EICMA 2023: ZONTES ΖΤ703-F και ZT703-RR – Νέα τρικύλινδρη πλατφόρμα

Άλμα επέκτασης
1
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

9/11/2023

Η ZONTES εδώ και αρκετούς μήνες είχε δημοσιεύσει φωτογραφικό υλικό που αφορούσε την εξέλιξη ενός νέου τρικύλινδρου κινητήρα. Παρά το γεγονός πως δεν υπήρχαν πολλά τεχνικά στοιχεία για αυτών, στις φωτογραφίες έδειχναν με κάθε λεπτομέρεια στα μηχανικά του μέρη και μάλιστα είχαν ολόκληρη σειρά φωτογραφιών με όλες τις μορφές και τις βελτιώσεις που είχαν κάνει στον κινητήρα από το στάδιο του πρωτότυπου μέχρι το στάδιο της παραγωγής.

Μιλώντας με τους ανθρώπους της Zontes στην Ιταλία, μας αποκάλυψαν πως ο σχεδιασμός του κινητήρα ξεκίνησε έχοντας ως βάση τον τρικύλινδρο των MT-09 της Yamaha (μέχρι και το φίλτρο λαδιού της Yamaha χρησιμοποίησαν) και πως η αρχική σκέψη ήταν να έχει 850 κυβικά περίπου, όσα δηλαδή και η Euro 5 γενιά του τρικύλινδρου της ιαπωνικής εταιρεία. Στην πορεία άλλαξαν στρατηγική και ο κυβισμός κατέβηκε στα 700.

Τώρα στην EICMA ήρθε η ώρα να δούμε τις πρώτες μοτοσυκλέτες (έστω σε μορφή τελικού πρωτότυπου) που θα έχουν αυτόν τον κινητήρα και να πάρουμε στα χέρια μας τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά τους.

Παρά το γεγονός πως έχουμε δει σε Video τις δύο αυτές μοτοσυκλέτες να δοκιμάζονται στο προαύλιο του εργοστασίου της Zontes στην Κίνα, τα δύο πρωτότυπα στην EICMA είχαν “κουστούμι” από 3D Printing πλαστικά και από πηλό και μόνο τα μηχανικά μέρη (κινητήρας, αναρτήσεις, φρένα ήταν “αληθινά” εξαρτήματα).

Η μία είναι ένα διαστημικής εμφάνισης On-Off που ονομάζεται  ZT703-F και ο τρικύλινδρος κινητήρας έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά απόδοσης από του supersport ZT703-RR.

Συγκεκριμένα στο ZT703-F αποδίδει 74kw (99,2 hp) στις 9.000 στροφές και έχει ροπή 85nm (8,7kg/m) στις 7.200 στροφές. Αντιθέτως στην έκδοση RR φτάνει τις 81kw (108hp) στις 11.000 στροφές, όμως η ροπή είναι 75nm (7,7kg/m) στις 8.600 στροφές.

Αν οι διαφορές αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δηλαδή τις δούμε πάνω στο δυναμόμετρο, είναι δύσκολο να έχουν προκύψει από απλή αλλαγή της χαρτογράφησης του συστήματος τροφοδοσίας. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για διαφορετικό χρονισμό εκκεντροφόρων. Ο κυβισμός είναι ακριβώς ίδιος στα 699cc, όπως και η σχέση συμπίεσης στο 13:1, οπότε δύσκολα να έχουν διαφορετικό σχεδιασμό θαλάμου καύσης ή διαφορετική διάμετρο Χ διαδρομή.

2

Ο σχεδιασμός του κινητήρα είναι σύγχρονος, με τους άξονες του κιβωτίου ταχυτήτων να είναι κάθετα τοποθετημένοι, μειώνοντας το μήκος του και τον συνολικό όγκο του.

Στα φτωχά τεχνικά χαρακτηριστικά που ανακοινώνουν, αναφέρονται οι διαστάσεις των τροχών, όπου το ZT703-F έχει 21” εμπρός τροχό με ελαστικό 90/90-21 και πίσω 18” με ελαστικό 150/70-18 που είναι οι κλασικές διαστάσεις των πιο Off-Road μοτοσυκλετών της κατηγορίας. Μιλάμε δηλαδή για ένα On-Off με προδιαγραφές “Adventure”, έτοιμο για το επόμενο Mega Test!

Τα φρένα στο πρωτότυπο της EICMA ήταν της Brembo (στα υπόλοιπα μοντέλα η Zontes χρησιμοποιεί της J.Juan) κάτι που κάνει για πρώτη φορά. Τα μαρσπιέ έχουν αφαιρούμενα λάστιχα και υπάρχει Quick-Shifter Up/Down, επίσης πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της εταιρείας. Το Upside-Down πιρούνι έχεις πλήρεις ρυθμίσεις άλλά άγνωστη προς το παρόν διαδρομή και εταιρεία κατασκευής.

Οι διακόπτες στο τιμόνι είναι εντελώς νέοι και ο αναβάτης έχει κουμπάκια για το σύστημα key-less αλλά και για την ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη σε ύψος ζελατίνα. Όπως και στα μικρότερα Zontes η επιλογή είναι τέρμα πάνω ή τέρμα κάτω και δεν υπάρχει η δυνατότητα προοδευτικής ρύθμισης του ύψους, όμως από το τίποτα του άμεσου ανταγωνισμού είναι δέκα φορές καλύτερο.

Το ZT703-F διαθέτει και Traction Control που απενεργοποιείται με το πάτημα ενός κουμπιού και δεν χρειάζεται να μπεις σε κάποιο menu για να κάνεις την δουλειά σου.

Επίσης στον αριστερό πολυδιακόπτη υπάρχει κουμπί για την ενεργοποίηση/απενεργοποίηση του Traction Control. Η TFT οθόνη των οργάνων είναι καινούρια και αρκετά μεγαλύτερη σε διαστάσεις από των μονοκύλινδρων 350T/F.

Το πλαίσιο είναι ατσάλινο περιμετρικό, τόσο στο On-Off ZT703-F, όσο και στο supersport ZT703-RR.   Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συνέξαμε από την Zontes στην Ιταλία, οι δύο μοτοσυκλέτες θα είναι στις γραμμές παραγωγής έως το τέλος του 2024.

345578

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.