CFMOTO - Νέα πατέντα για ρυθμιζόμενο τιμόνι και μαρσπιέ
Σύστημα που μεταβάλλει το ύψος του τιμονιού και των μαρσπιέ εξελίσσουν οι Κινέζοι
Από τον
Παύλο Καρατζά
10/7/2025
Η CFMoto κατέθεσε διπλώματα ευρεσιτεχνίας που δείχνουν το τιμόνι και τα μαρσπιέ να μπορούν ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν με το πάτημα ενός κουμπιού. Μάλιστα δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάτι τέτοιο, καθώς η Damon Motors έχει κάνει κάτι αντίστοιχο.
Η ιδέα μπορεί να φαίνεται αρκετά περίπλοκή, όμως στην περίπτωση της CFMoto τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς η εφαρμογή είναι σχετικά απλή. Ο σχεδιασμός φαίνεται ότι χρησιμοποιεί ένα ανεστραμμένο πιρούνι και τιμονόπλακα, κάτι που σημαίνει ότι θα μπορούσε να τοποθετηθεί και εκ των υστέρων σε υπάρχοντα μοντέλα.
Στην ουσία ένα βραχίονας συνδέεται με την τιμονόπλακα και όταν ο αναβάτης το θελήσει, μπορεί ηλεκτρονικά – με το πάτημα ενός κουμπιού δηλαδή – να μετατοπίσει τα clip on προς τα κάτω ή προς τα πάνω, αναλόγως τον τρόπο οδήγησης που θέλει να ακολουθήσει ή το περιβάλλον που βρίσκεται η μοτοσυκλέτα κάθε φορά. Η εργονομία του κάτω μέρους του σώματος μπορεί να ρυθμιστεί αναλόγως, χάρη στα μαρσπιέ που περιστρέφονται κατά 180 μοίρες, μετακινώντας τα πάνω-κάτω και μπρος-πίσω, ξανά με το πάτημα ενός κουμπιού.
Οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι εξαιρετικά σημαντικές, καθώς μπορούν να φέρουν την μοτοσυκλέτα στα “μέτρα” οποιουδήποτε αναβάτη. Σκεφτείτε ότι έχετε μία naked μοτοσυκλέτα που χρησιμοποιείτε καθημερινά για τις μετακινήσεις σας, στην περίπτωση αυτή τα μαρσπιέ μπορούν να μείνουν σε χαμηλή θέση και το τιμόνι σε υψηλή θέση, εστιάζοντας στην άνεσή σας. Την Κυριακή όμως, έχει καλό καιρό και έχετε φορέσει ένα καλό ζευγάρι ελαστικών και θέλετε να κάνετε ένα track day, τότε ρυθμίζετε το τιμόνι στην χαμηλή θέση και τα μαρσπιέ στην ψηλή και η μοτοσυκλέτα σας είναι “ετοιμοπόλεμη” με το πάτημα ενός κουμπιού, σαν να ρυθμίζετε το ύψος της ζελατίνας στο σκούτερ σας.
Τώρα μένει να δούμε αν η συγκεκριμένη τεχνολογία θα προχωρήσει στάδια και θα εφαρμοστεί από την CFMoto στο μέλλον ή είναι από τις πατέντες που έμειναν μόνο στα χαρτιά και ξεχάστηκαν με το πέρας του χρόνου.
Ducati Triple-X Trinity: Συλλογή με 3 Superleggera στα 275.000 ευρώ
Τρεις γενιές. Τρεις παγκόσμιες πρωτιές. Μια συλλογή.
Από τον
Παύλο Καρατζά
24/8/2026
Η Ducati έσπασε τους κανόνες όταν ξεκίνησε να δημιουργεί τη σειρά Superleggera το 2014. Η συνταγή ήταν απλή: πήρε το ήδη κορυφαίο μοντέλο της – αρχικά την 1199 R Panigale – και βελτίωσε τις επιδόσεις της, μειώνοντας παράλληλα και το βάρος.
Πίσω στο 2014 λοιπόν, όταν η Ducati έπρεπε να καινοτομήσει για να ρίξει το βάρος του κορυφαίου της μοντέλου και η λύση ήταν ένα κράμα μαγνησίου ένα ελαφρύ σύνθετο μέταλλο που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μοτοσυκλέτα παραγωγής. Το υλικό χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα σε πλαίσιο, ψαλίδι και τροχούς, ενώ τιτάνιο και ανθρακόνημα πλαισίωσαν το υπόλοιπο της μοτοσυκλέτας.
Όπως ήταν αναμενόμενο, σειρά πήρε η αναβάθμιση του κινητήρα Superquadro, που εξοπλίστηκε με βαλβίδες εξαγωγής από τιτάνιο, ελαφρύτερο στροφαλοφόρο άξονα με αντίβαρα από βολφράμιο και πιστόνια δύο ελατηρίων. Τα τελευταία αποτέλεσαν μια ακόμη πρωτιά για μοτοσυκλέτα παραγωγής και συνέβαλαν σημαντικά ώστε η 1199 Superleggera να φτάσει την ισχύ των 200 ίππων, ενώ το ξηρό βάρος της μοτοσυκλέτας βρισκόταν στα 155 κιλά και όπως ήταν φυσικό είχε την υψηλότερη αναλογία ισχύος προς βάρος από οποιαδήποτε superbike παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ.
Εξαιρουμένων των πρωτοτύπων, μόλις 500 αριθμημένες 1199 Superleggera έφυγαν από το εργοστάσιο της Ducati στη Μπολόνια και όπως ήταν αναμενόμενο, εξαντλήθηκαν αμέσως. Ακολούθησε η 1299 Superleggera το 2016 και η V4 Superleggera το 2020, με τις δύο τους να εισάγουν παγκόσμιες καινοτομίες για μοτοσυκλέτες παραγωγής και να περιορίζονται αυστηρά σε 500 αριθμημένα τεμάχια. Εννοείται πως κι αυτές εξαντλήθηκαν αμέσως. Η 1299 ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε ανθρακονήματα για όλα τα φέροντα δομικά στοιχεία της, γεγονός που την έκανε 40% ελαφρύτερη από την αντίστοιχη βασική έκδοση της Panigale. Με ισχύ 215 ίππους, ο κινητήρας Superquadro της ήταν επίσης ο τελευταίος και πιο ισχυρός V-twin παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ από τη Ducati.
Όπως υποδηλώνει το όνομά της, η V4 Superleggera διέθετε έναν τεράστιο νέο τετρακύλινδρο κινητήρα που απέδιδε 224 ίππους, ο οποίος εξασφάλισε για άλλη μια φορά στην εξαιρετικά ελαφριά superbike των 159 κιλών ένα ακόμη ρεκόρ αναλογίας. Για πρώτη φορά, ένας κατασκευαστής μοτοσυκλετών εγκατέστησε αεροδυναμικά πτερύγια από ανθρακονήματα, εμπνευσμένα από το MotoGP, στο μπροστινό μέρος και στο πλάι. Στην πράξη, η V4 Superleggera παρήγαγε κάθετη δύναμη 50 κιλών στα 270 χλμ./ώρα.
Συνολικά, οι τρεις αυτές Ducati αντιπροσωπεύουν το υψηλότερο ράφι, όσον αφορά τις επιδόσεις των μοτοσυκλετών παραγωγής. Τρεις πανάλαφρες superbike, η καθεμία με εκπληκτική τεχνολογία που προέρχεται από τον μηχανοκίνητο αθλητισμό – κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε επίπεδο μαζικής παραγωγής – κατασκευάστηκαν με έναν και μοναδικό στόχο: να θέσουν νέα πρότυπα στις επιδόσεις.
Για να το κάνει ακόμα πιο ελκυστικό, η Ducati εδραίωσε τη φήμη της ως συλλεκτικού μοντέλου, περιορίζοντας την παραγωγή κάθε Superleggera σε 500 μονάδες. Αυτό όμως δεν ίσχυσε αυστηρά εδώ, αφού η ιταλική εταιρεία παρήγαγε και μοτοσυκλέτες προπαραγωγής που όμως δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό τους.
Όσο σπάνιο είναι λοιπόν να βρει κανείς μια Superleggera να αγοράσει σήμερα, φανταστείτε πόσο απίθανο είναι να βρει και τις τρεις μαζί! Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει με αυτήν την αγγελία πώλησης από την Αγγλία.
Οι τρεις συγκεκριμένες Ducati Superleggera - 1199, 1299 και V4 - αγοράστηκαν από έναν μόνο ιδιοκτήτη, ο οποίος τις διατήρησε επιμελώς σε κατάσταση βιτρίνας. Τόσο η 1199 όσο και η V4 εμφανίζουν μηδέν χιλιόμετρα στις ψηφιακές οθόνες τους (με την εργοστασιακή προστατευτική μεμβράνη ακόμα στη θέση της), ενώ η 1299 έχει διανύσει μόλις 16 χιλιόμετρα. Και οι τρεις μοτοσυκλέτες διαθέτουν τα πλήρη σετ εργοστασιακών αξεσουάρ και τα αγωνιστικά κιτ τους, τα οποία αφαιρούν τους καθρέφτες και την πινακίδα κυκλοφορίας και προσθέτουν συστήματα εξάτμισης Akrapovič.
Τυχερός λοιπόν θα είναι ο συλλέκτης που θα τις αποκτήσει, με την τσουχτερή τιμή τους να έχει οριστεί στα 275.000 ευρώ.