύσει στα σωθικά της γης σπίτια, εκκλησίες, ξενοδοχεία, αλλά και καταστήματα. Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να μην υπάρχουν εδώ Έλληνες. Περίπου 80-100 ομογενείς βρίσκονται εδώ, οι περισσότεροι συνταξιούχοι οπαλορύχοι, που επέλεξαν να παραμείνουν στον τόπο που έσκαψαν για τουλάχιστον 30 χρόνια…


Και μετά την Cooper Pedy, σειρά στην ταξιδιωτική ατζέντα μου είχε ο ιερός μονολιθικός βράχος των Αβοριγίνων Uluru–Ayers Rock. Για δυο μέρες περιπλανήθηκα στα όρια του Εθνικού Πάρκου Uluru–Kata Tjuta National Park και θαύμασα τον κοκκινωπό μονολιθικό βράχο (τον μεγαλύτερο του πλανήτη), πληροφορήθηκα για το τοπικό οικοσύστημα και ενημερώθηκα διεξοδικά για τον πολιτισμό των ιθαγενών Αβοριγίνων, των πρώτων κατοίκων της Αυστραλίας…

Κωνσταντίνος Μητσάκης

 

 

 

 

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.