Eicma 2021: Το πρώτο mousse ελαστικών για street χρήση! Πότε έρχεται

Μεικτή λύση με συμπλήρωση αέρα
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

6/12/2021

Το πρώτο παγκοσμίως mousse ελαστικών για ασφάλτινη καθημερινή χρήση, παρουσίασε η RISEMOUSSE, μία μικρή εταιρεία με έδρα την Ιταλία που πρωτοπορεί όμως στην συγκεκριμένη λύση για τα ελαστικά.

Τα mousse είναι η καλύτερη συντροφιά για όλους τους αγωνιζόμενους στο χώμα και εξασφαλίζουν την λειτουργία του ελαστικού χωρίς αέρα, που σημαίνει πως οι αγωνιζόμενοι συνεχίζουν κανονικά την πορεία τους αδιαφορώντας για τρύπες και μικρό-χτυπήματα στην ζάντα που διαφορετικά θα είχαν οδηγήσει σε απώλεια αέρα ενός tubeless ελαστικού ή την καταστροφή του αεροθαλάμου (σαμπρέλα) που είναι επίσης εξαιρετική λύση στο χώμα.

Κάθε φορά που «εντουράδες» έρχονται στο Mega Test, κάνουν την ίδια ερώτηση όταν αρχίζουν να βιώνουν την διαδικασία των απανωτών αλλαγών ελαστικών ή την ανάγκη να βάλουμε ορισμένες φορές σαμπρέλες σε tubeless ελαστικά για να συνεχίσουμε μετά από κάποιο χτύπημα πέτρας. Οι μεγάλες Adventure πάσχουν στο χώμα σε αυτό το κομμάτι (και σε αυτό το κομμάτι όπως κάθε φορά επαναλαμβάνουμε) ιδιαίτερα αν χαμηλώσεις πιέσεις για να βρεις περισσότερη πρόσφυση. Η απώλεια αέρα είναι δεδομένο πως θα συμβεί σε μία παρέα δέκα μοτοσυκλετών. Κι έτσι σχεδόν σε κάθε νέο συμμετέχοντα σε Mega Test γεννάται το ερώτημα αν θα μπορούσαμε να αποφύγουμε αυτή την ταλαιπωρία χρησιμοποιώντας mousse. Η απάντηση είναι πως όχι, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο μέχρι να βγει ένα νέο προϊόν. Και είναι ανέφικτο γιατί μετά την πρώτη μέρα, το πολύ μετά την δεύτερη ημέρα ενός Mega Test τα mousse θα είχαν γράψει τόσους πολλούς θερμικούς κύκλους που θα είχαν χάσει πλέον την συνοχή τους και θα διαλύονταν μέσα στο ελαστικό. Ακόμη και με οδήγηση σε μικρές ταχύτητες, τα mousse δεν θα επέτρεπαν την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων και το κυριότερο δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την μεικτή οδήγηση, όπου βγαίνεις από τον χωματόδρομο σε κάποιο ορεινό επαρχιακό, κάπου στην Βοσνία για παράδειγμα, και αρχίζεις να οδηγείς τέρμα γκάζι και να χαίρεσαι την ταχύτητα για πρώτη φορά μετά από πολλά χιλιόμετρα 1η-2α και λίγο 3η σε απαράδεκτα σκληρές συνθήκες χωματόδρομου.

Με τα παραπάνω μόλις περιγράψαμε και τα προβλήματα που καλείται να προσπεράσει ένα τέτοιο νέο προϊόν που μας έδειξε από κοντά η Risemousse. Η Eicma, η μεγαλύτερη έκθεση μοτοσυκλέτας παγκοσμίως, τραβά όλα τα βλέμματα και γράφουν για αυτή τόσο εκείνοι που πήγαν, όσο και εκείνοι που δεν πάτησαν το πόδι τους, αλλά θεωρούν πως μπορούν να εκφέρουν άποψη για το τι υπήρχε εκεί, μένοντας στις φωτογραφίες και τα Δ.Τ. των εταιρειών. Το νέο Risemousse είναι ένα από τα πράγματα που έπρεπε να ψάξεις και να ανακαλύψεις, χωμένο στην άκρη ενός αχανούς περιπτέρου. Πιάνοντάς το στα χέρια και σηκώνοντάς το μπορείς επίσης να αντιληφθείς κι αυτό που διατείνεται η εταιρεία, πως ο μέσος αναβάτης δεν θα καταλάβει την διαφορά από το πρόσθετο βάρος.

Με κάτω από 500 γραμμάρια το mousse έχει κιόλας αρκετό βάρος ώστε να κάνει διαφορά στο γυροσκοπικό και να νιώθεις το τιμόνι σου πιο βαρύ, όμως ταυτόχρονα τέτοιες διαφορές βάρους μπορεί κανείς να δει και από ελαστικό σε ελαστικό, κι αν δεν μιλάμε για sport χρήση, που έτσι κι αλλιώς δεν προτείνεται αυτό το προϊόν, στις υπόλοιπες συνθήκες είτε δεν θα αντιληφθείς την παρουσία του, είτε είναι κάτι που θα συνηθίσεις γρήγορα. Το αν πράγματι το συνηθίζει κανείς γρήγορα είναι ακόμη άγνωστο και μένουμε στην δική τους δήλωση, καθώς δεν τα έχει δοκιμάσει κανείς άλλος ακόμη.

Η RISEMOUSSE έφτιαξε το mousse για street χρήση έχοντας πρώτα στο μυαλό της την καθημερινή οδήγηση και μετά τις Adventure μοτοσυκλέτες. Στόχος είναι να μην μένεις ποτέ στο δρόμο από απώλεια αέρα στο ελαστικό ενώ το mousse να μπορεί να κρατήσει ακόμη και μία τριετία, δυνητικά και πενταετία, ώστε να μην χρειάζεται αντικατάσταση πριν το ελαστικό που το φιλοξενεί.

Για να ξεπεράσει τα θεμελιώδη προβλήματα της καταστροφής από την θερμοκρασία και τις φθοράς, το mousse δεν καλύπτει όλο θάλαμο του ελαστικού. Το μπλε αφρολέξ που βλέπετε στις φωτογραφίες δείχνει το στρώμα αέρα. Οπότε ο αναβάτης βάζει το mousse και ταυτόχρονα συμπληρώνει και αέρα. Υπάρχει και ειδική μελέτη για αισθητήρες πίεσης που πλέον έχουν, σχεδόν, όλες οι Adventure και αρκετά σκούτερ, οι οποίοι συνεχίζουν να δουλεύουν κανονικά. Ένας θύλακας στο mousse αφήνει χώρο για τον αισθητήρα ο οποίος στην συνέχεια αντιλαμβάνεται την πίεση με τον ίδιο τρόπο που θα έκανε και πριν, απλά η πίεση αυτή προκύπτει από μικρότερη ποσότητα, καθώς ο υπόλοιπος χώρος καταλαμβάνεται από το mousse.

Ο αέρας αυτός, εκτός από την πλήρωση του ελαστικού είναι και ο τρόπος προστασίας του mousse από την θερμοκρασία καθώς επιτυγχάνεται ομοιογένεια και διαχέεται η πρόσθετη θερμότητα στην επιφάνεια του ελαστικού. Είναι επίσης ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσουν σωστά τα ασφάλτινα ελαστικά, που χρειάζονται τον αέρα για να ρυθμίσουν την θερμοκρασία λειτουργίας τους. Τόσο για να ζεσταθούν γρήγορα, όσο και για να αποβάλλουν πρόσθετη θερμότητα και να μην χάσουν τις ιδιότητες τους ή αρχίσουν να παρουσιάζουν μεγαλύτερη φθορά. Η RISEMOUSSE έχει περάσει μεγάλο διάστημα δοκιμών και πήρε και πιστοποίηση TUV για να βεβαιωθεί πως όλα τα ελαστικά θα δουλεύουν σωστά με την ποσότητα αέρα, και φυσικά αυτός είναι και ένας από τους λόγους που δεν προτείνεται η αγωνιστική χρήση, ακόμη και ερασιτεχνικά, πέρα φυσικά από την αύξηση βάρους που είναι ο βασικότερος αποτρεπτικός παράγοντας. Για όλες τις άλλες περιπτώσεις όμως το νέο mousse υπόσχεται πως σε περίπτωση που το ελαστικό χάσει αέρα, εσύ θα μπορείς να συνεχίσεις μέχρι το επόμενο βουλκανιζατέρ χωρίς καν να χρειαστεί να σταματήσεις, πέρα από το να κάψεις ταχύτητα. Η απώλεια αέρα στα ελαστικά γίνεται γρήγορα και παρόλο που έχεις χρόνο ακόμη και σε μεγάλες ταχύτητες να σταματήσεις δεξιά, δεν είναι πάντα και το πιο ασφαλές σενάριο, σε αντίθεση με το mousse που θα χάσει μόνο το λεπτό στρώμα αέρα και το ελαστικό θα συνεχίσει να διατηρεί την μορφή του. Αναλόγως της μοτοσυκλέτας και των διαστάσεων, το mousse χωρίς αέρα προσομοιάζει περίπου 1,5bar πίεσης που είναι αρκετό για να κινείσαι με χαμηλές ταχύτητες ή να μην ξεπερνάς τα 80χαω, όπως λέει η RISEMOUSSE για να φτάσεις είτε στον προορισμό σου, είτε σε σημείο που θα μπορείς να το επισκευάσεις.

Στην ερώτησή μας για εκτός δρόμου χρήση, η απάντηση είναι πως δεν μπορούν να προβλέψουν την συμπεριφορά σε μία δοκιμασία όπως του Mega Test, καθώς ξεφεύγει από τον μέσο όρο, αλλά η διέλευση από χωματόδρομο δεν θα ήταν πρόβλημα και μας προσκάλεσαν να τα δοκιμάσουμε. Ο χρόνος θα δείξει αν το επόμενο Mega Test του περιοδικού θα είναι η πρώτη τους παγκοσμίως σκληρή δοκιμή, καθώς η RISEMOUSSE δεν αναμένει να το βγάλει στην παραγωγή μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2022.

Η βασική διαφορά του νέου mousse με όλα όσα ξέρουμε από αυτά που χρησιμοποιούνται στο χώμα, είναι η μετέπειτα επεξεργασία με εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες ώστε ο αφρός να αποκτήσει μόνιμη «μνήμη». Έτσι κι αλλιώς αυτός είναι ο τρόπος κατασκευής, όμως για πρώτη φορά η αλλαγή του υλικού συνδυάστηκε με τόσο χαμηλές θερμοκρασίες ψύξης, ισχυροποιώντας τους δεσμούς σε μοριακό επίπεδο. Μία άλλη διαφορά είναι οι μεγάλες εγκάρσιες αυλακώσεις που επίσης επιτρέπουν την καλύτερη κίνηση του αέρα, μέσα στον αεροθάλαμο. Πρόκειται για μία λύση που αν αποδειχτούν στην πράξη όλα όσα λέει, θα δώσει την ευκαιρία σε όποιον το επιλέξει να έχει μικρότερο ρίσκο από απώλεια πίεσης με μικρές παραχωρήσεις.

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.