Ε.Ε.Συμβ.: Γεμάτη αδυναμίες χωρίς οφέλη, η κατασκευή των αυτοκινητόδρομων στην Ελλάδα!

Οι συμβάσεις παραχώρησης ήταν ένα λάθος...
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/3/2018

Με Ειδική Έκθεση το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, δημοσιεύει τα αποτελέσματα επιτόπου έρευνας για έργα μεταφορών με συμβάσεις παραχώρησης σε Γαλλία, Ελλάδα, Ιρλανδία και Ισπανία, καταλήγοντας με τα χειρότερα για τους αυτοκινητόδρομους της χώρας μας. Ο λόγος που ελέγχθηκαν οι χώρες αυτές, είναι γιατί αντιπροσωπεύουν το 70% του συνολικού κόστους έργων με συμβάσεις παραχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Ελλάδα να κρατά τα σκήπτρα στην ανατίμηση των έργων αυτών.

Σχεδόν έχει συμπληρωθεί δεκαετία από τότε που γράφαμε στο ΜΟΤΟ πως το μόνο σωστό με τα διόδια και τις συμβάσεις παραχώρησης, είναι να ακυρωθούν πλήρως, για να δεχτούμε μεταξύ άλλων και την αντίδραση των εταιριών. Μονάχα που εμείς δεν γράφαμε για τις Συμβάσεις Παραχώρησης, γιατί δεν θέλαμε να δεχτούμε πως θα πληρώνουμε διόδια, αλλά γιατί είχαμε διαβάσει και τις 1.600 σελίδες επί τρεις φορές για κάθε μία τότε, και τραβούσαμε τα μαλλιά μας με όλα όσα συμφωνούσε τότε το Ελληνικό Κράτος. Είχαμε φτάσει μάλιστα και σε σχετικό διάλογο, σε μία από τις συζητήσεις μας με εκπρόσωπο τύπου:

«Να έρθετε στην Λάρισα, θα βάλουμε ένα ελικόπτερο για τους δημοσιογράφους που φέρνουν αντιρρήσεις, και θα πετάξουμε πάνω από τα Τέμπη, να δείτε ότι τρυπάμε το βουνό και πόσο τεράστιο έργο κάνουμε» Η δική μας απάντηση ήταν η εξής απλή:

«Ευχαριστούμε αλλά δεν έχει κανέναν νόημα η πτήση με το ελικόπτερο. Δεν αμφισβητούμε πως ανοίγετε τρύπες στο βουνό, ούτε πως είναι ένα τεράστιο έργο. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται. Με μικρότερο ή το ίδιο κόστος θα το έκανε το κράτος μόνο του ή ακόμα κι εγώ ο ίδιος, ο κάθε ιδιώτης χωρίς κεφάλαιο δηλαδή. Διότι προεισπράττοντας για ένα μεγάλο διάστημα το αρχικό κεφάλαιο από τα διόδια που παραχωρούνται και με το κράτος εγγυητή της επένδυσης, δεν απαιτείται καμία εταιρία! Ο καθένας μας το έκανε, πόσο μάλλον το ίδιο το κράτος, αν μπορούσε να λειτουργήσει ως κράτος φυσικά».

Το πρόβλημα των ΣΔΙΤ που λίγες φωνές τότε περιέγραψαν, ανάμεσά τους και το MOTO από τους πρώτους, έρχεται τώρα το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο να το επικυρώσει!

 

Στην πολυσέλιδη έκθεσή του που την παραθέτουμε αυτούσια αν θέλετε να την διαβάσετε στο τέλος του άρθρου, το Ελεγκτικό Συνέδριο καταλήγει πως οι ΣΔΙΤ δεν είναι πάντα η καλύτερη περίπτωση για την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου, ενώ τονίζει πως η διάθεση των Ευρωπαϊκών Κονδυλίων δεν έχει αξιοποιηθεί όπως θα έπρεπε. Να τονίσουμε βέβαια πως στην απορρόφηση πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα κατέχει τα σκήπτρα έχοντας εισπράξει το 59% του συνολικού ποσού της συνεισφοράς. Το ιδιαίτερο πρόβλημα της Ελλάδας από την άλλη πλευρά, είναι πως με τις υπερβολικές εγγυήσεις που έδωσε στον ιδιωτικό τομέα και την μείωση διέλευσης από τα διόδια εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, βρέθηκε να εγγυάται τόσο το ίδιο το έργο, όσο και το κέρδος της επένδυσης!

Με την απότομη αύξηση της τιμής πώλησης των καυσίμων που το ίδιο το κράτος επέβαλλε, δόθηκε το τελειωτικό χτύπημα για τα έργα με τις εταιρίες να διακόπτουν την συνέχειά τους εξαιτίας της πολύ μικρής διέλευσης από τους σταθμούς των διοδίων. Εκεί, όπως λέει η Έκθεση, το Δημόσιο βρέθηκε ανάμεσα σε ένα δίλλημα από δύο εξίσου ζημιογόνες επιλογές, εξαιτίας των Συμβάσεων Παραχώρησης που υπέγραψε, λίγο πριν φύγει από την πολιτική για να ζήσει πλούσια τα γερατειά του ο Σουφλιάς!

Όπως είπε επί λέξη στο MOTO ο κ. Μαυραγάνης πριν λίγες μέρες, όταν του αναφέραμε την αδικία να πληρώνει μία μοτοσυκλέτα το 70% του αντιτίμου ενός οικογενειακού αυτοκινήτου, ξεκινώντας συζήτηση για τις Συμβάσεις Παραχώρησης: «Αφήστε έχουμε δει δράκους και τέρατα όταν κοιτούσαμε όλα όσα είχαν υπογράψει. Δεν πιστεύαμε όλα όσα είχαν συμφωνήσει!»

Η Έκθεση κάνει ειδική μνεία στα 13 κράτη μέλη που κατασκευάζουν δρόμους χωρίς συμβάσεις παραχώρησης, αλλά και βρίσκει και τις διαφορές από κράτος σε κράτος, ανάμεσα στα παραπάνω που ελέγχτηκαν, ακριβώς γιατί αποτελούν το 70% του κόστους.

Η Ελλάδα είναι το χειρότερο παράδειγμα. Το Δημόσιο επέλεξε την επανεκκίνηση των έργων, ως λιγότερο άσχημη λύση, μονάχα που τα έργα έγιναν μικρότερα από αυτό που αρχικά έπρεπε πράγμα το οποίο αποτελεί ξεχωριστή αιτία για την μειωμένη διέλευση που παρουσιάζουν. Επιπρόσθετα το κόστος ανά χιλιόμετρο έφτασε να αυξηθεί έως και 47% για τον Αυτοκινητόδρομο Ε-65 (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) και έως και 69% και την Ολυμπία Οδό με ταυτόχρονη μείωση της έκτασης των έργων κατά 55% και 45% αντίστοιχα! Πλέον το κόστος έφτασε ακόμα και τα 20,2 εκατ. Ευρώ ανά χλμ, ένα κόστος που καταλήγει στον φορολογούμενο απευθείας και φυσικά περιλαμβάνει το κέρδος της εταιρίας αλλά και του Δημοσίου!

Πρέπει επίσης να τονισθεί πως ευθύνη έχει και το Δημόσιο, καθώς πριν την οικονομική κρίση, έδωσε στις εταιρίες στρεβλή εικόνα χρήσης των αυτοκινητόδρομων και υπερβολικά αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον. Καθιστούσε έτσι την βιωσιμότητα της επένδυσής τους εξ αρχής δύσκολη. Η οικονομική κρίση απλά συρρίκνωσε περισσότερο τα νούμερα, οδηγώντας στην πλήρη διακοπή των έργων.

Οι Ευρωπαίοι ελεγκτές διαπιστώνουν πως έργα με συμβάσεις παραχώρησης σε τόσο μεγάλο βάθος χρόνου είναι μία πρακτική που δεν πρέπει να γίνεται και ζημιώνει τους φορολογούμενους. Ταυτόχρονα εκμηδενίζει τον ανταγωνισμό, αποδυναμώνει την διαπραγματευτική θέση του Δημοσίου, υπονομεύει την οικονομική αποδοτικότητα και την διαφάνεια!

Διαβάστε αναλυτικά την Ειδική Έκθεση:

 

 

Συνημμένα

Δελτίο στα καύσιμα στην Ε.Ε. εξετάζει η Κομισιόν προειδοποιώντας για μακρά ενεργειακή κρίση

“Θα είναι μια μακρά κρίση … οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν ψηλά για πολύ καιρό”
διϋλιστήριο
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/4/2026

Με αυτή τη δήλωση ο Επίτροπος Ενέργειας, Dan Jorgensen, προειδοποιεί πως τα χειρότερα δεν έχουν περάσει για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα ο περιορισμός της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ – ή, ακριβέστερα, το κλείσιμό τους για τους συμμάχους των ΗΠΑ και Ισραήλ – και οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και ενεργειακές υποδομές στην περιοχή έχουν προκαλέσει εδώ και έναν μήνα ράλι ανόδου στις τιμές του πετρελαίου, ενώ δεν διαφαίνεται λύση στον κοντινό ορίζοντα.

Όπως δήλωσε ο Jorgensen, “η ρητορική και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούμε είναι τώρα πιο σοβαρές απ’ ό,τι νωρίτερα στην κρίση. Η αναλύσεις μας έδειξαν πως αυτή θα είναι μια μακρόχρονη κατάσταση και οι χώρες πρέπει να βεβαιωθούν πως έχουν όσα χρειάζονται”.

Αν και στις Βρυξέλλες δεν κάνουν ακόμη λόγο για εφοδιαστική κρίση, είναι δεδομένο πλέον πως ο σχεδιασμός γίνεται ενόψει μιας κατάστασης με μακρόχρονες και επίμονες συνέπειες, γεγονός που για την Κομισιόν σημαίνει πως πρέπει να προετοιμαστεί για το χειρότερο σενάριο.

Αυτό μεταφράζεται σε μερικά ακραία μέτρα, ένα από τα οποία έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Η Ε.Ε. έβαλε χέρι στα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της τον περασμένο μήνα προκειμένου να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων – ειδικότερα σε κρίσιμους τομείς, όπως οι αερομεταφορές και η βιομηχανία – και δεν αποκλείεται να χρειαστεί να το ξανακάνει σύντομα, αλλά αυτή προφανώς είναι περισσότερο μια σπάνια λύση ανάγκης παρά μια βιώσιμη επιλογή που μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές.

Ομοίως, ένα ακόμη “χειρότερο σενάριο” που ο Jorgensen δεν αποκλείει είναι η καταφυγή σε ποσοτικούς περιορισμούς στη διάθεση καυσίμων. Το λεγόμενο δελτίο στα καύσιμα είναι ένα μέτρο που θα ληφθεί αν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο.

Και, όταν μιλάμε για απροχώρητο, αυτό δεν αφορά φυσικά μόνο για τα καύσιμα των ΙΧ οχημάτων, αλλά τις εμπορευματικές μεταφορές και την βιομηχανική ενέργεια που προφανώς έχουν προτεραιότητα στον σχεδιασμό των Βρυξελλών.

“Εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα και είναι ξεκάθαρο πως, όσο η κατάσταση σοβαρεύει, τόσο περισσότερο θα χρειαστεί να εξετάσουμε και νομοθετικά εργαλεία. Πρέπει να κρατήσουμε τις επιλογές μας ανοικτές και, αν αυτή είναι μια κρίση μακράς διάρκειας, ως προβλέπω, τότε θα χρειαστούμε αυτά τα μέτρα αργότερα,” εξήγησε ο Δανός Επίτροπος.

Ωστόσο η ανατροπή στην ενεργειακή στρατηγική της Ε.Ε. μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν επηρεάζεται από καμιά κρίση και ο Jorgensen το ξεκαθάρισε πως δεν υπάρχει περίπτωση να στραφεί τώρα η Ευρώπη σε ρωσικά καύσιμα, καθώς θα συνεχίσει να τα προμηθεύεται από τις ΗΠΑ και “άλλους συμμάχους”.