Ένα Suzuki GSX-R 750 1991 με μόλις 3 χλμ, ψάχνει ονειροπόλο

Αν είστε λάτρης μιας άλλης εποχής, θα αναγνωρίσετε την αξία του
motomag Ένα Suzuki GSX-R750 του 1991 με μόλις 3 χλμ. στο κοντέρ ψάχνει αγοραστή
Από τον

Γιάννη Τσινάβο

13/8/2024

Αν ψάχνετε ένα μοντέλο ορόσημο στην ιστορία της μοτοσυκλέτας τότε η Suzuki GSX-R 750 του 1991 η οποία έχει μόλις 3 χιλιόμετρα στο κοντέρ και βρίσκεται προς πώληση στην Μεγάλη Βρετανία, σας κλείνει το μάτι.

Μιλώντας για το Suzuki GSX-R 750, πρέπει να πάμε αρκετά χρόνια πίσω και τη δεκαετία του 1980 στην οποία αυτό εμφανίστηκε. Οι Ιάπωνες της Suzuki με τη δημιουργία αυτής της μοτοσυκλέτας έφεραν στη ζωή μας τον όρο race replica καθώς εισήγαγαν την έννοια της αναλογίας κιλών ανά ίππο κάτι που αποτελεί μέχρι και σήμερα τον βασικό κανόνα στον κόσμο των superbike μοτοσυκλετών.

Ένα Suzuki GSX-R750 του 1991 με μόλις 3 χλμ. στο κοντέρ ψάχνει αγοραστή

Τώρα όσον αφορά την Suzuki GSX-R750 του 1991 λευκού, κόκκινου, μαύρου χρώματος που ψάχνει ιδιοκτήτη -δεν νομίζουμε πως θα αργήσει να βρεθεί αυτός- αυτή πωλείται στην Μεγάλη Βρετανία από τους The Bike Specialists στην τιμή των 12.889 ευρώ ενώ το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως έχει μόλις 3 χιλιόμετρα στο κοντέρ της. Ναι καλά διαβάσατε 3 χιλιόμετρα, ενώ υπάρχει και το αρχικό manual της μοτοσυκλέτας.

Μπορεί η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα να μην έχει τα 200 άλογα που έχουν οι σύγχρονες superbike, με τα ηλεκτρονικά και όλα τα καλούδια της τεχνολογίας της εποχής ωστόσο κουβαλά μαζί της την ιστορία των αγώνων της δεκαετίας του 1980 αλλά και μια ρετρό αγωνιστική εμφάνιση που όμοια της σπάνια συναντάμε την σήμερον ημέρα.

Ένα Suzuki GSX-R750 του 1991 με μόλις 3 χλμ. στο κοντέρ ψάχνει αγοραστή

 

Ετικέτες

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.