Δημοπρασία ενός σπάνιου Ducati 996 SPS Factory Replica
Η 147η μοτοσυκλέτα από τις 150 που κατασκευάστηκαν
Από τον
Κώστα Γκαζή
20/9/2023
Ο οίκος Bonhams “βγάζει στο σφυρί” ένα σπάνιο Ducati 996 SPS Factory Replica, στη δημοπρασία The Zoute Sale που θα γίνει στις 8 Οκτωβρίου στο Βέλγιο, και μάλιστα με ιδιαίτερα χαμηλή τιμή εκκίνησης.
Το 996 SPS Factory Replica είναι καρπός της απόλυτης κυριαρχίας της Ducati στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα WSBK τη δεκαετία του 1990, όταν το Borgo Panigale είχε κερδίσει οκτώ Παγκόσμια Πρωταθλήματα Αναβατών με τον θρυλικό Carl Fogarty, αρχικά με το 916 και κατόπιν με το 996.
Για να αποτίσει φόρο τιμής στους 8 αυτούς τίτλους, η Ducati παρουσίασε το 1998 την έκδοση περιορισμένης παραγωγής (μόλις 202 μοτοσυκλέτες)916 SPS “Fogarty Replica”, κατόπιν απαίτησης του Βρετανού εισαγωγέα της εταιρείας, Moto Cinelli.
Αφότου το 916 αναβαθμίστηκε σε 996, και με τη Ducati να έχει ξεπουλήσει άμεσα την Fogarty Replica, οι Ιταλοί παρουσίασαν το 1999 την 996 SPS Factory Replica, σε μόλις 150 αντίτυπα, που διατέθηκαν σε Ευρώπη, Ιαπωνία και Αυστραλία.
Οι εκδόσεις SPS (Sport Production Special) ήταν ελαφρύτερες και πιο ισχυρές(124 hp)από τις βασικές εκδόσεις 916 & 996, φορτωμένες μοναδικά έξτρα αξεσουάρ (Marchesini τροχούς,Ohlinsαμορτισέρ πίσω και Showa πιρούνι που έγινε Ohlins το 2020), είχαν ρυθμιζόμενη γεωμετρία και ήταν αρκετά πιο ακριβές, ενώ σήμερα βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις όσον αφορά στα πιο επιθυμητά συλλεκτικά μοντέλα της Ducati.
Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας έχει τον αριθμό 147, από τις 150 που κατασκευάστηκαν, ενώ έχει διανύσει μόλις 4.180 χλμ., και μοιάζει λες και μόλις βγήκε από την κούτα! Η μοτοσυκλέτα αρχικά είχε ταξινομηθεί στην Ιαπωνία, ενώ κατόπιν εισήχθη στο Βέλγιο.
Όσον αφορά στην τιμή που ο οίκος Bonhams υπολογίζει να πωληθεί η 996 SPS Factory Replica, αυτή βρίσκεται ανάμεσα στα 20 και 30.000 ευρώ -την λες και τιμή ευκαιρίας.
Λονδίνο-όριο 30 χλμ./ώρα: Μείωση θανατηφόρων τροχαίων κατά 40% αναφέρουν οι αρχές
Εφαρμόζεται στους μισούς δρόμους του Λονδίνου - Εξετάζεται η εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο
Από τον
Παύλο Καρατζά
15/9/2026
Πάνω από τους μισούς δρόμους του Λονδίνου έχει πλέον όριο ταχύτητας 20 μίλια (32 χιλιόμετρα) ανά ώρα και η Transport for London, ένας φορέας της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου μεταφορών στο Λονδίνο, επικαλείται στοιχεία που δείχνουν ότι το χαμηλότερο αυτό όριο ταχύτητας έχει μειώσει τα θανατηφόρα τροχαία κατά 40%, την ίδια ώρα που οι βουλευτές εξετάζουν αν η Αγγλία πρέπει να υιοθετήσει τα 20 μίλια ανά ώρα ως το προεπιλεγμένο όριο ταχύτητας σε εθνικό επίπεδο.
Σύμφωνα με την πολιτική “Safe Speeds” της TfL, η ταχύτητα παίζει ρόλο στα περίπου μισά θανατηφόρα τροχαία στο Λονδίνο, ενώ η πρόσκρουση με ταχύτητα 30 μίλια (48 χιλιόμετρα) ανά ώρα αυξάνει πέντε φορές τις πιθανότητες θανάτου σε σύγκριση με την πρόσκρουση με ταχύτητα 20 μίλια ανά ώρα.
Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν την πολιτική “Vision Zero” του Δημάρχου, η οποία στοχεύει στο να μην υπάρξουν νεκροί ή σοβαρά τραυματίες στους δρόμους του Λονδίνου έως το 2041, και έχει οδηγήσει σε σταθερή επέκταση των ορίων ταχύτητας των 20 μίλια ανά ώρα σε ολόκληρη την πρωτεύουσα τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Επί του παρόντος, 166 μίλια (267 χιλιόμετρα) του οδικού δικτύου της TfL (περίπου οι μισοί δρόμοι της αγγλικής πρωτεύουσας) έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα, ενώ τα δύο τρίτα των δήμων του Λονδίνου εφαρμόζουν πλέον το όριο αυτό στο μεγαλύτερο μέρος των δρόμων τους.
Η προγραμματισμένη επόμενη φάση στοχεύει στην επέκταση του ορίου σε τουλάχιστον 40 επιπλέον μίλια (64 χιλιόμετρα) έως το 2030, γεγονός που θα σημαίνει ότι πάνω από το 80% των δρόμων στο κεντρικό και εσωτερικό Λονδίνο θα έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα.
Η αιτιολόγηση της επέκτασης αυτής βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη ανάλυση του αστικού ορίου ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα που εφαρμόστηκε σε δρόμους των δήμων μεταξύ 1989 και 2013. Η TfL διαπίστωσε μείωση κατά 40% των θανάτων σε αυτούς τους δρόμους (από 15 σε 9), σε σύγκριση με μείωση μόλις 7% των θανάτων σε άλλα σημεία του δικτύου των δήμων κατά την ίδια περίοδο.
Ο αριθμός των νεκρών ή των σοβαρά τραυματισμένων μειώθηκε κατά 34% (από 395 σε 260) στα προγράμματα που μελετήθηκαν, έναντι μείωσης 15% στο ευρύτερο οδικό δίκτυο, ενώ οι συγκρούσεις και τα θύματα συνολικά μειώθηκαν κατά 35% και 36% αντίστοιχα, σε σύγκριση με μείωση 12% αλλού. Η μείωση στον αριθμό των νεκρών παιδιών ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: 75%, από τέσσερις θανάτους σε έναν, έναντι μηδενικής μεταβολής σε άλλους δρόμους.
Η TfL απέρριψε επίσης την υπόθεση ότι τα χαμηλότερα όρια ταχύτητας βλάπτουν την ποιότητα του αέρα, παραπέμποντας σε έρευνα του Imperial College London που δείχνει ότι οι ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα δεν έχουν καθαρή αρνητική επίδραση στις εκπομπές καυσαερίων και ότι ο ομαλότερος τρόπος οδήγησης που παρατηρείται στις ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα – με λιγότερες απότομες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις – μειώνει στην πραγματικότητα τις εκπομπές σωματιδίων από τη φθορά των ελαστικών και των φρένων, σε σύγκριση με τις ζώνες των 30 μίλια ανά ώρα.
Στον αντίποδα, είναι αρκετά δύσκολο να κινείσαι στο κέντρο της πόλης με μοτοσυκλέτα με όριο τα 32 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθώς λίγο περισσότερο να περιστρέψεις τον καρπό του δεξιού σου χεριού και θα είσαι πριν το καταλάβεις πάνω από το όριο. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να ελέγχεις συνεχώς το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας, που με τη σειρά του σημαίνει πως δεν θα έχεις όλη την προσοχή σου στον δρόμο. Αν συνυπολογίσουμε σ’ αυτό αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πατίνια, πεζούς, φανάρια, άλλες μοτοσυκλέτες και διαβάσεις πεζών που πρέπει να έχουμε στο νου μας, η “καθημερινή αποστολή” γίνεται ακόμη πιο απαιτητική, ειδικά στην χώρα μας το όριο αυτό με βάση την οδηγική παιδεία που δεν έχουμε θα ήταν άκρως επικίνδυνο για τους μοτοσυκλετιστές.
Ο χρόνος επίσης που απαιτείται για να καλύψουμε την ίδια απόσταση αυξάνεται δραματικά. Για παράδειγμα αν θέλουμε να καλύψουμε μία απόσταση 20 χιλιομέτρων, αν πηγαίνουμε με 48 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 25 λεπτά, ενώ αν κινούμαστε με 32 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 37 λεπτά! Σίγουρα λοιπόν το μέτρο φαίνεται να δουλεύει όσον αφορά τα θανατηφόρα τροχαία, όμως υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που πρέπει να εξεταστούν.