Enduro στη Σερβία (Α.Ο.Δ.Π. Endurocross Team Patra & Motocross Club Berane Serbia)

9/10/2015

Γνωριστήκαμε με τα παιδιά του Motocross Club Berane εκεί πριν λίγους μήνες, όταν τους επισκέφτηκα μόνος μου στην έδρα τους νοτιοδυτικά της Σερβίας πάνω από το Κόσσοβο. Με υποδέχτηκαν πoλύ φιλικά και μιλήσαμε για πολλά θέματα και μετά από δύο μέρες μαζί τους υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω με τη μοτοσυκλέτα μου. Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου, λοιπόν, φορτώσαμε στο τρέιλερ (pricolica) στα σερβικά, τις μοτοσυκλέτες μας και ξεκινήσαμε για εκεί. Φτάσαμε αργά το απόγευμα στα Σκόπια όπου μας περίμενε ο Marjan, παλιός φίλος, που μας φιλοξένησε σπίτι του.


Την επομένη μέρα κατεβήκαμε με τις μοτοσυκλέτες μας στο κέντρο της πόλης. Εκεί δίπλα από το ποτάμι που διασχίζει την πόλη είχε πολλά σκαλάκια, μια καλή ευκαιρία για παιχνίδι. Κατεβαίναμε και ανεβαίναμε τα σκαλιά,ενώ ο κόσμος μας φωτογράφιζε με τα κινητά τους. Μετά από λίγο γυρίσαμε στο σπίτι και πριν φτάσουμε πρόσεξα ένα χωμάτινο άνοιγμα δεξιά μας. Διαπιστώσαμε ότι ήταν μια παλιά πίστα motocross, η οποία είχε μεν χαλάσει, αλλά εμείς δεν πτοηθήκαμε και κάναμε γύρους στους λόφους.
Την επομένη μέρα ξεκινήσαμε για τη Σερβία. Πήραμε το Μarjan και τη σύζυγό του Dubravka και ξεκινήσαμε. Περάσαμε τους ελέγχους στα σύνορα και μπήκαμε στο Kosovo. Η περιοχή αυτή είναι σε ανάπτυξη, έχει πολλά μαγαζιά και οι δρόμοι είναι καθαροί. Προς το απόγευμα βγήκαμε από το Kosovo και περάσαμε Σερβία. Μόλις είχε βραδιάσει, καλέσαμε στο τηλέφωνο τον υπεύθυνο διαδρομών και αγώνων της λέσχης, Nebojsa Vasilievic, που μας περίμενε στο βενζινάδικο στην είσοδο της πόλης. Μας πήγε στο ξενοδοχείο, τακτοποιήσαμε τα πράγματα μας, ξεκουραστήκαμε λίγο και πήγαμε στο motocross club της πόλης. Τα παιδιά ήταν εκεί και μας περίμεναν, ενώ του πρόσφερα τα αναμνηστικά και πολλά γλυκίσματα που είχα φέρει από την Ελλάδα. Κουβεντιάσαμε για τις δραστηριότητες της λέσχης, για τις διαδρομές που υπάρχουν και το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας.
Το Σάββατο το πρωί ξυπνήσαμε και πήγαμε στη λέσχη όπου δίπλα είχε χώρο για το τρέιλερ και της μηχανές μας. Άρχισαν να μαζεύονται τα παιδιά να μας δουν και να μας γνωρίσουν. Σε μια στιγμή πιο κάτω στη καφετέρια ακούμε φωνές. Τρείς Αλβανοί ρωτούσαν έναν νεαρό για κάτι αλλά αυτός δεν ήξερε να απαντήσει. Αυτοί νόμιζαν ότι δεν τους απαντά γιατί ήταν Αλβανοί. Τότε άρχισαν να τον πιέζουν ασφυκτικά και ο νεαρός φώναξε για βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή βγήκε από τη καφετέρια ένας Σέρβος 2,20μ. περίπου και τους έσπασε στο ξύλο. Οι Αλβανοί έφυγαν με σακατεμένα τα πρόσωπα τους αφήνοντας τα δόντια τους στο πεζοδρόμιο. Το Βerane έχει 35.000 κατοίκους και εκεί ζουν περίπου 500 Αλβανοί καθώς το Κόσσοβο είναι πολύ κοντά. Σε λίγο ήρθε η αστυνομία και έψαχνε το δίμετρο Σέρβο που σακάτεψε τους Αλβανούς. Αυτός όμως είχε φύγει. Δεν είπαν τίποτα για τα μηχανάκια και τις γουρούνες που είχαν μαζευτεί εκεί.


Ο Nebojsa μου είπε ότι επειδή δεν γνωρίζει πώς οδηγούμε, γι' αυτό θα πηγαίναμε μόνο εμείς οι δυο και άλλες δυο γουρούνες στο βουνό. Σημειώστε ότι ο Nebojsa όταν έμαθε ότι ερχόμαστε ήρθε από τη Γερμανία να μας δει και να μας πάει στο βουνό. Μπροστά αυτός και πίσω εμείς και όταν μπήκαμε στο χωματόδρομο η γουρούνα πήγαινε με παντιλίκια και με τις δυο ρόδες. Τους ακολουθήσαμε και σε λίγο άρχισε το πραγματικό enduro. Μπήκαμε σε σκιερά μονοπάτια, περάσαμε ορεινές λίμνες, καταπράσινα λιβάδια και φανταστικές ανηφόρες. Εντυπωσιάστηκα γιατί δεν υπήρχε καθόλου πέτρα, ούτε για δείγμα. Μόνο σε ένα μικρό κομμάτι υπήρχαν.

Μου είπε ο Nebojsa ότι θα περάσουμε τρία βουνά και θα τελειώσει η εντουράδα σε ένα χιονοδρομικό κοντά στα 2000 μέτρα υψόμετρο. Το πότε βράδιασε, πότε περάσαμε τα τρία βουνά και φτάσαμε στο χιονοδρομικό ούτε που το κατάλαβα. Ήταν τόσο ωραία. Εκεί ήταν έτοιμο ένα τραπέζι με παραδοσιακά σερβικά φαγητά, όλα υπέροχα και ταχτοποιημένα. Εκεί είχε σπίτι εξοχικό ο Nebojsa και μετά το φαγητό μας φιλοξένησε σ' αυτό. Αύριο, μας είπε, έχουμε και άλλη εντουροβόλτα σε άλλα βουνά. Σε λίγο έφυγε για την πόλη.Το σπίτι ήταν φανταστικό, με ξύλινη επένδυση και ζεστό, καθώς το καλοριφέρ ήταν αναμμένο στο φουλ, αφού έπαιρνε θερμότητα από το τζάκι.


Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε με σκιερά μονοπάτια που δεν φαίνονταν ο ουρανός. Ήταν σαν να ήμασταν σε τούνελ από δέντρα. Μέρη που δεν περιγράφονται αν δεν τα δει κάποιος. Εν τω μεταξύ, ο καιρός άρχισε να βαραίνει. Σε μια στιγμή το κινητό μου έκανε ένα μπιπ. Τι είναι αυτό; Το έβγαλα και το κοίταξα να δω. Καλώς ήρθατε στο Kosovo έγραφε. Ωχ, λέω, μας πιάσανε. Σταματήσαμε και έδειξα το sms. Eίχαμε εισέρθει κατά λάθος στο Κοsovo. "Πάμε πίσω", μας λέει ο Nebojsa, "αν μας πιάσουν θα μας αφήσουν σε μια εβδομάδα".
Μετά από λίγο άκουσα το δεύτερο μπιπ στο κινητό και κατάλαβα ότι είμαστε σε σερβικό έδαφος. Ο καιρός ήταν πιο βαρύς πλέον και άρχισε να πέφτει ομίχλη και βροχή. Αν μας έκλεινε ο καιρός εκεί τι θα γινόμασταν; Ευτυχώς, τα παιδιά ήταν καλοί γνώστες της περιοχής και μας γύρισαν στο χιονοδρομικό σχετικά γρήγορα.

Δε μας άφησαν να βραχούμε περισσότερο. Πήραν τηλέφωνο στη πόλη να μας φέρουν τα πράγματα μας επάνω, για να φύγουμε από εκεί. Σε λίγο ήρθαν και δεν μας άφησαν να δέσουμε και να ανεβάσουμε τις μηχανές στο τρέιλερ υπό βροχή. Τις ανέβασαν και τις έδεσαν μόνοι τους και μας φώναξαν να φύγουμε όταν ήταν όλα έτοιμα.
Κατεβαίνοντας προς τη πόλη ο Nebojsa μας πήγε σε ένα ιατρικό διαγνωστικό κέντρο με τελευταία μηχανήματα και πολύ σύγχρονο, του οποίου ήταν ο ιδιοκτήτης. Αργότερα, πήγαμε στο motocross club να χαιρετήσουμε τα μέλη που μας περιμέναν. Μαζί τους, μάλιστα, ήταν και 6 παιδάκια 10-12 χρονών που μάθαιναν motocross.
Η φιλοξενία τους ήταν απίθανη και η αποχώρηση μας συγκινητική.
Οι οικοδεσπότες μας είχαν την ειλικρίνεια στα μάτια τους και ήταν dobri όπως λέγεται στη γλώσσα τους το καλό. Φύγαμε για τα Σκόπια, που είναι μια πόλη που αναπτύσσεται γρήγορα. Καμία σχέση δεν έχει με το παρελθόν πριν από μια επταετία. Καθαρή πόλη,  όμορφη, γεμάτη δέντρα και πράσινο. Την επόμενη και τελευταία ημέρα ο Marjan μας πήγε ως την έξοδο της πόλης. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας και φύγαμε για Θεσσαλονίκη και από Εγνατία-Ιωάννινα-Άρτα-Γέφυρα και Πάτρα. Η διαδρομή ως το Bernane είναι 1.030 χιλιόμετρα να πας και άλλα τόσα να γυρίσεις, αλλά αξίζει τον κόπο και με το παραπάνω. Γι' αυτό και υποσχεθήκαμε στους εαυτούς μας ότι θα ξαναπατήσουμε αυτά τα χώματα το συντομότερο δυνατό.
Χάρης Κορέσης

 

 

 

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.