Θα είναι πάντα συναισθηματικά φορτισμένη η σκηνή που ανοίγεις την πόρτα ενός σκοτεινού δωματίου και αντικρίζεις μια ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα, η οποία είναι μέσα στο κουτί της για 20 ολόκληρα χρόνια. Η κίτρινη Honda Fireblade που βλέπετε σε αυτές τις φωτογραφίες είναι ακριβώς όπως έφυγε από την γραμμή παραγωγής του εργοστασίου και έφτασε σε ένα τοπικό κατάστημα της Ισπανίας στα μέσα του 2000. Έκτοτε έμεινε αποθηκευμένη για είκοσι ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχει δουλέψει ο κινητήρας της ποτέ. Οι λόγοι που ο ιδιοκτήτης της δεν είχε την επιθυμία να την οδηγήσει είναι άγνωστοι.
Ίσως να βρέθηκε στα χέρια του για άλλους λόγους που να έχουν να κάνουν με εμπορική συναλλαγή και να μην είναι καν μοτοσυκλετιστής ο ίδιος. Αν πάντως την κράτησε σε αυτή την κατάσταση για να ανέβει η αξία της στο μέλλον, μάλλον η επένδυση δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Μετά από είκοσι χρόνια κατάφερε να την πουλήσει για 9.000€ στο eBAY, που είναι λιγότερα λεφτά σε σχέση με εκείνα που κόστιζε καινούρια η μοτοσυκλέτα το 2000. Όσο για την συλλεκτική αξία της συγκεκριμένης Fireblade, υπάρχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Η 929 ήταν η πρώτη Fireblade με εμπρός τροχό 17 ιντσών και διέθετε πλαίσιο pivot-less (το ψαλίδι έδενε κατευθείαν στα κάρτερ του κινητήρα και όχι στο πλαίσιο), που ήταν η “νέα” ιδέα της Honda εκείνη την εποχή (ξεκίνησε από τα Firestorm και ακολούθησαν τα VFR 800F και Fireblade), έστω κι αν στην πραγματικότητα πρόκειται για αντιγραφή του πλαισίου των αερόψυκτων Ducati 750/900 SS. Εμπορικά η 929 αποδείχτηκε αποτυχία σε σχέση με τους προκατόχους της, διότι η Yamaha είχε ήδη το R1 και η Suzuki για πρώτη φορά είχε ολοκαίνουριο GSX-R1000R. Το επόμενο μοντέλο 954 είχε καλύτερη τύχη εμπορικά, όχι τόσο γιατί ο υπερκυβισμένος κινητήρας του έβγαζε περισσότερα άλογα από τα 1000αρια του ανταγωνισμού, όσο γιατί ήταν η ομορφότερη Fireblade που είχε σχεδιάσει η Honda έως τότε.
Ducati DesertX 2026 - Όλα αλλάζουν, η φιλοσοφία παραμένει [VIDEO]
Νέος κινητήρας, νέο πλαίσιο, βελτιωμένες αναρτήσεις, ηλεκτρονικά, εμφάνιση, κ.α.
Από τον
Κώστα Γκαζή
26/2/2026
Η δεύτερη γενιά του DesertX αλλάζει όλα τα βασικά συστατικά της συνταγής, χρησιμοποιώντας τον νέο “πασπαρτού” κινητήρα της εταιρείας, νέο πλαίσιο, νέες αναρτήσεις και νέα ηλεκτρονικά, διορθώνει ατοπήματα του παρελθόντος (ευκολία πρόσβασης στο φίλτρο αέρα) ενώ την ίδια ώρα κρατάει ατόφια τη φιλοσοφία των εξαιρετικών επιδόσεων στο χώμα, βελτιώνοντάς τη μάλιστα.
Πριν πιάσουμε τις μεγάλες αλλαγές οδηγικής ουσίας, να πούμε πως η Ducati δούλεψε πολύ στην εμφάνιση του νέου DesertX, και αυτό φαίνεται παντού. Αν το προηγούμενο μοντέλο έμοιαζε σκαλισμένο σε… μενίρ, μονολιθικό και ημιτελές σε κάποια σημεία, το νέο έχει πολύ πιο εκλεπτυσμένο design που κάνει πολύ καλή εντύπωση. Ένας μαύρος αεραγωγός σπάει την πολλή ασπρίλα του ρεζερβουάρ μπροστά και στη μέση, ενώ η κόκκινη κάθετη γραμμή δεν είναι ευθεία όπως πριν αλλά τεθλασμένη βοηθώντας πολύ να μειωθεί οπτικά ο όγκος. Οι κυψέλες στη ζελατίνα μας αποχαιρέτισαν για χάρη απεικόνισης ενός κύματος -λάσπης το πιθανότερο-, η ποδιά του κινητήρα μίκρυνε αρκετά, ενώ επιτέλους αποχαιρετίσαμε το πλαστικό κάλυμμα του μοτέρ με το μέταλλο να μένει εκτεθειμένο στα βλέμματα, όπως πρέπει.
Πολύ ομορφότερη και σύγχρονη είναι η ουρά, αν και έχασε την πρακτική χειρολαβή για τις μανούβρες, ομορφότερο και το τελείωμα στο κοντύτερο τελικό της εξάτμισης. Το υποπλαίσιο παραμένει ακάλυπτο, αλλά τα πλαϊνά πλαστικά επεκτάθηκαν προς τα πίσω κρύβοντας το κίτρινο αμορτισέρ για πιο ομοιογενή χρωματική εμφάνιση. Χρυσό αντί για μαύρο είναι το πιρούνι, λευκά αντί κόκκινα τα λογότυπα Brembo στα φρένα, ενώ χάσαμε το εντυπωσιακό ψαλίδι με την τρύπα στη μέση, για χάρη ενός πολύ πιο συμβατικού σε εμφάνιση. Τέλος, σε μια κίνηση που σε κάποιον παλαιότερο θυμίζει τη μετάβαση από τα GSX-R του 90 σε εκείνα του 91, η Ducati πρόσθεσε ενιαίο κάλυμμα στους δυο στρογγυλούς προβολείς του DesertX.
Πρώτη μεγάλη, και αναμενόμενη αλλαγή ουσίας ο κινητήρας, που είναι ο νέος V2 890 που τοποθετείται πλέον σε όλες τις μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλέτες του Borgo Panigale. Αποδίδει 110 ίππους στις 9.000 rpm και 9,38 kgm στις 7.000 rpm, με το 70% της ροπής διαθέσιμο ήδη από τις 3.000 rpm. Διαθέτει σύστημα μεταβλητού χρονισμού εισαγωγής (IVT), κάτι που δεν υπήρχε στο προηγούμενο μοντέλο me ton Testastretta 937 των . Τα διαστήματα συντήρησης είναι μεγάλα: έλεγχος βαλβίδων στα 45.000 km και αλλαγή λαδιών κάθε 15.000 km ή δύο χρόνια. Το κιβώτιο έχει πιο κοντές τις πρώτες τέσσερις σχέσεις για off-road χρήση και μακρύτερη έκτη για ταξίδι. Το Quick Shift 2.0 είναι νέας σχεδίασης και δεν χρησιμοποιεί εξωτερικό αισθητήρα.
Συνεχίζουμε με το monocoque πλαίσιο νέας σχεδίασης, με τον κινητήρα να λειτουργεί ως φέρον στοιχείο και το φιλτροκούτι ενσωματωμένο στη δομή. Η θέση στο φιλτροκούτι έχει αλλάξει ώστε το φίλτρο να αφαιρείται σε λίγα δευτερόλεπτα, αντίθετα με το προηγούμενο μοντέλο που έπρεπε να αφαιρεθεί το ρεζερβουάρ. Το πίσω υποπλαίσιο παραμένει χωροδικτύωμα, ενώ το αλουμινένιο ψαλίδι είναι ειδικά εξελιγμένο για το μοντέλο και συνεργάζεται με σύστημα προοδευτικού μοχλικού, κάτι που διαφοροποιεί σημαντικά τη λειτουργία της πίσω ανάρτησης σε σχέση με πριν.
Περνάμε στις αναρτήσεις, όπου μπροστά βρίσκουμε ένα πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι της KYB στα 46 mm, με διαδρομή 230 mm και ανεξάρτητες ρυθμίσεις στα δύο καλάμια, με την Ducati να κάνει λόγο για καλύτερη off-road συμπεριφορά και βελτιωμένη απορρόφηση των ανωμαλιών του δρόμου. Πίσω υπάρχει πλήρως ρυθμιζόμενο μονό αμορτισέρ της KYB με 220 mm διαδρομή και εύκολη ρύθμιση προφόρτισης με το χέρι. Η προσθήκη προοδευτικού μοχλικού χαρίζει πιο μαλακή αρχική βύθιση με ταυτόχρονα μεγαλύτερη αντίσταση υπό πίεση.
Στα φρένα μπροστά βρίσκουμε δυο ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες Brembo M4.32 με δύο νέους δίσκους 305 mm. Υπάρχει Cornering ABS τεσσάρων επιπέδων, με δυνατότητα απενεργοποίησης στα Riding Modes Enduro και Rally. Η μπροστινή διάταξη επιτρέπει τοποθέτηση ψηλού φτερού χωρίς πρόσθετα κιτ.
Οι τροχοί παραμένουν 21 ίντσες μπροστά και 18 πίσω, ακτινωτοί tubeless, με ελαστικά Pirelli Scorpion Rally Street σε διαστάσεις 90/90-21 και 150/70-18.
Το ρεζερβουάρ είναι νέο, πολυμερές, 18 λίτρων, στενότερο και ελαφρύτερο, με τη μάζα του καυσίμου τοποθετημένη χαμηλότερα για αυξημένη ευελιξία και καλύτερο έλεγχο. Το ύψος σέλας είναι 880 mm και μπορεί να πέσει στα 840 mm με κιτ, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα 209 κιλά (211 προηγουμένως) χωρίς καύσιμο.
Ούτε όμως η εργονομία έμεινε χωρίς αλλαγές: τα μαρσπιέ μετακινήθηκαν πιο πίσω, η σέλα και το τιμόνι πιο μπροστά, το μπροστινό φτερό είναι ψηλότερα τοποθετημένο και το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας είναι 20 mm χαμηλότερο σε σχέση με πριν.
Στα ηλεκτρονικά υπάρχει νέα IMU 6 αξόνων που διαχειρίζεται Traction Control, Wheelie Control, Engine Brake Control και Cornering ABS, ενώ υπάρχουν έξι Riding Modes (Sport, Touring, Urban, Wet, Enduro, Rally). Η οθόνη είναι νέα TFT 5 ιντσών ανάλυσης 800x480, με δύο θύρες USB και νέο joystick χειρισμού. Διαθέτει cruise control και είναι έτοιμη για Ducati Multimedia System και πλοήγηση turn-by-turn.
Περιμένουμε να δούμε αν η Ducati παρουσιάσει αργότερα κάποια ακόμα πιο “πολεμική” έκδοση της μοτοσυκλέτας σε Rally ύφος.