Brembo - Αγόρασε το 100% της Ohlins!

Για 370 περίπου εκατομμύρια ευρώ
Brembo buys Ohlins
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

11/10/2024

Στη μεγαλύτερη εξαγορά εταιρείας στην ιστορία της προχώρησε η Brembo, αγοράζοντας το 100% της Ohlins, ενδυναμώνοντας κι άλλο το εντυπωσιακό portfolio του ιταλικού γκρουπ, που κατέχει μεταξύ άλλων τις SBS, J.Juan και Marchesini -την τελευταία κατά 70%.

Στις 11/10/2024 η Brembo υπέγραψε συμφωνία με την Tenneco, για την αγορά του 100% της Ohlins Racing, του σημαντικότερου παγκοσμίως κατασκευαστή premium αναρτήσεων υψηλών επιδόσεων για μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα, τόσο στον OEM τομέα όσο και στον Aftermarket. Θυμίζουμε πως τη δεκαετία του 1980 η Yamaha είχε αγοράσει το 70% της Ohlins, πριν η Ohlins αγοράσει ξανά το ποσοστό αυτό το 2007, ενώ το 2018 η αμερικάνικη Tenneco, θυγατρική της Apollo Global Management, είχε αγοράσει τη σουηδική εταιρεία, για να την πουλήσει τώρα στην Brembo.

“Η Ohlins είναι μια πολύ δυνατή επιλογή για την Brembo. Είναι μια εταιρεία με παγκόσμια αναγνώριση, με γερά θεμέλια και απαράμιλλη φήμη, τόσο στην πίστα όσο και στον δρόμο”, δήλωσε ο Matteo Tiraboschi, Εκτελεστικός Πρόεδρος της Brembo. “Καλωσορίζουμε την Ohlins στο γκρουπ μας, μια σπουδαία ευκαιρία για να επεκτείνουμε την γκάμα προϊόντων μας στους τομείς αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας. Με αυτή την προσθήκη κάνουμε ένα ακόμα βήμα στη στρατηγική μας για να παρέχουμε ολοκληρωμένες έξυπνες λύσεις στους πελάτες μας, δημιουργώντας συνέργειες σε μια ευρεία γκάμα τεχνολογιών οχημάτων.”

Ιδρυθείσα το 1976, η Ohlins Racing έχει βάση το Upplands Väsby στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, ενώ απασχολεί περί τους 500 εργαζόμενους σε δυο εργοστάσια παραγωγής, σε Σουηδία και Ταϊλάνδη, σε δυο R&D κέντρα και σε τέσσερα υποκαταστήματα διανομής σε Η.Π.Α., Γερμανία, Ταϊλάνδη και Σουηδία. Η τεχνολογία αναρτήσεων της Ohlins είναι περιβόητη για την ακρίβεια, τις επιδόσεις και τις καινοτομίες της. Με δεκαετίες ειδίκευσης και προηγμένης μηχανολογίας, η Ohlins Racing προσφέρει μια εκτενέστατη γκάμα προϊόντων που περιλαμβάνουν αμορτισέρ, πιρούνια, σταμπιλιζατέρ, λογισμικό και αλγόριθμους, και αξεσουάρ για τους τομείς OEM & Aftermarket. Η εταιρεία έχει επίσης κορυφαία αγωνιστική κληρονομιά και παρουσία στα μεγαλύτερα Πρωταθλήματα μηχανοκίνητου αθλητισμού στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των MotoGP, Formula 1, World Superbike, NASCAR, κ.α. Η Ohlins Racing προβλέπεται να κλείσει το 2024 με τζίρο 144 εκατομμυρίων δολαρίων Η.Π.Α., με περιθώριο EBITDA μεταξύ 21-22%.

“Είμαστε βέβαιοι πως η Brembo είναι ο κατάλληλος συνεργάτης για να ανεβάσει την Ohlins Racing στο επόμενο επίπεδο”, δήλωσε ο Jim Voss, CEO της Tenneco που διαχειριζόταν τη σουηδική εταιρεία.

“Καθώς ενώνουμε τις δυνάμεις μας με την Brembo, είμαστε έτοιμοι να ξεκλειδώσουμε νέες ευκαιρίες ανάπτυξης και να συνδυάσουμε τις δυνάμεις μας για νέες καινοτομίες, παρέχοντας περισσότερη αξία στους πελάτες και υπαλλήλους μας”, δήλωσε ο Tom Wittenschlaeger, CEO της Öhlins Racing.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη εξαγορά εταιρείας στην ιστορία της Brembo, με την Ohlins να αλλάζει χέρια για 405 εκατομμύρια δολάρια Η.Π.Α. Όπως είθισται σε τόσο μεγάλες εξαγορές, η συμφωνία επίκειται σε έλεγχο από τις αρμόδιες επιτροπές ανταγωνισμού, και αν όλα πάνε καλά αναμένεται να κλείσει τυπικά στις αρχές του 2025.

Θυμίζουμε πως η Brembo είχε προχωρήσει το 2021 στην αγορά της δανέζικης SBS Friction αλλά και της J.Juan στην Ισπανία. Τον περασμένο Φεβρουάριο η ιταλική εταιρεία έκανε είσοδο στην αγορά της Ταϊλάνδης με ένα νέο εργοστάσιο συστημάτων φρένων μοτοσυκλετών. Η Brembo ελέγχει επίσης τη Marchesini, που κατασκευάζει τροχούς μοτοσυκλετών, ενώ οι δραστηριότητες της εταιρείας στον τομέα μοτοσυκλετών αντιστοιχεί στο 13% των συνολικών εσόδων της.

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.