Brembo - “Red Dot 2024: Best of the Best” διάκριση για την GP4-MotoGP
Η δαγκάνα GP4-MotoGP φέρνει τον κόσμο των MotoGP στους δρόμους
Από τον
Αλέξανδρο Λαμπράκη
24/5/2024
Η Brembo ανεβαίνει στο υψηλότερο σκαλί των βραβείων Red Dot, με την κορυφαία της δαγκάνα, GP4-MotoGP, να αποκτά την διάκριση “Best of the Best” για το 2024, φέρνοντας τεχνολογία από τις πίστες, στον δρόμο.
Σχεδιασμένη για τις πιο σύγχρονες μοτοσυκλέτες επιδόσεων, η GP4-MotoGP αποτελεί το απαύγασμα της τεχνογνωσίας της κορυφαίας ιταλικής εταιρείας Brembo, με στόχο να καλύψει τις υψηλές απαιτήσεις των σημερινών μοτοσυκλετών, αλλά και των φαν της αγωνιστικής οδήγησης. Χάρη στο λοξό σχήμα που έχει η απόληξη στα τακάκια, χαρακτηριστικό των MotoGP που επιτρέπει αυξημένη δύναμη πέδησης ασκώντας την ίδια δύναμη στη μανέτα, η δαγκάνα GP4-MotoGP χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα απόδοσης. Ακόμη, εμφανίζει υψηλότερη αντίσταση στον δίσκο, ενώ απελευθερώνει γρήγορα τα τακάκια όταν σταματάς να πιέζεις την μανέτα, συνεισφέροντας στη μεγαλύτερη αντοχή του υλικού τριβής.
Πέραν της απόδοσης, ιδιαίτερη μνεία έχει δοθεί από την Brembo στο κομμάτι της εμφάνισης, με το σχήμα της δαγκάνας να είναι επιθετικό και γωνιώδες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις δαγκάνες, με τις οποίες η ιταλική εταιρεία εξοπλίζει τους αναβάτες σε MotoGP και Motul WSBK, έτσι και εδώ η monobloc δαγκάνα έχει κατασκευαστεί από ένα ενιαίο κομμάτι billet αλουμινίου. Προκειμένου να παραμένει σταθερή η απόδοση ακόμη και σε υψηλές θερμοκρασίες, η GP4-MotoGP έχει δεχτεί σκληρυντική επίστρωση νικελίου. Αυτό, επηρεάζει και τη συνολική εικόνα, δίνοντας ένταση στο ασημένιο χρώμα του αλουμινίου. Ταυτόχρονα εξασφαλίζει διάρκεια και αντοχή στη φθορά, χωρίς να θυσιάζεται στο ελάχιστο η απόδοση στον δρόμο.
Τα βραβεία Red Dot Award μετρούν σχεδόν 70 χρόνια ιστορίας, έχοντας καταφέρει να αναδειχθούν σε έναν από τους πιο επιφανείς διαγωνισμούς σχεδιασμού στον κόσμο. Αποτελεί λοιπόν σημαντικό επίτευγμα για την Brembo το γεγονός ότι η κορυφαία δαγκάνα της γκάμας της αποκτά το σηματάκι “Red Dot”, καθώς πλέον έχει καταφέρει να γίνει συνώνυμο της ποιότητας.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.