BMW S1000RR: Παρουσίαση των "Μ" αξεσουάρ της!

Βελτιώνουν την αναλογία κιλών ανά ίππο!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

5/3/2020

Από την εποχή που παρουσιάστηκε η BMW S1000RR το 2009, βρέθηκε στην κορυφή του ανταγωνισμού χάρη στην προηγμένη τεχνολογία και τις υψηλές επιδόσεις. Για πάνω από μια δεκαετία η BMW συνέχισε αδιάκοπτα την εξέλιξή της και πέρσι παρουσίασε την τρίτη γενιά της superbike μοτοσυκλέτας της, εξοπλίζοντάς την με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας.

Η σειρά Μ των αυτοκινήτων της BMW συμβόλιζε τις κορυφαίες επιδόσεις, που προέρχονταν από εξαρτήματα τα οποία είχαν εξελιχθεί μέσα απ’ τους αγώνες. Τώρα, η BΜW Motorrad έκανε το ίδιο, δημιουργώντας τη σειρά των αξεσουάρ Μ για την S1000RR, τα οποία έχουν εξελιχθεί μέσα απ’ τη τεχνογνωσία που απέκτησε η βαυαρική εταιρεία στα Motul WSBK.

Στόχος των εξαρτημάτων της σειράς Μ είναι να αυξήσουν τις επιδόσεις της S1000RR, ώστε όταν ο αναβάτης της λάβει μέρος σε ένα track day να αισθάνεται πως οδηγεί μια πραγματική superbike. Η BMW θέλοντας να βελτιώσει την αναλογία κιλών ανά ίππο δημιούργησε πολλά εξαρτήματα από ανθρακονήματα, όπως το εμπρός και πίσω φτερό, το κάλυμμα τη αλυσίδας και του εμπρός γραναζιού της τελικής μετάδοσης. Το ίδιο συμβαίνει και σε διάφορα μέρη του ρεζερβουάρ, που ό,τι πλαστικό υπήρχε έχει αντικατασταθεί από carbon.

Γι' αυτούς που θέλουν να βιώσουν την track day εμπειρία στο έπακρο με την S1000RR, η BMW τους προσφέρει μέχρι και ζάντες κατασκευασμένες από carbon, που μειώνουν σημαντικά το μη αναρτώμενο βάρος και το γυροσκοπικό φαινόμενο, κάνοντας τη μοτοσυκλέτα να αλλάζει πορεία με τη σκέψη. Αντίστοιχα, για όσους θέλουν να απολαύσουν βόλτες με την S1000RR σε δημόσιους δρόμους, η BMW έχει τη λύση με τις χυτές ζάντες αλουμινίου επτά ακτινών.

Μέσα από τα αξεσουάρ της σειράς Μ, ο αναβάτης μπορεί να φέρει ακριβώς στα μέτρα του το τρίγωνο της εργονομίας, χάρη στις τρεις σέλες με διαφορετικό ύψος που μπορεί να επιλέξει και τα πλήρως ρυθμιζόμενα μαρσπιέ και αναδιπλούμενες μανέτες. Μάλιστα, υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη ρυθμιζόμενων μανετών, το κλασσικό που ο ρυθμιστής της απόστασης της μανέτας από το γκριπ βρίσκεται πάνω της και ένα με απομακρυσμένη ρύθμιση μέσω ενός περιστροφικού διακόπτη που βγαίνει πάνω από το τιμόνι, προσφέροντας ταχύτερη και ευκολότερη ρύθμιση. Την ώρα που περιστρέφεις τον διακόπτη, μια ντίζα μεταφέρει την κίνηση στη μανέτα και ρυθμίζει την απόστασή της απ’ το γκριπ.

Είναι ένα εξάρτημα που προτιμά ο Tom Sykes (BMW Motorrad WorldSBK Team) και το είδαμε να το χρησιμοποιεί λίγο πριν την εκκίνηση του Tissot Superpole Race στην Αυστραλία, ενώ χρησιμοποιείται και από αναβάτες των MotoGP. Επίσης, ο αναβάτης μπορεί να επιλέξει με βάση το ύψος του μια από τις τρεις ζελατίνες που διαθέτει η BMW για καλύτερη προστασία απ’ τον αέρα.

Στη λίστα συμπεριλαμβάνεται μια σειρά από πολλά εξαρτήματα που εστιάζουν στην προφύλαξη της S1000RR, όπως οι σίτες για τα ψυγεία νερού και λαδιού, ενώ σε περίπτωση πτώσης μπορεί να αποφευχθούν μεγάλες υλικές ζημιές χάρη στα προστατευτικά καπάκια του κινητήρα και τα προστατευτικά των αξόνων για τους τροχούς. Το φινίρισμα όλων των εξαρτημάτων βρίσκεται σε κορυφαίο επίπεδο, αφού όσα είναι μεταλλικά έχουν κατασκευαστεί σε εργαλειομηχανές CNC, ενώ σε αυτά που είναι από carbon έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην πλέξη τους. Απ’ τη λίστα των αξεσουάρ της σειράς M δεν θα μπορούσε να λείπει και η μπαταρία λιθίου, που χάρη στο χαμηλότερο βάρος της συγκριτικά με τις απλές μπαταρίες αποτελεί ιδανική επιλογή για όσους θα οδηγούν την S1000RR μόνο στη πίστα.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.