Δοκιμή: Παντελόνι PMJ New Rider

Προστασία με στιλ!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

28/5/2021

Ποιος είπε ότι το να φοράς, όχι απλώς τον απαραίτητο, αλλά και τον καλύτερο με τις υψηλότερες προδιαγραφές προστατευτικό εξοπλισμό, σε βγάζει αυτομάτως από την λίστα των… στιλάτων αναβατών; Ποιος θεωρεί ότι ο μοτοσυκλετιστικός εξοπλισμός του περιορίζει τις ενδυματολογικές επιλογές για την καθημερινή μετακίνηση και τις βόλτες του;

Και στις δύο περιπτώσεις, όποιο κι αν είναι αυτό το υποθετικό-ρητορικό πρόσωπο, είναι εντελώς λάθος! Το έχουμε πει και το λέμε εδώ και χρόνια παρουσιάζοντας αμέτρητα παραδείγματα, αλλά το πιο πρόσφατο, το νέο jean παντελόνι PMJ New Rider Twaron Single Layer, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό.

Το συγκεκριμένο παντελόνι είναι επίσης και η πιο πρόσφατη προσθήκη στον εξοπλισμό μας, παίρνοντας μάλιστα το "βάπτισμα του πυρός" σε δύσκολες συνθήκες, καθώς το φορέσαμε στην παρουσίαση των νέων ελαστικών της Bridgestone T32, με 800 χιλιόμετρα οδήγησης σε δύο μέρες, με τα μισά από αυτά σχεδόν υπό βροχή και κρύο!

Τι είναι όμως αυτό που κάνει τόσο ιδιαίτερο το συγκεκριμένο παντελόνι της ιταλικής PMJ; Αρχικά πρόκειται για μια καινοτόμα τεχνολογία κατασκευής, η οποία πραγματικά αποτελεί επανάσταση στον τομέα των casual μοτοσυκλετιστικών παντελονιών. Ο λόγος για την τεχνολογία που ονομάζεται single-layer και αλλάζει τα δεδομένα σε ό,τι αφορά την παραδοσιακή χρήση του αραμιδίου σε συνδυασμό με το denim. Εδώ να σημειώσουμε ότι η PMJ κατασκευάζει jeans για πολλές μεγάλες φίρμες στο χώρο της ένδυσης κι αυτό έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στην εφαρμογή και την γραμμή των δικών της προϊόντων, όπως θα δούμε παρακάτω.

Οι προδιαγραφές και τα στάνταρ για την κατασκευή του συγκεκριμένου παντελονιού τέθηκαν από το ίδιο το εργοστάσιο πολύ ψηλά από την αρχή, καθώς το ζητούμενο ήταν ένα jean παντελόνι κατασκευασμένο ως single layer, με την πλέξη δηλαδή του αραμιδίου με το denim σε όλη την επιφάνεια (T-Tex) και όχι ως ενισχυτική στρώση σε επιλεγμένα σημεία, το οποίο θα μπορεί να φορεθεί όπως ένα κανονικό jean. Θα έπρεπε επίσης να προσφέρει αντίσταση κατά της τριβής σε επίπεδα αντίστοιχα με το δέρμα και ταυτόχρονα να διατηρηθεί το κόστος χαμηλό. Επιπλέον απαραίτητη προϋπόθεση η ευκολία στο πλύσιμο και με slim εφαρμογή, αλλά να μπορεί να φορεθεί πάνω από μια street μπότα! Φυσικά, οι υποδοχές για προστασίες σε γοφούς και γόνατα, ήταν εκ των ων ουκ άνευ.

Οι δοκιμές για την αντοχή του δέρματος που έγιναν σε ειδικά μηχανήματα με το πρωτόκολλο ΕΝ 13595, έδειξαν μια αντοχή στην τριβή της τάξης των 2,1 δευτερολέπτων, ενώ η πιστοποίηση του jean σύμφωνα με τον κανονισμό 17092-4 CE της Ε.Ε. ήταν επιπέδου Α.

Κι αν όλα αυτά στα χαρτιά ακούγονται εντυπωσιακά, στην πράξη το αποτέλεσμα είναι ακόμη καλύτερο! To πρώτο πράγμα που διαπιστώσαμε, έχοντας και την εμπειρία από αντίστοιχα μοτοσυκλετιστικά jean, είναι το πόσο μαλακό και ελαφρύ ήταν το ύφασμα, σε σχέση με αντίστοιχα παντελόνια άλλων εταιρειών, που χωρίς υπερβολή είχαν το σχεδόν διπλάσιο βάρος. Η γραμμή του PMJ New Rider είναι slim (και όχι skinny) ενώ είναι και ελαστικό, γεγονός που βοηθά στο να φορεθεί πάνω από μια street ή και touring μπότα, όπως αυτή που φορούσαμε στην παρουσίαση των ελαστικών της Bridgestone. Η γραμμή του δεν ξεχωρίζει σε τίποτα από αυτή ενός συμβατικού jean, χωρίς εξωτερικές ραφές, ενώ και η εφαρμογή είναι εξόχως άνετη με το νούμερο της μέσης να ανταποκρίνεται ακριβώς στα αντίστοιχα των απλών casual jeans.

Το μικρότερο βάρος και όγκος έχει και ευεργετική επίδραση στην θερμοκρασία που "ανεβάζεις" φορώντας το, κάτι που είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε στην διαδρομή από το Λάτιο μέχρι την Τοσκάνη όπου αλλάξαμε τουλάχιστον δέκα φορές εποχές… Από καλοκαίρι μέχρι χειμώνα σε μερικά μόλις χιλιόμετρα, με το παντελόνι της PMJ να επιδεικνύει μέχρι και… ισοθερμικές ιδιότητες. Μόνο στα πολύ κρύα ορεινά περάσματα μπορούσα να αισθανθώ την πτώση της εξωτερικής θερμοκρασίας που έφτανε μέχρι και τους 10 βαθμούς, χωρίς όμως ποτέ να νιώσω την ανάγκη να βάλω και ένα ισοθερμικό από μέσα. Αντίστοιχα, στα πιο ζεστά μέρη και σε συνδυασμό με μοτοσυκλέτες που εξέπεμπαν αρκετή θερμότητα από τον κινητήρα τους, τα πόδια μου δεν θύμιζαν μπριζολάκια σε μπάρμπεκιου, με τις "μονωτικές" ικανότητες του παντελονιού να παίρνουν άριστα.

Στο πλύσιμο η συμπεριφορά του υφάσματος είναι αυτό που περιμένεις από ένα ποιοτικό jean, χωρίς να υπάρχει συρρίκνωση ή απώλεια χρώματος, ενώ δεν χρειάζεται και πρακτικά καθόλου σιδέρωμα, γεγονός που σίγουρα θα ενδιαφέρει όσους ή όσες έχουν αναλάβει τον τομέα "μπουγάδα" στο σπίτι…

Σε όλα τα παραπάνω, προσθέστε και το πολύ καλό επίπεδο τιμής στα 149 ευρώ, που σε σχέση με την κατηγορία είναι σε ένα άκρως ανταγωνιστικό πλαίσιο, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ουσία μιλάμε για ένα τεχνικό ρούχο μοτοσυκλέτας.

Τα παντελόνια της PMJ μπορείτε να τα βρείτε στην Moto Fashion, Καλλιρρόης 27, Νέος Κόσμος, τηλ. 210-8547681-2

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.