Dainese: Τελικά άλλαξε χέρια για... 1 ευρώ η ιταλική εταιρεία!
Στα χέρια των πιστωτών της πλέον - Συμφωνία ανταλλαγής μετοχικού κεφαλαίου για αποπληρωμή οφειλών
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
28/7/2025
Για το συμβολικό ποσό του ενός (1) ευρώ η Dainese άλλαξε χέρια με τις Arcmont Asset Management και HPS Investment Partners να είναι πλέον οι νέοι ιδιοκτήτες των Ιταλών.
Πίσω από το γεγονός "κρύβεται" μια συμφωνία ανταλλαγής χρέους με μετοχικό κεφάλαιο (“debt-for-equity takeover”). Αξίζει να σημειωθεί ότι η προηγούμενη εξαγορά από την επενδυτική εταιρεία Carlyle, στην οποία άνηκε μέχρι χτες η Dainese, πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2022, με την αξία της συμφωνίας τότε να ανέρχεται στα 630 εκατομμύρια ευρώ. Τρία χρόνια αργότερα, αυτή η επένδυση ουσιαστικά εξανεμίστηκε. Σύμφωνα με ανθρώπους της Carlyle, πρόκειται για μία από τις πιο ζημιογόνες επενδυτικές κινήσεις του fund.
Οι οικονομικές καταστάσεις των τελευταίων ετών δείχνουν τρία συνεχόμενα έτη με ζημίες, με αποκορύφωμα το έλλειμμα των 120 εκατομμυρίων ευρώ που προέκυψε το 2024.
Οι νέοι ιδιοκτήτες, Arcmont Asset Management και HPS Investment Partners (πρόσφατα εξαγορασμένη από την Black Rock), ήταν ήδη δανειστές της Dainese, με το συνολικό ύψος του χρέους να εκτιμάται κοντά στα 300 εκατομμύρια ευρώ.
Στόχος της συναλλαγής είναι η ενίσχυση της κεφαλαιακής διάρθρωσης της Dainese και η βελτίωση της χρηματοοικονομικής της ευελιξίας, μετά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην αγορά, διαβεβαιώνει η εταιρεία. "Η διαδικασία αυτή δεν θα έχει καμία επίπτωση στη συνήθη λειτουργία, στους εργαζόμενους, στους προμηθευτές ή στους πελάτες".
Οι νέοι ιδιοκτήτες, Arcmont και HPS, είναι περισσότερο γνωστοί στον χώρο του χρηματοοικονομικού δανεισμού, παρά της μακροχρόνιας επένδυσης και ανάπτυξης εταιρειών. Ωστόσο, η ένεση ρευστότητας ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ που διέθεσαν για τη συνέχιση των λειτουργιών δείχνει πρόθεση στήριξης της Dainese σε αυτή την κρίσιμη φάση.
Οι εξελίξεις προκαλούν ερωτηματικά για το μέλλον του ιταλικού brand. Είναι πιθανό πως Arcmont και HPS ήδη αναζητούν τον επόμενο αγοραστή για να περιορίσουν τις απώλειές τους. Δεν θα ήταν απίθανο να υπάρξει ενδιαφέρον από μεγάλες εταιρείες στον χώρο του εξοπλισμού μοτοσυκλέτας.
Αρκετοί σχολιαστές και φαν της Dainese εκφράζουν την άποψη ότι η παρακμή της εταιρείας ξεκίνησε όταν το πάθος και η αυθεντικότητα έδωσαν τη θέση τους σε στρατηγικές επικεντρωμένες αποκλειστικά στην απόδοση και τα περιθώρια κέρδους, μια συνήθης εξέλιξη όταν εισάγονται επενδυτικές εταιρείες με κινητήρια δύναμη τις οικονομικές βλέψεις και όχι την αγάπη για τους δύο τροχούς και τον μηχανοκίνητο αθλητισμό.
Η Dainese είναι ένα ιστορικό brand με βαριά κληρονομιά και ευρύ κοινό. Εάν εν τέλει οι νέοι ιδιοκτήτες της αξιοποιήσουν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, ίσως καταφέρει να επιστρέψει στη θέση που της αξίζει.
MotoCAP: Βήματα πίσω κάνει ο προστατευτικός ρουχισμός αναβάτη - Τι δείχνουν οι δοκιμές ασφάλειας
Μειώνεται αντί να αυξάνεται η αντοχή των υλικών στην τριβή σε πολλές περιπτώσεις – Γιατί γίνεται αυτό
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
1/9/2026
Χωρίς να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ο ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας MotoCAP από την Αυστραλία αναφέρει ότι πληθαίνουν τα παραδείγματα προϊόντων που προσφέρουν λιγότερη προστασία στις νεότερες εκδόσεις τους από εκείνη που είχαν όταν παρουσιάστηκαν αρχικά.
Ο MotoCAP (Motorcycle Clothing Assessment Program), είναι ο πρώτος ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας στον κόσμο, αναφορικά με τα επίπεδα ασφάλειας και άνεσης που παρέχουν. Δημιουργήθηκε στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία από μια κοινοπραξία κυβερνητικών φορέων, λεσχών μοτοσικλέτας και οργανισμών οδικής ασφάλειας και είναι αναγνωρισμένο και από τη FIM, ενώ έχει δοκιμάσει περισσότερα από 1.000 προϊόντα από το 2019 που ξεκίνησε μέχρι σήμερα. Μαζί με τον MotoCAP είναι και ο Consumer Rating & Assessment of Safety Helmets (CRASH), ο οποίος αξιολογεί την προστασία που προσφέρουν τα κράνη.
Από την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας EN17092 το 2020, ο ανεξάρτητος οργανισμός έχει παρατηρήσει στις δοκιμές του ότι πολλά από τα προϊόντα έχουν πλέον χαμηλότερη αντίσταση στην τριβή σε σχέση με εκείνη που είχαν όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν προσφέροντας έτσι χαμηλότερο επίπεδο προστασίας. Αυτό γιατί ίδιοι οι κατασκευαστές έχουν επανασχεδιάσει κάποια από τα προϊόντα τους χρησιμοποιώντας ελαφρύτερα και πιο λεπτά υλικά ώστε να προσφέρουν περισσότερη άνεση στον αναβάτη, η οποία είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλειά του αφού έλλειψη άνεσης μπορεί να προκαλέσει απώλεια συγκέντρωσης κατά την οδήγηση και κατά συνέπεια αυτό να αυξήσει την πιθανότητα εμπλοκής σε κάποιο ατύχημα. Η επανασχεδίαση γίνεται βέβαια και για μείωση του κόστους αφού λιγότερα υλικά (ελαφρύτερα υφάσματα για παράδειγμα σε μπουφάν και παντελόνια) σημαίνει αυτόματα και μικρότερο κόστος για τους κατασκευαστές.
Τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν να υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού EN17092, ωστόσο τα δεδομένα από τις δοκιμές ασφάλειας φέρνουν τα αποτελέσματα πιο κοντά στο επιτρεπτό όριο σε σχέση με πριν και αυτό δείχνει ότι σε περίπτωση πτώσης αυτά τα προϊόντα δεν είναι το ίδιο ανθεκτικά όπως ήταν πριν από λίγα μόλις χρόνια.
Χαρακτηριστικό είναι το γράφημα που ακολουθεί και δείχνει την... οπισθοδρόμηση σε επίπεδο ασφάλειας που προσφέρει ο προστατευτικός ρουχισμός μέσα στα χρόνια. Δείτε πόσες σκουρόχρωμες καφέ τελείες (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση των δύο αξόνων και πόσες στην κορυφή. Τελείες που τοποθετούνται με βάση την αντοχή στην τριβή ενός υλικού σε διάρκεια χρόνου, με τον οριζόντιο άξονα να δείχνει και τη συνολική βαθμολογία και τον κάθετο τη διάρκεια αντοχής του υλικού στην τριβή σε ζώνες υψηλού ρίσκου, όπως είναι για παράδειγμα τα γόνατα, οι παλάμες, οι ώμοι και οι γοφοί (δείτε τη σχετική εικόνα πάνω).
Τα πράγματα είναι ίσως πιο ξεκάθαρα στη δεύτερη στήλη που σχηματίζεται, αξιολόγησης "ΑΑ", όπου τα περισσότερα νέα προϊόντα (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση, ενώ στη μέση της στήλης έχουμε περισσότερα προϊόντα που δοκιμάστηκαν από το 2019 έως το 2024. Και στις δύο αυτές στήλες τα περισσότερα προϊόντα αντέχουν στην τριβή λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο πριν τρυπήσουν με τον οργανισμό να θεωρεί αποδεκτή μια τιμή κοντά στα τρία δευτερόλεπτα και ένα αποτέλεσμα κρίνεται "καλό" όταν η αντοχή ξεπερνά τα 5,6 δευτερόλεπτα. Ως σημείο αναφοράς ο MotoCAP δίνει και την αντοχή συμβατικού παντελονιού Denim γνωστής εταιρείας, το οποίο αντέχει στην τριβή 0,4-0,6 δλ. στις δοκιμές του οργανισμού.
Ο οργανισμός χρησιμοποιεί και πιο απτό παράδειγμα αναφέροντας συγκεκριμένο προϊόν -χωρίς να το κατονομάζει- το οποίο είχε αντοχή στην τριβή που έφτανε τα 3,7 δευτερόλεπτα όταν παρουσιάστηκε και νεότερες εκδοχές του έριξαν αυτή την τιμή στο 1,2 δευτερόλεπτο χωρίς παράλληλα να αλλάξει η τιμή του προϊόντος στο ράφι.
Με δύο "Α" ο MotoCAP αξιολογεί τα προϊόντα που προσφέρουν επίπεδο ασφάλειας που χρειάζεται για να κινηθεί κανείς σε δρόμους εκτός πόλης όπου ο συντελεστής τριβής είναι υψηλότερος και χρειάζονται υλικά υψηλότερης αντοχής για το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας. Προϊόντα με ένα "A" είναι καλύτερο να χρησιμοποιούνται σε αστικό περιβάλλον όπου ο συντελεστής τριβής είναι χαμηλότερος, οπότε μικρότερη είναι και η πιθανότητα να τρυπήσει, για παράδειγμα, ένα μπουφάν που τρίβεται στην άσφαλτο. Με "ΑΑΑ" αξιολογείται ο ρουχισμός που προσφέρει ακόμη πιο υψηλό επίπεδο προστασίας στην τριβή.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ο οργανισμός αναφέρεται συγκεκριμένα σε δρόμους που έχουν άσφαλτο (Bitumen) και πιο χοντρό χαλίκι από αυτό που χρησιμοποιείται στους ευρωπαϊκούς δρόμους (Chip Seal), οι οποίοι έχουν πιο άγρια επιφάνεια και έχουν 4,5 υψηλότερο συντελεστή τριβής από έναν συμβατικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Να σημειωθεί επίσης πως οι κατασκευαστές σαφώς και έχουν το δικαίωμα να επανασχεδιάσουν τον προστατευτικό ρουχισμό που διαθέτουν ώστε να προσφέρει αυτός χαμηλότερο επίπεδο προστασίας, κάτι που δεν είναι επιχειρηματικά μεμπτό (ηθικά όμως;) εφόσον το προϊόν εξακολουθεί να υπερκαλύπτει τα όρια που έχουν τεθεί στις δοκιμές ασφάλειας.
Ο MotoCAP αναφέρει επίσης ότι οι κατασκευαστές προχωρούν σε αυτή την ενέργεια γιατί τα όρια για το EN17092 είναι χαμηλά και αυτό τους επιτρέπει να μειώσουν το κόστος για τους ίδιους αφαιρώντας επίπεδα προστασίας χωρίς να διακινδυνεύουν κακή αξιολόγηση. Από την άλλη όμως όχι μόνο δεν βελτιώνουν το επίπεδο ασφάλειας αλλά το κατεβάζουν κιόλας.